Vekrakos
Spartorama | «Αξέχαστη εποχή - Οινοπαντοπωλείον: «Η ταχεία εξυπηρέτησις», Παν. Κακαλέτρη», από τον Βαγγέλη Μητράκο

«Αξέχαστη εποχή - Οινοπαντοπωλείον: «Η ταχεία εξυπηρέτησις», Παν. Κακαλέτρη», από τον Βαγγέλη Μητράκο

Βαγγέλης Μητράκος 08/06/2021 Εκτύπωση Άρθρα Κοινωνία Χρονογράφημα
«Αξέχαστη εποχή - Οινοπαντοπωλείον: «Η ταχεία εξυπηρέτησις», Παν. Κακαλέτρη», από τον Βαγγέλη Μητράκο
«Όποιος την έβλεπε λιγωνόταν στα γέλια. Μια χελώνα και να τη λένε ταχεία! Ο Παναγιώτης; Αργούσε στο σερβίρισμα. Αν κανένας διαμαρτυρόταν, του ’δειχνε την ταμπέλα»
Οδός Εμπόρων

Η ελληνική παραδοσιακή ταβέρνα (ελληνικά «οινομαγειρείον») έχει μια ιστορία που κρατάει πάνω από 2.500 χρόνια. Ξεκινώντας από τα «καπηλειά» της αρχαίας Ελλάδας και περνώντας από τα «μαγέρικα» του Βυζαντίου, τις «λοκάντες» της τουρκοκρατίας και τα «ρεμπέτικα στέκια» των προσφύγων της Μικράς Ασίας, η ταβέρνα παρέμεινε αναπόσπαστο στοιχείο της ζωής του Έλληνα έως τις ημέρες μας.

Κάθε παλιά ταβέρνα είναι μια βαθιά ανθρώπινη ιστορία και η ταβέρνα του Κακαλέτρη στη Σπάρτη είναι η ιστορία της κυρίας Όλγας και του άντρα της του κυρ-Παναγιώτη Κακαλέτρη.

Η Όλγα Γερασίμου γεννήθηκε το 1922 στη Ζούπαινα (Α. Ανάργυροι) της Λακωνίας, πάνω στον Πάρνωνα. Οι ρίζες της, όμως, ήταν από την Κεφαλονιά. Κάποιος προπάππος της, λίγο πριν από την Επανάσταση του 1821, άλλαξε τη ρότα του καραβιού της ζωής του και βρέθηκε από τις άκρες του πελάγους κατάκορφα στο βουνό, πρώτα στα ελατοσκέπαστα Τσίντζινα και μετά στη Ζούπαινα. Ρίζωσε η οικογένεια της Όλγας (τρία αγόρια και τρία κορίτσια) και πρόκοψε. Ο πατέρας της εκτός από τα ζωντανά και τα χωράφια είχε ανοίξει και μια χασαποταβέρνα που πήγαινε καλά και άφηνε παράδες. Η Όλγα ήταν ένα όμορφο, έξυπνο, ευγενικό κι ευαίσθητο κορίτσι, καλή και μελετηρή μαθήτρια στο σχολείο του χωριού της, που ξεχώριζε για την εξυπνάδα και την πρόοδο που είχε. Μαζί με τα γράμματα, η ζωγραφική και η μουσική έγιναν οι δυο μεγάλες αγάπες της και πάνω σ’ αυτές απόθεσε η Όλγα το περίσσευμα της ομορφιάς της καρδιάς της: 

«Το βράδυ που καθόμαστε στο τζάκι έπαιρνα ένα ξυλαράκι μισοκαμένο και σχεδίαζα στην πυροστιά γαϊδουράκια, γατάκια, παιδάκια … ό,τι ήθελες. Α, μου ’κανε η μάνα μου. Όλο και μου τη λερώνεις την πυροστιά. Πήγαινα έξω στην αυλή που είχε χώμα … τα ίδια έκανα. Μετά λέω: Εγώ θα μάθω να ζωγραφίζω. Έπαιρνα κάτι πανάκια, έψαχνα εκεί που είχε μια σακούλα η μάνα μου, κι όποιο έβρισκα κατάλληλο, διέλυα λουλάκι (γιατί δεν είχα χρώμα ) και το ’κανα πηχτό. Και τώρα … πούπουλο έπαιρνα … τι έπαιρνα … αυτό δεν το θυμάμαι, κι έκανα μαργαρίτες, ζωάκια, αστέρια, καράβια, ήλιους, πουλιά…». 

Γυμνάσιο δεν πήγε η Όλγα. Τότε, τα κορίτσια μόνο ένα όνειρο μπορούσαν να υφάνουν στον αργαλειό της καρδιάς τους: Να παντρευτούν. Μαζί με τις αδερφές της, λοιπόν, έφτιαχναν την προίκα τους, κάνοντας στο σπίτι εργόχειρα, κεντήματα, δαντέλες … («μέχρι ποδιές κεντάγαμε») «σπουδάζοντας» για να γίνουν (όταν θα ’ρχόταν η ώρα) προκομμένες νοικοκυρές, καλές σύζυγοι και άξιες μανάδες. Ήταν τότε που μια «Αμερικάνα» ήρθε στο χωριό. Ήξερε να παίζει μαντολίνο. Το είχε σπουδάσει, πριν φύγει για την Αμερική, κοντά στον Σπαρτιάτη μαέστρο Αλέκο Παναγιωτόπουλο. Η Όλγα άκουσε το μαντολίνο και μαγεύτηκε. Το κεφαλονίτικο αίμα της πλημμύρισε από επιθυμία να μάθει κι αυτή να κεντά μελωδίες πάνω στις μικρές χορδές με τα τρυφερά της δάχτυλα. Κι έμαθε. Της αγόρασε ο πατέρας της ένα όμορφο μαντολινάκι και η Όλγα, όταν δεν είχε δουλειές στο σπίτι, έπιανε το μαντολίνο και μελετούσε μόνη της. Σιγά – σιγά, με το ταλέντο και την επιμονή της έφτασε η στιγμή που από το ανοιχτό παράθυρό του σπιτιού της δραπέτευαν οι τρίλιες του μαντολίνου μαζί με τα τραγούδια της Όλγας. Ήταν 18 χρονών η Όλγα, όταν το μαύρο σύννεφο του μεγάλου πολέμου σκέπασε τον γαλανό ουρανό της πατρίδας μας. Χρόνια δύσκολα, βουλιαγμένα στον θάνατο, τον πόνο και την αγωνία αλλά και στη δειλή ελπίδα για ένα «αύριο» καλύτερο. Ήρθε η κατοχή, ο μεγάλος πόλεμος έπαιρνε να τελειώνει, όταν, εκεί πάνω στο αντιφέγγισμα της ελπίδας, πληγώθηκε η ζωή. Ένα πρωινό, στις 5 Ιουνίου του 1944, ανήμερα του Α. Πνεύματος, γερμανικά καμιόνια μπήκαν στη Ζούπαινα. Οι άντρες, όσοι προλάβανε, είχαν πάρει τα μάτια τους. Οι Γερμανοί μάζεψαν στην πλατεία όσους άντρες και όσα γυναικόπαιδα βρήκαν στα σπίτια του χωριού. Εκτέλεσαν 21. Ύστερα έβαλαν στα σπίτια φωτιά. Μέσα στο σπίτι της Όλγας, μαζί με τις ελπίδες και τα όνειρα μιας ολόκληρης ζωής άφησε την τελευταία πνοή της και η μανούλα της. 

«Τη μάνα μου … ήταν ψηλότερα το σπίτι μας … δεν τη μάσανε στην πλατεία. Τη βρήκαμε όξω στην αυλή που έβγαζε πράγματα … τη σκότωσαν … μετά τη ρίξανε στη φωτιά … αυτοί … ήτανε η ψυχή τους τέρατα…». 

Η Όλγα, για πρώτη φορά στη ζωή της, στα πιο τρυφερά της χρόνια, μάθαινε με τρόπο σκληρό, πως πίσω από το φως της ζωής μπορεί να κρύβεται η σκιά του θανάτου. Ο πόνος της ήταν αβάσταχτος. Η αναπνοή της από κείνη τη μέρα γίνηκε διαρκής αναστεναγμός και το αίμα της δάκρυ πικρό και αναστάλαγο: 

«Επί 3 χρόνια στον ύπνο μου να κλαίω. Να ξυπνάω και να ’ναι το μαξιλάρι μου μούσκεμα. Τρία χρόνια έκλαιγα τη μάνα μου στον ύπνο μου. Άσε που την έβλεπα σαν να ήτανε ζωντανή και την εκουβέντιαζα και να τη ρωτάω πώς την κάνανε, αν πόνεσε, πώς τη χτυπήσανε. Υπέφερα … υπέφερα …». 

Μέσα στο σπίτι της Όλγας, μαζί με τη μανούλα της κάηκε και το μαντολίνο, εκείνο που κάποτε συντρόφευε τα κοριτσίστικα όνειρά της, τότε που τίποτε δεν προμήνυε το κακό που θα ’ρχόταν. 

«Κάπου διάβαζα … τι γινότανε … κάποια μάχη … είχανε βάλει, λέει, φωτιά και οι χορδές ενός μαντολίνου κάνανε κλιν-κλιν από τη φωτιά και λέω έτσι και μένα θα έκανε το μαντολινάκι μου, αλλά ποιος το άκουγε πώς έκανε όταν βάλανε τη φωτιά;» 

Από τότε η Όλγα δεν ξανάπιασε μαντολίνο στα χέρια της. Οι φλόγες εκείνες που κάψανε, τότε, τη μάνα της μαζί με το μαντολινάκι, έκαψαν και τα τραγούδια της καρδιάς της.

Τέλειωσε ο πόλεμος, οι Λαοί άφησαν τα όπλα και έπιασαν ξανά το αλέτρι, το δρεπάνι και το σφυρί, για να ξολοθρέψουν το μόλεμα της σφαγής, να καρποφορήσουν τα στάχυα της ζωής και της ειρήνης να ξανασηκωθούν τα πεσμένα σπίτια. Οι Έλληνες, όμως, μαζεύτηκαν γύρω απ’ το κουτί της Πανδώρας, έσπασαν τις κλειδωνιές και το άνοιξαν διάπλατα. Και βγήκαν από μέσα όλα τα δαιμόνια και πρώτο και καλύτερο το πιο φριχτό στην όψη: Ο Εμφύλιος!

