Vekrakos
Spartorama | Τα σινεμά της Σπάρτης: «ΕΣΠΕΡΟΣ (θερινό)», από τον Βαγγέλη Μητράκο

Τα σινεμά της Σπάρτης: «ΕΣΠΕΡΟΣ (θερινό)», από τον Βαγγέλη Μητράκο

Βαγγέλης Μητράκος 12/05/2021 Εκτύπωση Άρθρα Ιστορία Κοινωνία
Τα σινεμά της Σπάρτης: «ΕΣΠΕΡΟΣ (θερινό)», από τον Βαγγέλη Μητράκο
Η μεγάλη δύναμη θεατών του «ΕΣΠΕΡΟΥ» δεν ήταν οι κάτοικοι της Σπάρτης (λίγοι οι κινηματογραφόφιλοι της εποχής) όσο οι κάτοικοι των χωριών πέριξ της Σπάρτης
Οδός Εμπόρων

Στα 1946, δυο - μόλις - χρόνια μετά την απελευθέρωση της χώρας από τα στρατεύματα κατοχής και το τέλος του β΄ παγκοσμίου πολέμου, άνοιξε στη Σπάρτη το 2ο (μετά το «ΑΤΤΙΚΟΝ») θερινό σινεμά της πόλης, με το όνομα «ΕΣΠΕΡΟΣ».

Σύμφωνα με το λεξικό το όνομα «Έσπερος» μπορεί να αναφέρεται:

  • Στον πλανήτη Αφροδίτη, ο οποίος εμφανίζεται λαμπερός μετά τη δύση του ηλίου (εσπέρα) και γι’ αυτό λέγεται και Αποσπερίτης
  • Στο μυθικό πρόσωπο που προσωποποιούσε τον Αποσπερίτη.

Επομένως ήταν ένα όνομα ταιριαστό για θερινό σινεμά, αφού οι προβολές των θερινών κινηματογράφων άρχιζαν όταν το φως της ημέρας αποτραβιόταν και γινόταν εσπέρα. Πολλές φορές, μάλιστα, το φως ήταν ακόμα τόσο, ώστε δεν φαινόταν καλά η ταινία στο πανί γι’ αυτό και οι μηχανικοί των σινεμά έπαιζαν πρώτα διαφημίσεις, επίκαιρα και «προσεχώς», μέχρι να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες φωτισμού για προβολή της ταινίας.

Τον «ΕΣΠΕΡΟ» τον άνοιξαν οι αδελφοί Ντίνος και Ηλίας Περγαντής από το Παρόρι (ρίζες ενδεχομένως από Αναβρυτή) σε άκτιστο οικόπεδο (αλάνα) ιδιοκτησίας «ΛΟΥΜΑΚΗ», επί της λεωφόρου Παλαιολόγου αρ. 104 (κοντά στη σημερινή Εθνική Τράπεζα Ελλάδος, σήμερα SM ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ), αφού πρώτα είχαν λειτουργήσει, στα 1945, άλλο ευκαιριακό, κινητό θερινό σινεμά στο τότε Γυμναστήριο της Σπάρτης (σημερινό πάρκο ΟΤΕ).

Ήταν η εποχή που ο κόσμος ζητούσε μέσα από το σινεμά να σβήσει τις μνήμες του πολέμου και της κατοχής, να λησμονήσει (έστω και για λίγες ώρες) το φάσμα του Εμφυλίου που σκέπαζε βαρύ τον ουρανό της πατρίδας μας και να ονειρευτεί πιο αισιόδοξα το μέλλον.

Ο «ΕΣΠΕΡΟΣ» της Σπάρτης, όπως όλα τα θερινά σινεμά εκείνης της εποχής, δεν ήταν άλλο παρά οι παρέες της γειτονιάς, οι πιτσιρικάδες κρεμασμένοι στις μάντρες, τα αναρριχώμενα, η γκαζόζα, τα φιλμ – νουάρ, τα γουέστερν, οι εξωτικές περιπέτειες και οι πρώτες υπερπαραγωγές, η ρομαντική βραδινή βόλτα, οι ασπρισμένοι τοίχοι, το γαρμπίλι από κάτω και ένα κομμάτι ουρανού από πάνω και πάνω απ’ όλα το όνειρο, που άρχιζε όταν η φωτεινή δέσμη ζωντάνευε τις πρώτες εικόνες πάνω στο πανί.

