Vekrakos
Spartorama | «Η Μάνα», από τον Βαγγέλη Μητράκο

«Η Μάνα», από τον Βαγγέλη Μητράκο

Βαγγέλης Μητράκος 10/05/2022 Εκτύπωση Άρθρα Κοινωνία Παιδεία
«Η Μάνα», από τον Βαγγέλη Μητράκο
«Πηγαινοέρχονταν σαν πνεύμα αγαθό μέσα στο σπίτι, κι όλα τα πρόφταινε ανέκοπα κι αθόρυβα, σαν να ’χαν τα χέρια της μια καλοπροαίρετη μαγική δύναμη, που κυβερνούσε με καλοσύνη την καθημερινή ανάγκη.»
Οδός Εμπόρων

Η Μάνα… 

  • έβαζε τον εαυτό της πάντα τελευταίο, άφηνε πίσω το «εγώ», για να γίνει το «εσύ»
  • απ’ το ξημέρωμα ως τα μεσάνυχτα δούλευε αβαρυγκόμητα για το σπίτι, τον άντρα, τα παιδιά της, να μαγειρεύει στο τζάκι…στη  γκαζέρα, να πλένει τα ρούχα στη σκάφη και να τα σιδερώνει με τα κάρβουνα, να σκουπίζει σπίτι και αυλές, να πλένει και να καθαρίζει πιάτα, κατσαρολικά, τζάμια, πατώματα, να πλέκει ρούχα, να κεντάει κεντήματα για να ’ναι όμορφοι οι «παλιότοιχοι», να φυτεύει και να φτιάχνει κήπο, να έχει σε μιαν άκρη το κοτέτσι, ν’ ασβεστώνει τοίχους και αυλές, να ποτίζει τα βασιλικά και να καταβρέχει το δρόμο, να βγαίνει στο μεροδούλι όταν μπόραγε…
    «Πηγαινοέρχονταν σαν πνεύμα αγαθό μέσα στο σπίτι, κι όλα τα πρόφταινε ανέκοπα κι αθόρυβα, σαν να ’χαν τα χέρια της μια καλοπροαίρετη μαγική δύναμη, που κυβερνούσε με καλοσύνη την καθημερινή ανάγκη.»(1)

  • γεροκόμησε με Αγάπη και Χρέος ιερό τους παππούδες και τις γιαγιάδες μέσα στο ίδιο το σπιτικό της
  • ήτανε σύζυγος πιστή «Πηνελόπη»,  έκανε υπομονή και συχώραγε, έβρισκε το ζωντανό σπόρο της αγάπης και της ευθύνης  μέσα της …
    «Στον αράθυμο τον άντρα, σα δεν εναντιώνεσαι, τον έχεις σκλάβο»(2)

  • βόηθαγε τα παιδιά της στα γράμματα, όσο μπόραγε, και τα συμβούλευε και τους  έδινε πρότυπα ζωής με το παράδειγμά της
  • ήξερε «να απλώνει τα πόδια της μέχρι εκεί που έφτανε το πάπλωμα», δεν έβαζε καινούριο σκουτί πάνω της, για να μη λείψει κάτι από το σπίτι
  • έβαζε τις υποχρεώσεις  και τις ευθύνες της πάνω από το ύπνο, την ξεκούραση, τη βόλτα, τις παρέες, την καλοπέραση
  • στεκότανε πλάι στον άντρα της βουνό  όταν αυτός λιγοψύχαγε και τον βόηθαγε πάλι να σταθεί στα πόδια του και να παλέψει
  • κάθε Κυριακή και γιορτή έπαιρνε τα παιδιά της απ’ το χέρι και τα πήγαινε στην εκκλησία και κάθε βράδυ που τα ’βαζε να κοιμηθούν τα μάθαινε να κάνουνε το Σταυρό τους και την προσευχή τους και πριν τα καλονυχτίσει τους σταύρωνε το μαξιλάρι και τους έδινε κι ένα φιλί
  • κάθε που άναβε το καντήλι στα εικονοστάσι και το κερί στην εκκλησιά χίλιες προσευχές έκανε για τα παιδιά της πρώτα, για τον άντρα της, για το σπίτι της, και τελευταία για κείνη
  • είχε τα παιδιά της πάντα καθαρά, περιποιημένα, νιμμένα, χτενισμένα, με ρούχα που μυρίζανε πάστρα κι ας ήτανε φτωχικά, χιλιοφορεμένα και γεμάτα μπαλώματα (ακόμα κι αυτά ομορφοφτιαγμένα τα ’κανε η Μάνα)
  • μάθαινε τα παιδιά της  να μιλάνε και να φέρονται όμορφα, να σέβονται τους δασκάλους, τους μεγαλύτερους και τους γέροντες  αλλά και κάθε άνθρωπο που βρισκότανε σε ανάγκη και περίσταση
  • τα χέρια της  «πολύ ζεστά ή πολύ κρύα-Μύριζαν δάκρυα, αντοχές και μαϊντανό»(3) δεν ήτανε ποτέ απαλά, τα ’χε «φάει» η άγρια θάλασσα της ζωής, κι όμως το χάδι τους ήτανε ό,τι πιο αλαφρύ και πιο ζεστό είχε ακουμπήσει ποτέ στα μάγουλά μας
  • ξενύχταγε πλάι στο κρεβάτι μας να μας γιάνει , έκανε το σπίτι μια βραγιά που φύτρωνε μόνο Αγάπη, ακόμα κι όταν την πικραίναμε εκείνη ήξερε τον τρόπο να μονοιάζει τις καρδιές. Κάθε στιγμή σε μάθαινε πώς είναι ν΄ αγαπάς χωρίς αντάλλαγμα
  • έκανε τα γόνατά της προσκέφαλο για ν’ ακουμπήσουμε  το μυστικό μας, τον πόνο και το παράπονό μας, διάλεγε αυτή το δάκρυ, για να μη λείψει από μας το γέλιο, γινότανε φτερούγα που κρύωνε αυτή για να ζεστάνει από κάτω της εμάς
  • όταν όλοι κιοτεύανε στις φουρτούνες, εκείνη έπιανε γερά το τιμόνι του καραβιού και το κουμαντάριζε  ώσπου να βγει πέρα στη γαλήνη
  • μόνο μια πίκρα μας έδωσε σ’ ολόκληρη τη ζήση μας … τότε που μετρήθηκε για τελευταία φορά το νήμα της ζωής της. Κι όμως: Νιώθουμε ακόμα να μας σκεπάζει η αγκαλιά της κι ακούμε τη φωνή της να μας λέει, εκείνο που έλεγε μια ζωή: «Να προσέχεις… να προσέχεις… να προσέχεις».

 

«Την πλάση αδειάστε! φέρνω τη μητέρα μου

κι ο Θεός για λίγο απέξω ας περιμένει

την κούραση της να χωρέσει η μέρα μου.

Ανοίχτε! Ανοίχτε! Φέρνω τη μητέρα μου

μ’ όλο το σύμπαν του εαυτού μου αγκαλιασμένη.»(4)

 

8 Μαΐου 2022
Βαγγέλης Μητράκος

 

  • (1) Ν. Καζαντζάκης-«Η μάνα μου»
  • (2) Διδώ Σωτηρίου-«Το σπίτι μου»
  • (3) Σταύρος Σιόλας-«Η μάνα μου»
  • (4) Νικηφόρος Βρεττάκος


Οδός Εμπόρων