Ο πατέρας της Όλγας κατατρομαγμένος απ’ το νέο αιματοκύλισμα και με νωπές ακόμα τις πληγές από τον φριχτό χαμό της γυναίκας του, έστειλε την Όλγα και την αδελφή της, τη Μηλιά, στη Σπάρτη για περισσότερη ασφάλεια. Τα δυο κορίτσια νοίκιασαν ένα σπιτάκι, στην άκρη της Σπάρτης, στο Ψυχικό, κοντά στο κοιμητήρι του Αϊ-Γιώργη και, σιγά – σιγά, βάλθηκαν να συνηθίζουν στη νέα τους ζωή και να ξαναχαμογελούν. Πολύ γρήγορα κέντρισαν, με τη χάρη και την ομορφιά τους, το ενδιαφέρον των νέων της γειτονιάς και η οδός Αναπαύσεως κάθε άλλο παρά ανάπαυση έβρισκε, όταν οι δυο αδερφές περνοδιάβαιναν, πιασμένες αγκαζέ, το δρόμο: 

«Αν βλέπατε τα ντυσίματα που κάναμε με την αδερφή μου!!! Που δεν τα κάνουν τώρα. Ωραία υφάσματα, ωραία φορέματα, παπούτσι μόλις έβγαινε … της μόδας …! Οι Μουχτεραίοι παρατηρούσανε ακόμα και τι παπούτσια φορούσαμε.» 

Ανάμεσα στους νεαρούς που καρδιοχτυπούσαν για την Όλγα ήταν και ο Παναγιώτης Κακαλέτρης, όμορφο νοικοκυρόπαιδο, ευγενικό, συνεσταλμένο, εργατικό, που είχε το πατρικό του σπίτι εκεί στην Αναπαύσεως. Ένας προξενητής της γειτονιάς, ο Κώστας Λώλος, ανέλαβε ν’ ανοίξει τις πόρτες που κρατούσε κλειστές η νεανική συστολή.

Η Όλγα που είχε πει «όχι» σε πολλά και καλά προξενιά, είπε το «ναι» για τον Παναγιώτη και μια Κυριακή του 1949, στάθηκε, ασπροντυμένη κι ευτυχισμένη, πλάι στον Παναγιώτη, στο ναό της Αγίας Βαρβάρας Σπάρτης.

Ένα κεφάλαιο απ’ το βιβλίο της ζωής της έκλεινε κι άνοιγε ένα καινούριο. Κάθε φορά που ένας νέος αγώνας αρχίζει, ο άνθρωπος έχει την πίστη πως θα τον κερδίσει, κι ας έχει χάσει όλους τους προηγούμενους. Τέτοια πίστη είχε και η Όλγα στο νέο τούτο ξεκίνημα.

Το νέο ζευγάρι, καταπώς γινόταν τότε, ήρθε να κατοικήσει στο Κακαλετρέϊκο μαζί με τους γονείς του Παναγιώτη. Ήταν ένα παλαιό διώροφο σπίτι με κεραμίδια, μέσα στους μπαξέδες, πλάι στο δρόμο, που το είχε χτίσει ο κυρ-Βασίλης ο Κακαλέτρης, ο πεθερός της Όλγας, με τα λεφτά που έφερε από την Αμερική, κάπου στη 10ετία του 1930. Ξύλινες πόρτες και παραθυρόφυλλα πάνω και κάτω, ένα μεγάλο χαγιάτι στο νοτιά κι ένα μπαλκόνι προς τον δρόμο, ένας μεγάλος φοίνικας πλάι στο χαγιάτι, μια μεγάλη αυλή με μουριές απλωμένη γύρω από το σπίτι και μπροστά, στο σύνορο με το δρόμο, ένα τσιμενταύλακο που τα καλοκαίρια γέμιζε κρύο, γαργαριστό νερό απ’ το απέναντι πηγάδι του Μαχαίρα, νερό που έτρεχε βιαστικό να ποτίσει τους μπαξέδες, που έκαναν το Νέο Κόσμο και το Ψυχικό να φαντάζουν σαν καταπράσινος κήπος στην αυλή της Σπάρτης.

Η κυρία Όλγα μπόλιασε το νέο της σπίτι με τη ζεστασιά και την ομορφιά της καρδιάς της κι εκείνο άρχισε να καρποφορεί: Δυο παιδιά, ο Βασίλης και η Μαίρη, ήρθαν να συμπληρώσουν την ευτυχία του ζευγαριού και τα ανοιχτά παράθυρα άφηναν να σμίγει με τον αέρα η χαρά του νέου σπιτικού. Τα πρώτα χρόνια κύλησαν σαν νερό και η πρώτη ξέρα φάνηκε μια μέρα απειλητική μπροστά στο νιοτάξιδο καράβι: Ο κυρ-Παναγιώτης, που ως τότε δούλευε επιπλοποιός, βρέθηκε χωρίς δουλειά. Σ’ αυτήν τη δύσκολη στιγμή, αφού το κουβέντιασε με τη γυναίκα του και συμφώνησαν, αποφάσισε να ξανανοίξει την ταβέρνα του πατέρα του, στο ισόγειο του σπιτιού. Ήταν ένα ταβερνάκι, το οποίο είχε ανοίξει ο κυρ-Βασίλης ο Κακαλέτρης όταν έφτιαξε το σπίτι στη 10ετία του ’30. Το ταβερνάκι δούλεψε ως το 1940, έκλεισε με τον πόλεμο και μετά δεν ξανάνοιξε. Πάντοτε οι άνθρωποι, αν στη δύσκολη στιγμή τους ψάξουν βαθιά στο σεντούκι της πατρογονικής κληρονομιάς, σίγουρα θα βρουν κάτι «κρυμμένο», αφημένο με έγνοια και αγωνία από τους παλαιούς, για να ξεπεράσουν οι νεότεροι της γενιάς τις κακοτοπιές που βάζει μπροστά τους η ζωή.

Ήταν γύρω στα 1953 όταν ξανάνοιξε η ταβέρνα του Κακαλέτρη. Σαν έτοιμη από καιρό άνοιξε διάπλατα τις αγκαλιές της, για να κλείσει εκεί μέσα τα ξυλάρμενα της ζωής, που ολημερίς τα παίδευαν οι φουρτούνες και τα παραμόνευαν να τα βουλιάξουν οι ξέρες. Δυο ξυλόπορτες βαριές μπροστά (πώς το λέει το τραγούδι: «δυο πόρτες έχει η ζωή – άνοιξα μια και μπήκα»), δυο μεγάλα παράθυρα με ξύλινα, ταμπλαδωτά παντζούρια και στη δεξιά πλευρά, στη βορινή, μια πόρτα ακόμα κι ένα παράθυρο. Κάτω, μέσα στην ταβέρνα, χώμα, γινωμένο σκληρό απ’ τα χρόνια, καθώς η ποδοπατημένη ψυχή, πάνω οι κόρδες που στήριζαν το πάτωμα του σπιτιού, μαυρισμένες απ’ τους καπνούς και απ’ τους πόνους που είχαν δει και ακούσει. Μπροστά, δεξιά και κάτω όπως έμπαινες στην ταβέρνα, ένα υπόγειο ασκέπαστο με τα κρασοβάρελα στην αράδα. Τέσσερα μεγάλα βαρέλια, που κάθε Σεπτέμβρη γέμιζαν με εκλεκτό σκλαβοχωρίτικο μούστο, αφού ο κυρ-Παναγιώτης ήθελε να έχει στην ταβέρνα του το καλύτερο κρασί. Ένας μικρόσωμος εργάτης, αθεράπευτος φίλος του κρασιού και μόνιμος πελάτης της ταβέρνας, («Πυροβολιτάκης» ήταν το παρατσούκλι του) κάθε καλοκαίρι που «στέρευαν» τα βαρέλια, έμπαινε στη φαρδιά κοιλιά τους και τα καθάριζε, για να ’ναι έτοιμα να υποδεχτούν τον καινούριο μούστο του φθινοπώρου. Καμιά δεκαριά τραπεζάκια ξύλινα μέσα στην μικρή ταβέρνα, με νάιλον τραπεζομάντιλα γεμάτα ζωγραφιές, τόσο μεγάλα όσο να χωράνε τη μερίδα του ρεφενέ, τα γυαλένια ποτήρια και το γεμάτο κόκκινο κατρούτσο. Καρέκλες ψάθινες, παλιές, πλεγμένες ξανά και ξανά από τον περιπλανώμενο γύφτο - καρεκλά, με πόδια κουρασμένα από τα βάρη που σήκωναν και πλάτες μαυρισμένες απ’ την προσπάθεια που έκαναν για να στηρίξουν τις κουρασμένες πλάτες των ανθρώπων, τρία - τέσσερα καδράκια και διαφημίσεις μπίρας στους ασβεστωμένους τοίχους και μια-δυο ξυλοκρεμάστρες. Στην πίσω μεριά της ταβέρνας, σ’ ένα μικρό καμαράκι, βρισκόταν η κουζίνα, με μια ξυλόστοφα, ένα «πετρογκάζι», τηγάνια, κατσαρόλες, κουτάλες, πιρούνια, κουτάλια, μαχαίρια, ποτήρια, πιάτα κι όλα τ’ άλλα χρειαζούμενα, για να ετοιμάζει η κυρα-Όλγα (η κυρα-Παναγιώταινα όπως τη φωνάζανε πολλοί) τα περίφημα μεζεδάκια και τα φαγητά της, που συντρόφευαν το καλό κρασί.

Αληθινή ταβέρνα, παλαιικό κουτούκι, γνήσιο, αφτιασίδωτο, ζεστό, φιλόξενο, ανυπόκριτο, έτσι καθώς ήταν και οι θαμώνες που φιλοξενούσε καθημερινά, μέρα και νύχτα.