Το όνομα του «ΕΣΠΕΡΟΥ» της Σπάρτης ήταν «δάνειον εξ Αθηνών», όπως, άλλωστε, συνέβαινε με τα περισσότερα (αν όχι όλα) τα σινεμά της επαρχίας, τα οποία βαφτίζονταν με «νονό» κάποιο εξέχον σινεμά της πρωτεύουσας. Έτσι, λοιπόν, και το δεύτερο θερινό σινεμά της Σπάρτης πήρε το όνομά του από τον υπέροχο «ΕΣΠΕΡΟ» της Αθήνας (Σταδίου 24) για τον οποίο η εφημερίδα ΒΡΑΔΥΝΗ έγραφε στις 23 Φεβρουαρίου 1940, τα εξής: 

«Αύριον ανοίγει ένας (κινηματογράφος). Ο «Έσπερος», το καινούργιο κατόρθωμα του Αντωνάκη Ζερβού. Και είνε ωραίος, σύγχρονος, πλούσιος, εκλεκτικός σε έργα και προ παντός, άνετος από απόψεως χώρου και ποιότητος καθισμάτων, θέας και θερμοκρασίας. Είνε ο κινηματογράφος του 1940. Με την νέαν του προσπάθεια ο Ζερβός χαρίζει στην πρωτεύουσα ένα δώρο πολιτισμού, αλλά από την άλλη, την παράλληλη μεριά, δίνει την ευκαιρία στους Αθηναίους να δουν όσο πάει και πιο τέλεια έργα.» 

Αυτός ο «ΕΣΠΕΡΟΣ» της πρωτεύουσας λειτούργησε από το 1940 έως το 1966 και κατεδαφίστηκε το 1969.

Με τη δημιουργία του «ΕΣΠΕΡΟΥ» της Σπάρτης, λειτουργούσαν, πλέον, στη πόλη μας (μεταπολεμικά) δύο κινηματογράφοι: Το χειμερινό & θερινό «ΑΤΤΙΚΟΝ» στη στοά Κουρσούμη (έτος ίδρυσης 1930) και το θερινό «ΕΣΠΕΡΟΣ».

Μέχρι την ίδρυση των θερινών σινεμά «ΑΤΤΙΚΟΝ» & «ΕΣΠΕΡΟΣ», τα καλοκαίρια, γίνονταν προβολές κινηματογραφικών ταινιών, από κινηματογραφιστές με κινητές μηχανές προβολής, σε διάφορα ελεύθερα σημεία της Σπάρτης (πλατεία, γυμναστήριο, αλάνες, καφενεία, κλπ).

Ο «ΕΣΠΕΡΟΣ» της Σπάρτης λειτούργησε επί 16-17 χρόνια, από το 1946 έως το 1962-63 (Μαρτυρία Ντίνου Περγαντή), οπότε κι έκλεισε. Ενδέχεται, όμως, να υπάρχει σφάλμα μνήμης και να έκλεισε πολύ ενωρίτερα, ίσως κάπου στα 1950, αφού στο αρχείο των τοπικών εφημερίδων η τελευταία δημοσίευση που αφορά τον «ΕΣΠΕΡΟ» είναι του Ιουλίου 1950 στην εφημερίδα «ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΡΟΥΡΟΣ»: 

«Τα θεάματα της πόλης από τέσσερα περιωρίσθηκαν εις δύο. Οι 2 Καραγκιόζηδες, ελλείψει θεατών, έκλεισαν. Απέμειναν όμως οι 2 κινηματογράφοι, το «Αττικόν» και ο «Έσπερος» (εννοεί θερινούς κινηματογράφους). Εννοείται ότι και οι κινηματογράφοι αυτοί δεν μένουν ικανοποιημένοι από τις εισπράξεις των. Γι’ αυτό δεν θα ήτο άσχημον να έλθουν εις συμφωνίαν να παίζουν εκ περιτροπής, μίαν ημέραν ο ένας και την άλλην ο άλλος». 

Όπως και να ’χουν τα πράγματα η ανάγκη οικοδόμησης του οικοπέδου που φιλοξενούσε τον «ΕΣΠΕΡΟ» και το οποίο βρισκόταν σε θέση προνομιακή στην κεντρική λεωφόρο διέκοψε τη λειτουργία του κινηματογράφου και σήμερα μια μεγάλη πολυκατοικία «κρύβει πίσω της» τη μικρή ιστορία ενός ταπεινού και άσημου θερινού σινεμά της Σπάρτης, το οποίο, με τις όποιες δυνάμεις και δυνατότητές του, πρόσφερε αναψυχή και πολιτισμό στην τοπική κοινωνία σε εποχές σκοτεινές και πολύ δύσκολες.

Ενδεχομένως, όμως, ο Ντίνος Περγαντής να έχει δίκιο ότι ο «ΕΣΠΕΡΟΣ» έκλεισε το 1962-63 και η απουσία του «ΕΣΠΕΡΟΥ» από τις δημοσιεύσεις τις σχετικές με τα προβαλλόμενα έργα στους κινηματογράφους της πόλης να οφείλεται στην έλλειψη επικοινωνιακής πολιτικής των ιδιοκτητών, αφού, από τα λίγα στοιχεία που έχουν διασωθεί για τον «ΕΣΠΕΡΟ», φαίνεται πως επρόκειτο για ένα σινεμά «ανάγκης», στα πρότυπα των ευκαιριακών σινεμά που στήνονταν στην πλατεία της Σπάρτης και στα δυο μεγάλα κέντρα της πόλης, το «καφενείο ΜΑΤΑΛΑ» (σημερινή Λέσχη Αξιωματικών) και την Εμπορική Λέσχη (κάτω από το Δημαρχείο).