Πολύ γρήγορα, το νέο ότι η ταβέρνα του Κακαλέτρη ξανάνοιξε μαθεύτηκε σ’ όλη τη Σπάρτη και οι πιστοί του οίνου, οι «βαρελόφρονες», άρχισαν να καταφθάνουν από παντού. Ήδη από το μεσημέρι η κυρα - Όλγα έβαζε να ετοιμάζει τα νόστιμα φαγητά και τα μεζεδάκια της ταβέρνας (άλλωστε είχε ιδέα, αφού κι ο πατέρας της στο χωριό έκανε κάποτε την ίδια δουλειά): Ντολμαδάκια αυγολέμονο με τρυφερά κληματόφυλλα, μοσχάρι στιφάδο με μικρά, ολόκληρα κρεμμυδάκια και μπόλικα μπαχάρια, πλακί βακαλάο ξαρμυρισμένο ως εκεί που έπρεπε να «ξεκουράζεται» πάνω στα χοντροκομμένα κρεμμύδια τις ντομάτες και τους μαϊντανούς, αρνάκι φρικασέ με μαρούλι, μάραθο και κρεμμυδάκια φρέσκα, συκωταριές γάλακτος και μπριτζόλες στο τηγάνι με μπόλικη ρίγανη σβησμένες με λεμόνι, κατσικάκι κοκκινιστό, ψητό στο φούρνο με πατάτες, γόπες φρέσκες καλοτηγανισμένες κ.α. ήταν τα φαγητά που το καθένα με τη σειρά του ή όπως το καλούσε κάθε φορά η περίσταση, εναλλάσσονταν στο μαγερειό της κυρα-Όλγας. Και βέβαια, κοντά σ’ αυτά, ήτανε και η βαρελίσια φέτα και το κεφαλοτύρι, που ο κυρ-Παναγιώτης ήθελε να είναι το καλύτερο, οι σαλάτες της εποχής (αγγουροντομάτα, μαρούλι, λάχανο …) και οι πατάτες οι τηγανιτές, που, βολικές καθώς ήτανε, δεν αρνούντανε τη φιλία και τη συντροφιά κανενός φαγητού και μεζέ. Τα άδεια πιάτα που μάζευε από τα τραπέζια ο κυρ-Παναγιώτης, τα σκουπισμένα σχολαστικά με την ψίχα του φρέσκου ψωμιού (λες και ήτανε πλυμένα μοιάζανε), ήταν η ανταμοιβή της κυρα-Όλγας για την κούραση και την μαγειρική τέχνη που έβαζε κάθε μέρα για να ευχαριστήσει τους πελάτες. Πράγματα μικρά της ζωής, που της δίνουν -όμως- εκείνες τις διαφορετικές πινελιές που μόνο οι «μυημένοι» μπορούν να διακρίνουν και να εκτιμήσουν. Οι πελάτες της ταβέρνας του Κακαλέτρη, επειδή γνώριζαν πως εκεί θα έβρισκαν εκτός απ’ το καλό κρασί και τον καλό μεζέ, αφού ο κυρ-Παναγιώτης έφερνε στο τραπέζι το πρώτο μισόκιλο και τα ποτήρια, ρωτούσαν τι έχει ετοιμάσει για μεζέ η κυρα-Όλγα. Ήταν φορές, που όσους μεζέδες και να ’φτιαχνε η κυρα-Όλγα τέλειωναν κάποια στιγμή και τότε ο κυρ-Παναγιώτης (προφανώς επειδή δυσκολευόταν να πει στους πελάτες «στα ίσα» ότι «μεζές τέλος») άρχιζε με την ήρεμη, βαριά και συρτή φωνή του να αραδιάζει, κατά τον προσφιλή τρόπο του, τα φαγητά και τους μεζέδες που είχε, πριν αυτά τελειώσουν. Ήταν η περίφημη μέθοδος του «είχαμε»:

«Παιδιά, είχαμε κοκκινιστό, είχαμε συκωταριά, είχαμε ψαράκια τηγανιτά… τώρα θα τη βολέψετε με κάνα κονσερβάκι…».

Με τον τρόπο ο κυρ-Παναγιώτης, ξεφορτωνόταν από πάνω του την «ευθύνη» και τη φόρτωνε στους αργοπορημένους πελάτες, οι οποίοι, ξελιγωμένοι, κυριολεκτικά, απ’ τις λαχταριστές περιγραφές του «είχαμε», ορκίζονταν στον εαυτό τους να μην αργήσουν ποτέ ξανά. Τελικά, όμως, ακόμα και με το «κονσερβάκι» ο κυρ-Παναγιώτης δεν τους άφηνε παραπονεμένους. Αν το κονσερβάκι ήτανε ψάρι (σαρδελάκι, σκουμπρί…) με λίγο λάδι, λεμόνι, κρεμμύδι και αλατοπίπερο, ετοίμαζε ένα νόστιμο μεζέ, ικανό να «τραβήξει» αρκετά μισόκιλα. Αν οι «ρέστοι» από μεζέ πελάτες διάλεγαν ζαμπονάκι ή «κορνεμπίφ», με ένα πέρασμα στο τηγάνι και δυο-τρία αυγά χτυπημένα μέσα, πάλι η κατάσταση βολευόταν. Άλλωστε οι πελάτες της ταβέρνας του Κακαλέτρη ήτανε τέτοιοι που «βολεύονταν» και με το «τίποτα». Γι’ αυτούς πρώτα μέτραγε η καλή καρδιά και η καλή παρέα. Άνθρωποι απλοί, λαϊκοί, παρακατιανοί, μεροκαματιάρηδες (εργάτες, οικοδόμοι, μανάβηδες, χαμάληδες, λούστροι, ξυλουργοί, σκουπιδιάρηδες, μπαρμπέρηδες, λαχειοπώλες, μικροπωλητές του πεζοδρομίου, σιδεράδες, μπογιατζήδες, σκαφτιάδες…). Άνθρωποι που καθημερινά πάλευαν για το μεροδούλι, για να ζήσει η φαμελιά τους, για να βγει το φαΐ της ημέρας, για να πορέψει τα αναγκαία ψώνια η νοικοκυρά, για να πάρουν ένα ρούχο για τα παιδιά τους, να βάλουν ένα καινούριο σανίδι στο σάπιο πάτωμα, να φτιάξουν το χαλασμένο παράθυρο που έμπαζε, να κλείσουν μια τρύπα στα κεραμίδια κι αν «πέρσευε» κάνα φράγκο, να πάνε την κυρά και τα παιδιά μια βόλτα την Κυριακή στην πλατεία ή ένα σινεμά. Δεν πάλευαν ούτε για πολυτέλειες ούτε για «να βάλουν κάτι στην άκρη». Άνθρωποι που δεν στέκονταν μακριά από τους άλλους πάνω σε βάθρα από πάγο, άνθρωποι που κέρδιζαν αμέσως της αγάπη των άλλων, που τους ένιωθες κοντινούς και οικείους, που «τα χνώτα τους ταίριαζαν μεταξύ τους», που καθένας έλεγε για τον άλλονε που καθότανε μαζί του στο ίδιο ή στο πλαϊνό τραπέζι:

«Ναι! Σαν και μένα είναι κι αυτός. Είμαστε ίδιοι. Από το ίδιο καλούπι βγαλμένοι. Ο απέναντί μου, αυτός που πίνουμε μαζί το ποτήρι με το κρασί είναι άνθρωπος δικός μου, φίλος μου, γνωστός κι αδερφοποιτός. Μπορώ να τον εμπιστεύομαι και μ’ εμπιστεύεται και κείνος. Καταλαβαίνει τι του λέω και τον καταλαβαίνω και ’γώ. Στην ανάγκη του θα τρέξω και κείνος θα τρέξει στη δική μου. Η έγνοια του γίνεται έγνοια μου κι η πίκρα μας μοιράζεται, το ίδιο κι η χαρά μας. »

Τούτοι οι άνθρωποι της ταβέρνας, την προσευχή που δίδαξε ο Χριστός «τον άρτον ημών τον επιούσιον, δος ημίν σήμερον» την είχανε κάνει Ευαγγέλιο και τρόπο ζωής. Μέσα στην ταβέρνα, ακόμα και κείνοι που δείχνανε «κακοί», σιγά-σιγά, με την παρέα, κουβέντα την κουβέντα, ποτήρι το ποτήρι, τραγούδι το τραγούδι, άνοιγαν διάπλατα τα φυλλοκάρδια τους και τότε έβλεπες πως κι αυτοί είχανε μέσα τους καημούς που δεν ξέρανε πού να τους ακουμπήσουνε.

Κάθε βράδυ, σαν έπεφτε ο ήλιος, όλοι αυτοί οι άνθρωποι που ζούσανε στα κατώγια της ζωής, παίρνανε το δρόμο για το ταβερνάκι του Κακαλέτρη. Με πρόσωπα ηλιοψημένα, σκαμμένα από τα βάσανα, με κοκαλιασμένα μαλλιά από την σκόνη και τον ίδρωτα, με μανίκια ανασκουμπωμένα και ρούχα λερωμένα και χιλιομπαλωμένα, με χέρια στριμμένα όπως οι ροζιασμένες ελιές, με ποδάρια παραδομένα στην κούραση και φωνές σωσμένες απ’ τον κάματο, ψάχνανε ανάσα και αναπαμό. Γυρεύανε ένα αποκούμπι ελπίδας για να ’χουνε ανάκαρο το πρωί που θα ξημέρωνε να βγούνε και πάλι στο αλώνι της ζωής, να παλέψουνε και να μείνουνε όρθιοι.

Πολλοί από τους «απέξω», από τους «αποπάνω», τους λοιδορούσανε τους πελάτες της ταβέρνας πως ήτανε μπεκρήδες, αλητάμπουρες, ανεπρόκοποι, ακαμάτηδες, πως δεν νοιαζούντανε για το σπίτι τους και την οικογένειά τους, ούτε για να βάλουνε ένα φράγκο στην άκρη και να προκόψουνε. Ούτε καν τους πέρναγε από το μυαλό πως το αντίθετο σύμβαινε. Όμως, πώς να νιώσει ο χορτασμένος τον νηστικό; Πού να καταλάβουνε οι βολεμένοι νοικοκύρηδες τούτους τους ξέμπαρκους της ζωής που γυρεύανε στην ταβέρνα συντροφιά και ζεστασιά, ν’ αδειάσουν από την ψυχή τους τα παράπονα που ξεχείλιζαν, να δικάσουνε πάνω από το γεμάτο ποτήρι την παλιοκοινωνία και την αδικιά της, να νιώσουνε πως δεν είναι μόνοι στον ανήφορο, να βρούνε ώμο για ν’ ακουμπήσουνε τους καημούς τους, να βρούνε εκεί στην ταβέρνα την ίδια τους τη ζωή, εκείνη που τους τη ρουφάγανε καθημερινά οι «αποπάνω», έτσι όπως η βελόνα ρουφάει αχόρταγα το αίμα από τη φλέβα την ανοιχτή.

Ο κυρ-Παναγιώτης ο Κακαλέτρης και η κυρα-Όλγα ξέρανε πολύ καλά ποιοι ήτανε αυτοί που ερχούντανε κάθε βράδυ στην ταβέρνα τους. Γι’ αυτό και δεν μπορούσανε, ούτε θέλανε, να τους βλέπουνε σαν πελάτες. Για τον κυρ-Παναγιώτη και την κυρα-Όλγα κάθε ένας που διάβαινε το κατώφλι της ταβέρνας τους ήτανε φίλος γκαρδιακός, άνθρωπος δικός τους, που μίλαγε την ίδια γλώσσα, που τον καταλάβαιναν και τον ένιωθαν, που τους καταλάβαινε και τους ένιωθε κι αυτός. Ιδιαίτερα ο κυρ-Παναγιώτης, που ήτανε όλη την ώρα μαζί τους μέσα στην ταβέρνα, ήξερε ότι όλοι αυτοί πρώτα θέλανε να χορτάσουνε ανθρώπινη ζεστασιά και μετά κρασί και μεζέ. Γι’ αυτό πάντοτε τους καλοδεχότανε, ποτέ δεν κακομίλησε σε κανένα, ποτέ κανένα δεν περιφρόνησε. Τριγύρναγε πάντα μέσα στην ταβέρνα του, από τραπέζι σε τραπέζι, από φίλο σε γνωστό, από γνωστό σε φίλο, έκανε παρέα με όλους, μίλαγε με όλους, έτρωγε με όλους, έπινε με όλους.

-Να κεράσω κι εγώ παιδιά; ήταν η αγαπημένη του έκφραση.

Το κέρδος δεν το σκεφτότανε: «Ας έπιναν το ένα βαρέλι από τα κεράσματα».

Για τον κυρ-Παναγιώτη σημασία πρώτη είχε να πάρουν οι φίλοι του τη ζεστασιά της καρδιάς του και να σιγουρεύεται κάθε βράδυ, μέσα στο ταπεινό ταβερνάκι του το δέσιμο που ένωνε όλους αυτούς τους ανθρώπους, «όλοι για έναν κι ένας για όλους». Σ’ όλα τα τραπεζάκια της ταβέρνας του Κακαλέτρη υπήρχε σε μιαν άκρη ένα ποτήρι παραπανίσιο, άλλο γεμάτο, άλλο μισοπιωμένο, άλλο αδειανό. Ήτανε το ποτήρι του κυρ-Παναγιώτη:

-Έλα, Παναγιώτη, φέρε το ποτήρι σου, λέγανε οι παρέες σ’ όλα τα τραπέζια. Κι ο κυρ-Παναγιώτης… το ’φερνε.

Όλοι μαζί… πολλά τραπέζια… μια παρέα... κανένας μόνος. Ακόμα κι εκείνος που καθότανε σε τραπέζι χωρίς συντροφιά δεν ήτανε μόνος, δεν ένιωθε μόνος.

Ο κυρ-Παναγιώτης ήταν τόσο φιλότιμος που ακόμα και το φαγητό που ετοίμαζε γι’ αυτόν η κυρα-Όλγα δεν το ’τρωγε μοναχός του: 

«Ήτανε πάρα πολύ φιλότιμος. Το φαγητό που του έβαζα να φάει, δεν το ’τρωγε ποτέ μόνος του. Ποτέ! Καημό το είχα! Έπαιρνε το πιάτο του, πήγαινε στην τελευταία παρέα που αργούσαν να φύγουν και το ’τρωγαν όλοι μαζί!» 

Συχνά-πυκνά, στην ταβέρνα του Κακαλέτρη, «ξέπεφταν» και κάτι θαμώνες παράταιροι: Κουστουμαρισμένοι, γραβατωμένοι, καλοξυρισμένοι, παρφουμαρισμένοι …. «Χτύπαγαν» στο μάτι, σαν τη μύγα μες στο γάλα. Φαίνεται, πως «ζήλευαν», οι δόλιοι, την ανεξήγητη γι’ αυτούς ζεστασιά, το κέφι και τη ζωντάνια και την επικοινωνία που απολάμβαναν κάθε βράδυ (ιδιαίτερα τα Σαββατόβραδα) εκείνοι οι «τσαλακωμένοι», οι «λεροί», οι αξύριστοι, οι παρακατιανοί…. Κόπιαζαν, λοιπόν, κι αυτοί στην ταβέρνα για να γευτούν τον άγνωστο στα δικά τους περιβόλια καρπό. Πάσχιζαν να φερθούν όπως οι άλλοι, έπιναν, έτρωγαν, κερνούσαν, καλαμπούριζαν… όμως κάτι δεν πήγαινε καλά. Και στο τέλος όταν έφευγαν είχανε μέσα τους ένα αίσθημα «ανεκπλήρωτου». Κάπου μέσα τους το νιώθανε, πως για να φτάσουν εκεί ψηλά που φτάσανε, κάτι θυσίασαν που άξιζε, κάποιο τίμημα πλήρωσαν, «αδειάζοντας» τη ζωή τους από κείνες τις μικροχαρές που της δίνουν χρώμα και ομορφάδα και ζεστασιά. Φεύγανε και η ταβέρνα ερχότανε ξανά «στα ίσα της».

«Οίνος ευφραίνει καρδίαν ανθρώπου», είπε κάποτε ο προφήτης και βασιλιάς Δαυίδ. Κι όταν η «καρδία» ευφραίνεται θέλει και να τραγουδήσει. Ερχόταν, λοιπόν, η ώρα που τα πιρούνια έπαιρναν θέσεις ανάπαυσης πάνω στα χείλη των πιάτων και τα γεμάτα ποτήρια αραίωναν τις διαδρομές τους. Σε μια γωνιά της ταβέρνας του Κακαλέτρη βρισκόταν ακουμπισμένο στο τραπεζάκι του, ένα γραμμόφωνο με χωνί και δίπλα του μια στοίβα μεγάλες, βαριές, στρογγυλές πλάκες, με χαραγμένα μέσα στα αυλάκια τους τα μεράκια του Τσιτσάνη, του Μάρκου, του Παπαϊωάννου, του Μητσάκη, του Τσαουσάκη, της Νίνου, της Μπέλλου, του Καζαντζίδη, του Περπινιάδη ….

Ένας που ’χε μερακλωθεί πήγαινε, διάλεγε την «πλάκα» που του άρεσε, την έβαζε πάνω στο γραμμόφωνο, «κούρντιζε» με το χερούλι που ήτανε στο πλάι, έβαζε τη βελόνα στην αρχή του δίσκου και τα μεράκια πλημμύριζαν την ταβέρνα. Τραγούδια λαϊκά που μιλάγανε ίσα στην καρδιά των ανθρώπων της ταβέρνας:

 

Φτώχεια που με κουρέλιασες

Με νύχια ματωμένα

Μες στα πολλά σου θύματα

Γράψε ακόμα ένα.

 

ή

 

Για δες ο άσωτος υιός

ο κόσμος με φωνάζει

κι εγώ το δρόμο μου τραβώ

μ’ ένα χαμόγελο πικρό

και λέω δεν πειράζει

κι ο κόσμος ας φωνάζει

 

Ότι κι αν είχα σ’ αυτή τη πλάση

για μια γυναίκα το `χω χάσει

 

Κι εκεί που ξεχείλιζε το παράπονο ένας ασικλής πεταγότανε από την καρέκλα του ορθός και σαν αϊτός λαβωμένος, κυματίζοντας για φτερούγες τα δυο του χέρια, με το κεφάλι κάτω και το τσιγάρο σφηνωμένο στην άκρη των χειλιών, με τα πόδια του να παραπατούν σαν μεθυσμένα και, πού και πού, να χτυπάνε με μανία το πάτωμα, σαν φοβέρα σε κάποιον αόρατο εχθρό… άρχιζε την ιεροτελεστία του ζεϊμπέκικου. Κι οι άλλοι γύρω του, άλλοι στα τραπέζια, άλλοι γονατιστοί, του βαράγανε τα παλαμάκια κι ακουγότανε μαζί με το τραγούδι φωνές: « Ωχ, Παναγιά μου…»… «Να πεθάνει ο Χάρος»… «Δεν πάω σπίτι μου απόψε»… σ’ εκείνες τις στιγμές που νιώθαν όλοι δυνατοί, ανίκητοι, αιώνιοι…

Κάποιες βραδιές το γραμμόφωνο σώπαινε και τραγουδάγανε οι παρέες. Με μια κιθάρα, ένα μπουζουκάκι ή και χωρίς αυτά… αφού χόρταιναν το μεζέ και το κρασί πιάνανε μετά το τραγούδι. Στόμα με στόμα, καρδιά με καρδιά, τα τραγούδια απλώνονταν σ’ όλη την ταβέρνα και γίνονταν όλοι μια παρέα, ένα σώμα, μια ψυχή, ένα μεράκι…. Η κυρα-Όλγα, που αγάπαγε από μικρή τη μουσική και το τραγούδι, έστηνε αυτί από την κουζίνα ή πάνω από το σπίτι και σιγοτραγουδούσε κι αυτή μέσα στη νύχτα, θυμώντας το μαντολινάκι της, που κάηκε μαζί με τη μανούλα της, από τους Γερμανούς, στο σπίτι της το πατρικό, εκεί στη Ζούπαινα, στα 1944. 

«Αλλά εκείνο που μου άρεσε πιο πολύ απ’ όλα, ήταν η παρέα που τραγουδούσε. Ήτανε ο Γιώργης ο Μουχτερός, ο Λαδάς ο Τάκης, ο Γιώργης ο Ηλιόπουλος… Εκείνος που μου έκανε εντύπωση, που ακόμη δεν έχω ακούσει αυτή τη φωνή, ήταν ένας Βαγγέλης Σαραντόπουλος που του είχανε το παρατσούκλι «Στήβενς». Είχανε μεράκι να παίζουν με την κιθάρα τους. Την κιθάρα, νομίζω, την έπαιζε ο Λαδάς.» 

Πολλές φορές, η κυρα-Όλγα συμπονούσε κάποιους πελάτες που ήτανε τσακισμένοι. Έβλεπε πως, μέρα με τη μέρα, βούλιαζαν στο πιοτό, σκορπίζοντας τη ζωή τους σε χίλια κομμάτια. Τους πλησίαζε η κυρα-Όλγα και τους κουβέντιαζε, τους παρηγορούσε, τους συμβούλευε, πασχίζοντας κι αυτή να βρει άκρη μέσα στους λαβύρινθους της ψυχής τους: 

«Με τον Παναγιώτη τα λέγαμε, αλλά δε μου θύμωνε. Λέω: βρε κυρ-Παναγιώτη εσύ έβγαλες παιδιά επιστήμονες… δε σκέφτεσαι ότι τους ντροπιάζεις τώρα; Δεν μπορείς να το κόψεις; Μου λέει: κυρα-Όλγα, κοίταξε να δεις: Ό,τι και να κάνω, μ’ αυτό θα πεθάνω». 

Κατά πώς το ’πε ο Παναγιώτης έτσι κι έγινε. Και πώς να το κόψει το πιοτό που του ’χε η μοίρα πάρει, με τρόπο σκληρό, το πρώτο του εγγόνι, τον Παναγιωτάκη του; Για να «κόψεις» το κρασί πρέπει να ’χεις αιτίες. Και η ζωή δεν είχε αφήσει στον κυρ-Παναγιώτη αιτία καμιά. Ας είναι η ψυχούλα του αναπαυμένη μαζί και των άλλων οι ψυχούλες, που τους χτύπησε η ζωή αλύπητα και κάνανε το πιοτό παρηγοριά τους και γεφύρι για την άλλη ζωή. Βλέπανε τα μαύρα, κοφτερά βράχια μπροστά τους κι αυτοί έβαζαν πρύμνα, ίσα καταπάνω τους, να τελειώνουν μιαν ώρα αρχύτερα με το βάρος που λεγόταν ζωή. Τα κατάφεραν και τέλειωσαν. Τουλάχιστον είχανε θάρρος.

Τους μακριούς και κρύους χειμώνες του παλιού καιρού η ταβέρνα του Κακαλέτρη γινόταν «χειμωνιάτικο» ζεστό, πατρογονικού σπιτιού. Μια παλιά, ολοστρόγγυλη ξυλόσομπα στη μέση του μαγαζιού ρουθούνιζε απ’ τη φωτιά και σκόρπιζε γλυκιά θαλπωρή στους θαμώνες. Έξω, ο βοριάς λυσσομανούσε, η βροχή μαστίγωνε αλύπητα ό,τι έβρισκε κάτω από την ορμή της, καμιά φορά και νιφάδες χιονιού μπορεί να στροβιλίζονταν μέσα στο σκοτάδι, όμως μέσα στο ταβερνάκι τίποτε δεν μπορούσε να νικήσει τη ζεστασιά που σκόρπιζε απλόχερα γύρω της η παλιά, ολοστρόγγυλη ξυλόσομπα μαζί και οι καρδιές των ανθρώπων. Καθένας έμπαινε, έκλεινε πίσω του βιαστικά και με πάταγο την παλιά ξύλινη πόρτα, χτύπαγε τα πόδια του στο πάτωμα, τίναζε από πάνω του τη βροχή ή το χιόνι, έλεγε μια φαρδιά-πλατιά «καλησπέρα», χουχούλιαζε και χτυπούσε τα χέρια του, πλησίαζε στη σόμπα μ’ ανοιχτές παλάμες να «πάρει μια πύρα» κι ύστερα διάλεγε παρέα και τραπέζι. Έξω έκανε χειμώνα, εδώ, όμως, ήτανε το ζεστό γιατάκι, η καλή συντροφιά, η ρίζα, το σανίδι, η σκεπή, το τζάκι το αναμμένο, η ασφάλεια, η σιγουριά … Κι όταν ερχόταν η ώρα να κλείσει το μαγαζί, παραπατώντας στους έρημους και λασπωμένους δρόμους, με τους γιακάδες της «βραχείας» σηκωμένους ως τα’ αυτιά και τα χέρια χωμένα βαθιά στις τσέπες, είχαν αρκετό απόθεμα ζεστασιάς για να φτάσουν στο σπιτικό τους και να ξαπλώσουνε δίπλα στη γυναίκα τους, απλώνοντας τα χέρια τους σε μια βουβή αγκαλιά, που φώναζε «αγάπη» όσο καμιά φωνή δεν μπόρεσε ποτέ να φωνάξει.

Το καλοκαίρι όλα άλλαζαν. Η ταβέρνα «μετακόμιζε» στην αυλή. Μόλις έπαιρνε να γέρνει ο ήλιος, ο κυρ-Παναγιώτης και η κυρα-Όλγα κουβάλαγαν τα τραπέζια και τις καρέκλες έξω στην απλόχωρη αυλή, τακτοποιούσαν τα τραπεζομάντιλα και τις αλατιέρες πάνω τους, κατάβρεχαν το χώμα με το καταβρεχτήρι (τι όμορφα που μύριζε το νοτισμένο χώμα!) κι ύστερα κάθονταν στη δροσιά, κάτω από τις θαλερές μουριές, καρτερώντας τους πρώτους πελάτες, που, σαν θεματοφύλακες μιας μυστηριακής και απόκρυφης συμφωνίας, άρχιζαν να καταφθάνουν πριν ακόμα πέσουν τα σκοτάδια. Τα τραπέζια γέμιζαν ποτήρια, κατρούτσα και πιάτα, η σιγαλιά της νύχτας γέμιζε κι αυτή κουβέντες και γέλια, τ’ άστρα από ψηλά αγνάντευαν απορημένα τούτη την ανθρώπινη σύναξη, τ’ αυλάκι από δίπλα κυλούσε τα γάργαρα νερά του πηγαδιού ίσια για τους διψασμένους μπαξέδες, τα λουλούδια της αυλής που ’χε φυτεμένα η κυρα-Όλγα (το αγιόκλημα, οι μαργαρίτες, τα βασιλικά, οι τριανταφυλλιές, οι γαρυφαλλιές…) ζάλιζαν το μυαλό μαζί με το κρασί, στο σκοτάδι γύρω απ’ την ταβέρνα γυάλιζαν τα μάτια των πιτσιρικάδων της γειτονιάς που ’θελαν να δουν από κοντά πώς είναι ο κόσμος των μεγάλων και γινότανε η ταβέρνα του Κακαλέτρη, μέσα στη νύχτα του καλοκαιριού, μια ελιά γέρικη και σοφή γεμάτη φλύαρα, μεθυσμένα τζιτζίκια, που τραγουδούσαν μαζί με τον γκιώνη απ’ το γειτονικό χωράφι, μαζί με τους γρύλους της πλατύφυλλης μουριάς, με τα φλύαρα βατράχια του νεραύλακου. Κι από κοντά ένα γλυκόλαλο αηδόνι που ’χε ξεμείνει σ’ ένα πλατάνι του Ψυχικού τραγουδούσε την αγάπη στο ταίρι του που φώλευε.

Ήταν κάπου στις αρχές του ’60, που ο κυρ-Παναγιώτης ο Κακαλέτρης και η γυναίκα του η κυρά-Όλγα σκέφτηκαν πως η ταβέρνα τους χρειαζόταν μια ταμπέλα. Τότε στη Σπάρτη εργαζόταν σαν επιγραφοποιός, ο περίφημος Νίκος Τράγκας, ελαιοχρωματιστής κατά κύριο επάγγελμα, που για ένα διάστημα, είχε κι αυτός μια καλοκαιρινή ταβερνίτσα με το όνομα «Πικραγγουριά» στην οδό Μενελάου, μεταξύ των οδών Γκορτσολόγου και Αγησιλάου. Ταμπέλες του Νίκου Τράγκα υπάρχουν ακόμα σε παλιά μαγαζιά της Σπάρτης και διακρίνονται ως τα σήμερα για την τέχνη και το μεράκι του δημιουργού τους. Ο Ν. Τράγκας θαμώνας κι αυτός της ταβέρνας του Κακαλέτρη, κι αντλώντας έμπνευση από τον μοναδικά αργό τρόπο σερβιρίσματος του κυρ-Παναγιώτη, φιλοτέχνησε εκείνη την αμίμητη και μοναδική στο είδος της ταμπέλα που έγραφε «ΟΙΝΟΠΑΝΤΟΠΩΛΕΙΟΝ – Η ταχεία εξυπηρέτησις – ΠΑΝ. ΚΑΚΑΛΕΤΡΗ» και στη μέση είχε ζωγραφισμένη … μια χελώνα! 

«Όποιος την έβλεπε λιγωνόταν στα γέλια. Μια χελώνα και να τη λένε ταχεία! Ο Παναγιώτης; Αργούσε στο σερβίρισμα. Αν κανένας διαμαρτυρόταν, του ’δειχνε την ταμπέλα.» 

Κάποια στιγμή ο κυρ-Παναγιώτης βλέποντας πως η ταβέρνα είχε πολλή δουλειά, σκέφτηκε να κάνουν σε μια γωνιά κι ένα μπακαλικάκι. Άλλωστε είχαν έρθει και δυο παιδιά, η Μαίρη και ο Βασίλης και μαζί με την ευτυχία της οικογένειας είχαν μεγαλώσει και οι υποχρεώσεις.

Τότε, στη 10ετία του ’50 και του ’60 οι λεγόμενες μπακαλοταβέρνες ήταν η ψυχή της κάθε γειτονιάς, πριν ακόμα εμφανιστούν τα σούπερ-μάρκετ. Άλλες ξεκίνησαν σαν ταβέρνες κι έγιναν μετά ΚΑΙ μπακάλικα, άλλες ξεκίνησαν σαν μπακάλικα και στην πορεία έγιναν ΚΑΙ ταβέρνες.

 Έτσι, λοιπόν, στα αριστερά της εισόδου της ταβέρνας, διαμορφώθηκε με πάγκους, ντουλάπια, θήκες οσπρίων, με μια ζυγαριά, ένα ψυγείο και άλλα χρειαζούμενα το μπακάλικο του Κακαλέτρη. Όσπρια, ζυμαρικά, κονσέρβες, ζάχαρη, αλάτι, αλεύρι, τυρί, σαλάμια, απορρυπαντικά, τσιγάρα, καραμέλες, ξύδι, λάδι… έδωσαν άλλο χρώμα κι άλλο άρωμα στο παλιό ταβερνάκι. Τώρα πια, δεν έρχονταν «στου Κακαλέτρη» μόνο οι μερακλήδες για κρασί και μεζέ. Έρχονταν και τα παιδιά της γειτονιάς και οι νοικοκυρές, για να ψωνίσουν τα αναγκαία του σπιτιού. Έτσι το μαγαζάκι απόκτησε, πια, άλλο χαρακτήρα κι άλλο ενδιαφέρον. Αυτή η κλειστή κοινότητα των προηγούμενων χρόνων «μόνο άντρες και μόνο όσοι πίνουν» άνοιξε… Το «άβατο» για τα παιδιά και τις γυναίκες καταργήθηκε. Το γεγονός αυτό, σ’ άλλους άρεσε και σ’ άλλους όχι. Ωστόσο η μπακαλοταβέρνα ήταν πλέον μια πραγματικότητα, την οποία έπρεπε ΟΛΟΙ να αποδεχτούν.

Στην μπακαλοταβέρνα του Κακαλέτρη πήγαινα κι εγώ πιτσιρικάς, για να κάνω τα ψώνια που ήθελε η μάνα μου ή για θέλημα κάποιας γειτόνισσας. Με το χαρτάκι που είχε γραμμένα τα ψώνια στο ένα χέρι και με τα λεφτά σφιγμένα στη χούφτα του άλλου, έστριβα στο πηγάδι του Κακαλέτρη (εκεί που σήμερα είναι η πλατεία του Ν. Κόσμου), έμπαινα στο λεγόμενο «στενό του Κακαλέτρη» (ένα χωμάτινο μονοπατάκι ανάμεσα στις πορτοκαλιές και τις ροδιές με συρματόπλεγμα δεξιά και αριστερά) κι αφού πέρναγα τον «μπαξέ του Καρελλά», έφτανα στου Κακαλέτρη για να πάρω κρασί για το σπίτι στη γυάλινη μπουκάλα, λουλάκι και ΚΛΥΝ για τη μπουγάδα της μάνας μου, τσιγάρα σέρτικα Λαμίας, χύμα, για τον πατέρα μου, καραμέλες ΑΣΤΑΚΟΥ ή καραμέλες λουκούμι για μένα και ό,τι άλλο (τέλος πάντων) έγραφε το χαρτάκι. Κάθε φορά που διάβαινα το κατώφλι της μπακαλο-ταβέρνας του Κακαλέτρη με πλημμύριζε μια αίσθηση μαγευτική: Η παλιά ταβέρνα με τα τραπεζάκια και τις καρέκλες, οι αφίσες στους τοίχους με διαφημίσεις για μπίρες κλπ, τα παλιά ξύλινα βαρέλια με το κρασί, τα ράφια του μπακάλικου και πάνω απ’ όλα η μυρουδιά της ταβέρνας που δεν περιγράφεται με λόγια… όλα μα όλα μπαίνανε στο μυαλό και στην καρδιά μου και γίνονταν βίωμα που ακόμα κουβαλάω μαζί μου. Έτσι, λοιπόν, όταν άκουγα τη μάνα μου να λέει «πήγαινε στου Κακαλέτρη να μου ψωνίσεις» πέταγα απ’ τη χαρά μου. Μόνο τις Κυριακές το απόγευμα «δεν ήθελα» να πηγαίνω, γιατί ο κυρ-Παναγιώτης, φανατικός Ολυμπιακός (εγώ ήμουνα Παναθηναϊκός), άκουγε, με το ραδιόφωνο, τέρμα ανοιχτό, τις μεταδόσεις των αγώνων της ομάδας του. Όσο κι αν βιαζόσουνα ο κυρ-Παναγιώτης δεν ξεκόλλαγε από το ραδιόφωνο αν δεν τελείωνε η φάση. «Περίμενε λιγάκι να χτυπήσει το κόρνερ», έλεγε. Ακόμα μου φαίνεται πως ακούω στ’ αυτιά μου τον σπήκερ να μεταδίδει τον αγώνα και τα ονόματα του Μποτίνου, του Ζαντέρογλου, του Φρονιμίδη, του Θεοδωρίδη, του Γκαϊτατζή, του Σιδέρη, του Γιούτσου, του Αγγελή, του Πολυχρονίου και των άλλων ερυθρόλευκων αστέρων να ξεσηκώνουν τον κυρ-Παναγιώτη με τις περίτεχνες ενέργειές τους, τις ντρίπλες, τα σουτ και τα γκολ, ενώ πάνω στα ντουλάπια και στις βιτρίνες μοστράριζαν οι φωτογραφίες τους που είχε κολλήσει ο κυρ-Παναγιώτης και ο γιος του ο Βασίλης, επίσης Ολυμπιακάκιας.

Η Κυριακή ήταν μια μέρα ξεχωριστή για την ταβέρνα του Κακαλέτρη. Η κυρα-Όλγα ετοίμαζε από νωρίς το πρωί πεντανόστιμα ντολμαδάκια, με τρυφερά αμπελόφυλλα και γέμιση λαχταριστή από κιμά, ρύζι και μυριστικά, βουτηγμένα σε αφράτο, φρεσκοχτυπημένο αυγολέμονο, παραδοσιακό φρικασέ αρνάκι, κατσικάκι, χοιρινό με χόρτα και αυγολέμονο, ιδανικό για κυριακάτικο τραπέζι, πρωτογιάχνι με φρέσκια ντομάτα και αλατοπίπερο, κυριακάτικα φαγητά που με τις λαχταριστές μυρωδιές τους έκαναν τους πελάτες να νομίζουν ότι ξαναγίνανε παιδιά και βρίσκονταν στην κουζίνα της μάνας τους. Γύρω στις 10 το πρωί έκαναν απόλυση οι εκκλησίες και πολλοί «πιστοί» έφευγαν από τον ένα ναό για να ’ρθουν στον άλλο, να φάνε έναν νόστιμο μεζέ, να πιουν κρασί και να κουβεντιάσουν με τους φίλους τους, πριν πάνε το μεσημέρι στο σπίτι για το αξέχαστο, οικογενειακό, κυριακάτικο τραπέζι. Καμιά φορά, ανάμεσα στους πελάτες «ξέπεφταν» στην ταβέρνα και μερικοί ιδιότροποι (ευτυχώς λίγοι) που πήγαιναν εκεί για να γκρινιάξουν, να προκαλέσουν και να τσακωθούν κι όχι για τη χαρά της παρέας και της ημέρας: 

«Θυμάμαι μια Κυριακή έρχεται μια παρέα και λέει: «Τι έχεις κυρά Όλγα»; Έχω, λέω, φρικασέ. Φέρε μας, λένε, μια μερίδα. Να δεις, ακόμα το θυμάμαι. Δεν τους χώνεψα… Ο Παναγιώτης έλειπε, αλλά εγώ, άμα έλειπε ο Παναγιώτης, δεν οπισθοχωρούσα σε τίποτα, ενώ εκείνος έκανε και τον «κουτό».

Λέει: «Φέρε μας μια μερίδα». Λέω: «Τώρα, τι να τους βάλω… μια μερίδα πέντε άτομα! Να διαλέξω μια μεγαλούτσικη, να τους ευχαριστήσω». Τους πήγα μια μερίδα καλή. Λέει: Φέρε μας και κρασί. Τους πήγα και κρασί. Την ώρα που την κόβανε, λέει ένας: «Η μερίδα που μας έφερες δεν είναι και τόσο της αρεσκείας μας». Λέω: «Με συγχωρείτε. Χέρι δεν της βάλατε ακόμη. Να την πάρω μέσα να την αλλάξω». «Όχι, όχι» είπανε κάνα δύο. Εκείνος το ’λεγε και το ξανάλεγε. Στο τέλος, τι μου ήρθε και μένα και του λέω: «Κατά τον πελάτη και η μερίδα». Του ’κατσε εκείνου όμως. Συναντάει τον Παναγιώτη, του λέει: Ξέρεις Παναγιώτη γιατί δεν έρχομαι στο μαγαζί σου; Αυτό κι αυτό. Ε, ξέρεις κι εσύ τι θα είπες, του λέει ο Παναγιώτης. Όταν ήρθε με ρωτάει… Ναι, του λέω. Όλοι οι άλλοι είπανε άφησέ την, κυρά Όλγα, τη μερίδα, θα την φάμε, είναι καλή, εκείνος το ’λεγε και το ξανάλεγε. Τι ήθελες να του πω; του λέω. Δεν ξαναπάτησε στο μαγαζί.» 

Τα χρόνια κυλούσαν. Διάβηκε η δεκαετία του ’50 ήρθε εκείνη του ’60. Η πολιτική ένταση βρισκόταν στο κατακόρυφο με τον «ανηλεή πόλεμο» που είχε ξεσπάσει ανάμεσα στην Ε.Ρ.Ε. του Κ. Καραμανλή και την Ένωση Κέντρου του Γ. Παπανδρέου. Κυβερνήσεις ανέβαιναν, κυβερνήσεις έπεφταν, εκλογές πάνω στις εκλογές, το παλάτι συνδαύλιζε τη φωτιά κι ο λαός παθιασμένος, ζούσε ένα ακόμη δράμα εθνικού διχασμού, που με τον ξένο δάκτυλο έφερε τον Απρίλη του 1967 τη χούντα. Κάθε παραμονή εκλογών, όπως κι ανήμερα, οι ταβέρνες, τότε, ήταν κλειστές, μην πάνε και πιούνε οι αντιμαχόμενοι και «σκοτωθούν» στους δρόμους. Κι όντως, οι ταβέρνες του καιρού εκείνου «σέβονταν» το νόμο, έμεναν με θεόκλειστα τα παντζούρια και τις πόρτες όταν ήταν εκλογές, μέσα, όμως,… ήτανε γεμάτες ακόμα και το βράδυ της παραμονής! Εκεί, μέσα στις ταβέρνες, σε καθεστώς «παρανομίας», στήνονταν μικρές βουλές και προεκλογικά μπαλκόνια, εκεί ανέβαιναν και κατέβαιναν κυβερνήσεις, εκεί ακουγόταν και το θρυλικό: «Ε, ρε, και να ’μουνα εγώ πρωθυπουργός μια βδομάδα και θα σου ’λεγα». 

«Άλλη μια φορά γινόντανε εκλογές και απαγορεύονταν οι ταβέρνες. Εκείνοι πλάκωσαν όλοι εκεί κάτω. Κι αφού είχαμε κλειστά από μπροστά, γυρίζανε απ’ την πίσω πόρτα και έρχονταν. Τέλος πάντων… δε φεύγανε, παιδί μου,… δε φεύγανε. Ο Παναγιώτης έλειπε. Γέμισε το μαγαζί. Ένας που ήτανε μανάβης, Γερακίτης στην καταγωγή, άρχισε κι έλεγε εκεί με την παρέα του πολιτικά και βλαστήμιες. Άκου εδώ, του λέω. Δε νομίζεις ότι είπες αρκετές βλαστήμιες; Ο καθένας εδώ μέσα πιστεύει όπου θέλει. Δε θα του πεις εσύ τι να ψηφίσει. Μάσ’τα με την παρέα σου και φύγε. Άρατος! Οι άλλες παρέες δεν κάνανε σαματά».

Κούραση πολλή η ταβέρνα και απολαβή λίγη. Ωράριο δεν υπήρχε. Απ’ το πρωί ως το βράδυ στο πόδι. 

«Οι πελάτες, άμα τους άφηνες, μπορεί να μένανε και μέχρι πρωίας. Πιάνανε την κουβέντα και δε λέγανε να φύγουν». 

Η κυρά- Όλγα με τα δυο της παιδιά, τη Μαίρη και τον Βασίλη, ανέβαιναν το βράδυ, κάποια στιγμή, στο σπίτι, για να κοιμηθούν. Μαύρος ύπνος, όμως, αφού κάτω η ταβέρνα, πνιγμένη στους καπνούς των τσιγάρων, στέναζε από τις κουβέντες, τις φωνές και τα τραγούδια των θαμώνων. 

«Μερικές φορές μαζευούντανε και σαράντα άτομα στο μαγαζί… να μη χωράει. Και να πηγαίνει το τσιγάρο… ο καπνός, σαν να καίγανε αφάνες. Άνοιξε, ρε Παναγιώτη, να βγει…» 

Πολλές φορές, η κυρα-Όλγα, αγανακτισμένη έσκυβε από μια τρύπα που είχε το πάτωμα και φώναζε να ησυχάσουν, αλλά «στου κουφού την πόρτα…» 

«Μια φορά θυμάμαι ήτανε κάποιος χωροφύλακας. Κι απάνω στο πάτωμα είχε κάποια τρυπούλα και σκύβω από κείνη την τρύπα… «Παναγιώτη, να φύγουν και να κλείσεις τώρα αμέσως, αλλιώς θα πάρω την αστυνομία τηλέφωνο». Και κάτω ήταν ο χωροφύλακας. «Ώστε θα μας στείλεις την αστυνομία, κυρα-Παναγιώταινα;» μου φωνάζει και βάλανε τα γέλια.» 

Ζυγός αβάσταχτος ήταν η ταβέρνα, σε ήθελε πάντα κοντά της και τα παιδιά μεγαλώνανε με το παράπονο. Βλέπανε τις Κυριακές τα γειτονάκια να βγαίνουν βόλτα με τους γονείς τους, να φάνε μια πάστα στην πλατεία, να πάνε σινεμά κι έτρεχαν στην κυρα-Όλγα γεμάτα παράπονο: 

«Πάμε, μάνα, σινεμά κι εμείς. Πάμε, μάνα, σινεμά.» 

Μικρές παιδιάστικες πίκρες, μεγάλες κατοπινές πληγές. Πολλές ζωές και πολλές χαρές θυσιάστηκαν πάνω στο βωμό του καθημερινού αγώνα για επιβίωση.

Η ταβέρνα του Κακαλέτρη είχε και μιαν άλλη ιδιαιτερότητα: Βρισκόταν εκεί στην οδό Αναπαύσεως που οδηγούσε στο κοιμητήρι του Αϊ-Γιώργη. Συνόρευε, δηλαδή, μ’ έναν δρόμο στον οποίο η Ζωή και ο Θάνατος περνοδιάβαιναν συχνά, πιασμένοι χέρι-χέρι. Κάθε τόσο, λοιπόν, όλο και κάποια κηδεία περνούσε έξω απ’ το ταβερνάκι. Στις αρχές, σύμφωνα με το ελληνικό συνήθειο, τα παντζούρια και οι πόρτες κλείνανε κι όλοι οι θαμώνες σηκώνονταν όρθιοι και σταυροκοπιούνταν. Σιγά-σιγά, όμως, το πράγμα ατόνησε. Έγινε συνήθεια. Απ’ έξω περνούσαν τα στεφάνια, οι παπάδες, οι νεκροφόροι με το φέρετρο στους ώμους (ακόμα δεν είχαν εμφανιστεί οι νεκροφόρες), πίσω οι τεθλιμμένοι συγγενείς κι ο κόσμος που συνόδευε, εν πομπή, τον νεκρό στην τελευταία του κατοικία κι οι άλλοι μέσα στην ταβέρνα έτρωγαν, έπιναν και φιλοσοφούσαν: «Όλα είναι ένα ψέμα, μια ανάσα, μια πνοή … τι σου είναι ο άνθρωπος… ένα τίποτα… Φάτε και πιέτε, όλα εδώ θα μείνουνε». Καμιά φορά κάνανε και καλαμπούρια: «Άντε να πιούμε κι ένα ποτήρι στη υγειά του μακαρίτη» ή σχολιάζανε καμιά τροφαντή χήρα αναθυμούμενοι και το «λαϊκόν άσμα»: «Στις εννιά του μακαρίτη - άλλον έμπαζε στο σπίτι». Αφού τέλειωνε η κηδεία ο δρόμος ξαναγέμιζε από κείνους που (ατάκτως αυτή τη φορά) επέστρεφαν από τον Αϊ-Γιώργη. Μερικοί απ’ αυτούς λοξοδρόμιζαν, τεχνηέντως, προς την ταβέρνα του Κακαλέτρη για να πιουν ένα ποτηράκι και να φάνε μια μπουκιά, ώστε να τους φύγει από το στόμα η πίκρα του θανάτου και να σκορπίσει η μαυρίλα της ψυχής. Πρώτοι ανάμεσα στους λοξοδρομούντες ήταν οι νεκροφόροι της κηδείας (βιοπαλαιστές του πεζοδρομίου όλοι τους, που οι κηδείες τους έδιναν ένα καλό μεροκάματο), οι οποίοι, αφού μοίραζαν στον Αϊ-Γιώργη, επιτόπου, την αμοιβή τους, έσπευδαν στην ταβέρνα του Κακαλέτρη για τα πρώτα έξοδα (δικαίωμα στη ζωή) φωνάζοντας με τις σκεβρωμένες από τα βάσανα φωνές τους: «Οι ζωντανοί με τους ζωντανούς κι οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους… τούτη η γης που την πατούμε ούλοι μέσα θε να μπούμε. Φέρε κρασί κυρ-Παναγιώτη». Αληθείς Έλληνες, αιώνιοι καπετάν Μιχάληδες, ικανοί να στήνουν θεμέλια ζωής πάνω στα κιβούρια του χάρου.

Τα χρόνια κύλησαν όπως ο άμμος της θάλασσας μέσα από τα δάχτυλα. Το ταξίδι πλησίαζε στο τέλος του. Ο κυρ-Παναγιώτης άρχισε να έχει προβλήματα με τα πόδια του. Κοντά τριάντα χρόνια ορθός στην ταβέρνα ένιωθε πια αποσταμένος. Γι’ αυτό, κάπου στα 1979 πήρε την απόφαση να κλείσει το θρυλικό ταβερνάκι. Ένα βράδυ, αφού έφυγε και η τελευταία παρέα, το κλειδί γύρισε για στερνή φορά στην παλιά κλειδωνιά. Μια ζωή ολόκληρη τελείωσε με το απλό γύρισμα ενός κλειδιού. Μια ζωή έκλεινε, άνοιγε μια άλλη. Ο κυρ-Παναγιώτης πού ν’ αντέξει! Διαγράφεται έτσι εύκολα μια ζωή ολόκληρη; Κυριευόταν από νοσταλγία, κατέβαινε απ’ το σπίτι, ξεκλείδωνε την πόρτα της ταβέρνας, έμπαινε σαν τον κλέφτη, έφερνε μια γύρα με τα μάτια του στο μαγαζί, μετακινούσε μια καρέκλα, ίσιωνε το τραπεζομάντηλο σ’ ένα τραπέζι, χαιρέταγε τα βαρέλια του, καθόταν για λίγο σε μιαν άκρη, άναβε τσιγάρο, έκλεινε τα μάτια του κι όλα ζωντάνευαν: Άνοιγε η πόρτα της ταβέρνας κι έμπαιναν οι φίλοι οι παλιοί, τραγούδαγε μαγειρεύοντας στην κουζίνα η κυρα-Όλγα, ακούγονταν τσουγκρίσματα, κουβέντες και τραγούδια, έπαιζε το γραμμόφωνο και το παλιό ραδιόφωνο άρχιζε να μεταδίδει τον αγώνα της Κυριακής.

Λίγο καιρό κράτησε η ζωντανή νοσταλγία. Το παλαιό σπίτι, το «Κακαλετρέϊκο», γκρεμίστηκε μαζί με την ταβέρνα, όπως ακριβώς πολλές φορές οι άνθρωποι κατεδαφίζουν τα παλιά όνειρά τους, ελπίζοντας πως τα καινούρια θα είναι πιο όμορφα και πιο αληθινά. Τα παλιά βαρέλια, τα τραπέζια και οι καρέκλες πουλήθηκαν. Η ταμπέλα με τη χελώνα χάθηκε. Τα κατρούτσα άραξαν σε ξένα ντουλάπια, δώθε-κείθε. Σαν η νέα ζωή να μην ήθελε, πια, κανένα δαχτυλίδι αρραβώνων με την παλιά, εκτός από τη θύμηση.

Στη θέση της παλιάς ταβέρνας και του σπιτιού θα υψωνόταν ένα νέο κτήριο, μια πολυκατοικία. Η κυρα-Όλγα και ο κυρ-Παναγιώτης έπρεπε να μετοικήσουν. Πού θα νοίκιαζαν; Δεν ήθελε να ακούσει για διαμέρισμα σε πολυκατοικία ο κυρ-Παναγιώτης: 

«Δεν μπορώ εγώ εκεί. Να μου βρείτε ένα ίσωμα» έλεγε. 

 Ο φίλος και γείτονας και μόνιμος πελάτης της ταβέρνας, ο Γιώργος ο Μουχτερός βρέθηκε στην ανάγκη φίλος αληθινός. Έδωσε στο φίλο του τον κυρ-Παναγιώτη το κλειδί του πατρικού του σπιτιού, εκεί χαμηλά στην Αναπαύσεως: 

«Πάρ’ το κλειδί να πας να κάτσεις εκεί, όσο θέλεις» του είπε. 

Η κυρα-Όλγα δεν ήθελε, αλλά υποχώρησε από αγάπη και έγνοια για τον άντρα της. Τόσα χρόνια μαζί, αγαπημένοι, δεν ήτανε τώρα καιρός να μείνουνε χώρια. 

«Εγώ να κλαίω… να κλαίω… Πήγαμε για λίγο και… μείναμε πέντε χρόνια»! 

Το νέο σπίτι, το «Μουχτερέϊκο», απόχτησε και πάλι ζωή. Η κυρα-Όλγα το ασβέστωσε, το ’βαψε, φύτεψε λουλούδια και πρασινάδες στην αυλή, σκούπισε, καθάρισε, τακτοποίησε όπως αυτή ήξερε σαν καλή νοικοκυρά κι όταν όλα μπήκαν στη θέση τους, έκανε κάθε μέρα τις δουλειές του νοικοκυριού κι ύστερα καθότανε με τον κυρ-Παναγιώτη κάτω απ’ τον ίσκιο της κληματαριάς της αυλής, πίνανε το καφεδάκι τους, αναπολούσαν τα παλιά και λέγανε καμιά κουβέντα με τους περαστικούς, γνωστούς, γείτονες και φίλους. Ο κυρ-Παναγιώτης έπαιρνε, από μέρα σε μέρα, τον δρόμο, με τους ώμους σκυφτούς, με βήμα αργό κι ένα τσιγάρο στο δεξί του χέρι, για να κάνει μια βόλτα στη Σπάρτη, γυρεύοντας να λαβώσει τον χρόνο. Καθώς περνούσε έξω από εκεί που κάποτε ήταν το σπίτι του και η παλιά του ταβέρνα, κόντευε το βήμα του και τα μάτια του νότιζαν. Θα ’θελε να μπορούσε να γυρίσει πίσω το ρολόι του χρόνου, να βάλει και πάλι το κλειδί στην πόρτα, ν’ ανοίξει την ταβέρνα του και να καρτερέσει τους φίλους τους παλιούς. Τίποτε, όμως, δεν μπορούσε, πλέον, ν’ αλλάξει. Πήγαινε έξω, στην αγορά, γύριζε, ξαναπήγαινε… Τα προβλήματα στα πόδια του άρχισαν να γίνονται πιο σοβαρά. Πήγε τρεις φορές στην Αθήνα, υπόφερε πολύ κι έσβησε ειρηνικά, στα 1990, έχοντας κλείσει 75 κύκλους ζωής.

Τον κλάψανε πολύ και πολλοί, ο καθένας για τον δικό του λόγο, μα πιο πολύ, τον έκλαψαν οι παλιοί θαμώνες της ταβέρνας που νιώθανε ότι μαζί με τον κυρ-Παναγιώτη τον Κακαλέτρη πέθανε κι ένα κομμάτι της δικής τους ζωής. Οι φίλοι οι παλιοί, όσοι μοιράστηκαν με τον κυρ-Παναγιώτη τον Κακαλέτρη τόσα χρόνια ζωής στην παλιά ταβέρνα, ήρθανε όλοι στο τελευταίο κάλεσμα. Συνόδεψαν τον φίλο τους στη στερνή του κατοικία και όλοι κάτι είχαν να θυμηθούν απ’ τα παλιά. Όταν ο άνθρωπος αφήνει πίσω του μνήμες για κείνους που μένουν, τότε ο θάνατος έχει νικηθεί.

Η κυρά-Όλγα, μόνη πια, πήγε να μείνει με τον γιο της τον Βασίλη. Όταν ο πόνος απάλυνε ένιωσε και πάλι την ανάγκη να γεμίσει τη ζωή της με χρώματα. Έπιασε ξανά τα παλιά πινέλα και τις μπογιές κι άρχισε ταξίδια του νου και της ψυχής σε βουνά ελατοσκέπαστα, σε χωριουδάκια με κόκκινες στέγες κοντά σε λίμνες με κάτασπρους κύκνους, σε ποτάμια με βουερούς καταρράχτες, σε θάλασσες με καράβια μ’ ανοιχτά πανιά, σε κάστρα των παραμυθιών… Κι όταν δεν ζωγράφιζε, έπιανε και ξεφύλλιζε, πάλι και πάλι, το μεγάλο βιβλίο με τις αναμνήσεις της ζωής της.

Λένε πως ο άνθρωπος σπάνια ξεφεύγει απ’ το «γραμμένο» του. Και φαίνεται πως η μοίρα δεν είχε πει ακόμα την τελευταία της λέξη για την ταβέρνα ΚΑΚΑΛΕΤΡΗ: Στα 1988, ο γιος του κυρ-Παναγιώτη, ο Βασίλης, μαζί με τη γυναίκα του τη Γιάννα, ξανάνοιξαν την πατρική ταβέρνα, στο ισόγειο του νέου κτηρίου. Τρίτη γενιά πλέον: Από τον γερο-Βασίλη στον κυρ-Παναγιώτη κι απ’ τον κυρ-Παναγιώτη στον Βασίλη, η μια γενιά παραδίδει στην άλλη.

Από την πρώτη μέρα που λειτούργησε η νέα ταβέρνα ΚΑΚΑΛΕΤΡΗ, ήτανε σαν να ξαναδέθηκε το νήμα της ζωής της εκεί που είχε κοπεί. Νέοι πελάτες που ίσως δεν γνώριζαν την ιστορία της, μαζί με παλιούς που είχανε πολλά να πουν και να θυμηθούν, έπιασαν θέση στα τραπέζια, γέμισαν τα ποτήρια τους, τα πιρούνια έπιασαν δουλειά κι όλα ξανάγιναν όπως τότε. Γιατί και στη νέα ταβέρνα ΚΑΚΑΛΕΤΡΗ, εκτός απ’ τους νόστιμους μεζέδες και το καλό κρασί, εξακολούθησε να ζει η ψυχή της ταβέρνας της παλιάς που τα κάνει όλα να γίνονται διαφορετικά.

Κι η κυρα-Όλγα ένιωσε να ξαναζεί βλέποντας τον γιο της τον Βασίλη και τον εγγονό της τον Παναγιώτη να έχουν πάρει τη θέση του άντρα της και τη νύφη της τη Γιάννα να έχει αγαπήσει την ταβέρνα όπως κι εκείνη και να την έχει αντικαταστήσει επάξια. Χαιρόταν η κυρα-Όλγα που ένιωθε ότι η αγάπη, η ζεστασιά και ο αγώνας ζωής που είχαν αφήσει με τον κυρ-Παναγιώτη στην παλιά ταβέρνα, κατά έναν τρόπο μυστηριακό, είχαν μείνει σαν σπόροι στη γη και τώρα πάλι φύτρωναν, άνθιζαν και καρποφορούσαν.

Στα 2002 ο κυρ-Παναγιώτης «κάλεσε» τη γυναίκα του, την πολυαγαπημένη του Όλγα, κοντά του. Δεν μπορούσε, πια, να είναι μόνος εκεί ψηλά.

Κι ύστερα, η άπονη μοίρα πήρε νωρίς απ’ τη ζωή, άδικα και αναπάντεχα, τη Γιάννα Κακαλέτρη, που απ’ την Κύπρο βρέθηκε στη Σπάρτη, έκανε μια όμορφη οικογένεια με τον Βασίλη, στάθηκε πανάξια δίπλα στον άντρα της σε κάθε στιγμή της ζωής τους κι έγινε η ψυχή της νέας ταβέρνας του Κακαλέτρη με την αξιοσύνη, την ανθρωπιά της, την πραότητα, την συγκατάβαση, την ευγένεια της ψυχής και την καλοσύνη της.

Σήμερα η ταβέρνα ΚΑΚΑΛΕΤΡΗ συνεχίζει, στην ίδια θέση με την παλιά, μια ιστορία 90 περίπου χρόνων, με τον Βασίλη Κακαλέτρη στη θέση του πατέρα του και τον γιο του τον Παναγιώτη (4η γενιά) στο πόδι του παππού του.

Σίγουρα ΚΑΙ οι δυο τους έχουν απόλυτη συναίσθηση της ευθύνης και του χρέους να δουλεύουν μια ταβέρνα με τέτοια μεγάλη και ανθρώπινη ιστορία, μια ταβέρνα που δέθηκε, χάρη στην αγάπη του κόσμου, τόσο στενά με την ιστορία της νεότερης Σπάρτης. Γιατί, τελικά, πώς θυμόμαστε μια πόλη; Πώς μπορούμε να αφηγηθούμε το παρελθόν της και πώς λειτουργεί η μνήμη μας γι΄ αυτήν; Όσα ορίζουν την ταυτότητα της πόλης είναι χαραγμένα στις συνήθειες των ανθρώπων της και στα καθημερινά στέκια, όπως η ταβέρνα του ΚΑΚΑΛΕΤΡΗ.

Μπορεί η σημερινή ταβέρνα ΚΑΚΑΛΕΤΡΗ να είναι νέα, όμως μέσα της ζει η ψυχή της παλιάς. Κάθε βράδυ, εκεί, σ’ ένα δικό τους τραπέζι, κάθονται όλοι μαζί παρέα ο παππούς ο Βασίλης και η γιαγιά η «Κακαλέτραινα», ο κυρ-Παναγιώτης και η κυρα-Όλγα και, φυσικά, η νύφη τους, η αξέχαστη Γιάννα, και καμαρώνουν την ταβέρνα τους και «βοηθάνε» τον Βασίλη και τον Παναγιώτη για να νιώθουν οι πελάτες του «σήμερα» όπως ένιωθαν και οι πελάτες οι παλιοί, οι δικοί τους.

Γι’ αυτό, όταν πάτε ένα βράδυ στην ταβέρνα του Κακαλέτρη και δείτε σε κάποιο τραπέζι ένα παραπανίσιο ποτήρι γεμάτο με κρασί, μην απορήσετε. Είναι το ποτήρι του κυρ-Παναγιώτη, που θα το πιεί κι απόψε για την παλιά του ταβέρνα, για τους δικούς του, για την παρέα του, για κείνους που αγάπησε και τον αγάπησαν, για τους φίλους τους παλιούς, εκείνους που έφυγαν μαζί του για το μεγάλο ταξίδι, αλλά κι για κείνους τους λίγους που έχουν μείνει πίσω, για να θυμούνται μια ζωή που πέρασε, χωρίς να πάει χαμένη.

 

ΥΓ 1: Την ιστορία της παλιάς ταβέρνας του Κακαλέτρη μου τη διηγήθηκε η κυρα-Όλγα, τον Ιούνιο του 2001, ένα χρόνο πριν από τον θάνατό της. Ελπίζω να μην πρόδωσα την εξομολόγηση της καρδιάς της. Εκεί πάνω που βρίσκεται την ευχαριστώ. 

ΥΓ 2: Η ιστορία της ταβέρνας του Κακαλέτρη με τίτλο: Αξέχαστη εποχή: Οινοπαντοπωλείον: «Η ταχεία εξυπηρέτησις», Παν. Κακαλέτρη - δημοσιεύθηκε σε 11 συνέχειες στην εφημερίδα «ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΉΣ της Λακωνίας», του Βασίλη Αντωναράκου, από 22-9 -2001 έως 12-10-2001. 

ΥΓ 3: Το κείμενο του 2021 (σε σχέση μ’ αυτό του 2001) έχει διασκευαστεί σε κάποια σημεία του κι έχει προσαρμοστεί στα δεδομένα του σήμερα. 

 

Σπάρτη 7-6-2021
Βαγγέλης Μητράκος
















   



Οδός Εμπόρων
 
 
 
 
 

Σχετικές Αναρτήσεις