Ούτως ή άλλως, το θερινό σινεμά «ΕΣΠΕΡΟΣ» άνοιξε – μεταπολεμικά - τον δρόμο για την ίδρυση και τη λειτουργία τριών ακόμα θερινών σινεμά στη Σπάρτη [ΡΕΞ (1947), «ΦΛΟΡΑΛ» (αρχές ’50) και «ΡΟΔΟΝ» (1965)] και αποτέλεσε μια πρωτόγνωρη εμπειρία για τους Σπαρτιάτες, οι οποίοι δεν είχαν πολλές επιλογές διασκέδασης εκείνη την εποχή. Όμως, η μεγάλη δύναμη θεατών του « ΕΣΠΕΡΟΥ» δεν ήταν οι κάτοικοι της Σπάρτης (λίγοι οι κινηματογραφόφιλοι της εποχής) όσο οι κάτοικοι των χωριών πέριξ της Σπάρτης (Μαγούλα, Μυστράς, Αγιάννης, Παρόρι, Καλογωνιά, Σκλαβοχώρι κ.α.), οι οποίοι κατέβαιναν ομαδικά, σε μεγάλες παρέες των 10, των 20 αλλά και παραπάνω ατόμων (φυσικά με τα πόδια) για να «ξεδώσουν», παρακολουθώντας ταινίες της εποχής, ελληνικές και ξένες, κάτω από τον έναστρο ουρανό, με το βραδινό αεράκι να τους δροσίζει και να τους «ταξιδεύει». 

«Οι Σπαρτιάτες; Μπα! Εδώ ο κινηματογράφος το καλοκαίρι γέμαγε από τα χωριά, απ’ τη Μαγούλα, απ’ την Καλογωνιά … Ήτανε «με σημαίες»… ομαδικά, δηλαδή. Δέκα- δέκα, είκοσι νομάτοι. Εγώ θυμάμαι το θέατρο, τον ΕΣΠΕΡΟ που ’χαμε, είχαμε έργα και λέγαμε δεν κατέβηκε ακόμα «η Μαγούλα». Δέκα-δέκα είχανε ραντεβού στον κινηματογράφο. Οι Σπαρτιάτες ήτανε ορισμένοι πελάτες, που λέμε, κινηματογραφόφιλοι …»
Μαρτυρία Ντίνου Περγαντή: «Πέπη Γαβαλά δ.Φ. Προϊσταμένη Γ.Α.Κ. – Αρχείων Ν. Λακωνίας: «Η μεγάλη οθόνη και ο μαγικός κόσμος της στις σπαρτιατικές αίθουσες (1929-1970) 

Πρόβλημα για τις εισπράξεις του «ΕΣΠΕΡΟΥ» (αλλά και των άλλων κινηματογράφων της εποχής) δημιουργούσε (μεταξύ άλλων) και η αυστηρή απαγόρευση στους μαθητές των σχολείων της εισόδου στα σινεμά και της παρακολούθησης ταινιών, απαγόρευση της οποίας την τήρηση (μεταξύ άλλων) επέβλεπε ο παιδονόμος, ο διορισμένος δημόσιος λειτουργός, που φρόντιζε για τη «σωστή» συμπεριφορά των μαθητών και έξω από το σχολείο, καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας: 

«Οι μαθητές δεν έρχονταν … Τους κυνήγαγε ο παιδονόμος … δεν μπορούσαμε να πάμε στον κινηματογράφο και πηγαίναμε επάνω (εννοεί το καμαράκι προβολής που ήταν η μηχανή) και κοιτάγαμε από τα παραθυράκια …»
Μαρτυρία Ντίνου Περγαντή: «Πέπη Γαβαλά δ.Φ. Προϊσταμένη Γ.Α.Κ. – Αρχείων Ν. Λακωνίας: «Η μεγάλη οθόνη και ο μαγικός κόσμος της στις σπαρτιατικές αίθουσες (1929-1970)» 

Προηγουμένως, όλο αυτό το κοινό της Σπάρτης και των περιχώρων, είχε ενημερωθεί για τις ταινίες που θα προβάλλονταν, όχι μόνο από τις μεγάλες διαφημιστικές πινακίδες που στήνονταν σε καίρια σημεία του κέντρου της πόλης αλλά και από τους επαγγελματίες ντελάληδες της Σπάρτης, τον Γρηγόρη Ροϊνό (Στραβογληγόρη) και τον Δημήτρη Γαλιάτσο, οι οποίοι, περιερχόμενοι (φυσικά με τα πόδια) τη Σπάρτη και τα γειτονικά χωριά, διαφήμιζαν με την στεντόρεια φωνή τους, τις ταινίες, τα σινεμά και τις προβολές.

Σήμερα, ατενίζουμε τα θερινά σινεμά του παρελθόντος με μια διάθεση κυρίως ρομαντική και νοσταλγική. Όμως τα θερινά τα σινεμά δεν ήταν μόνο «αγιόκλημα και γιασεμιά». Για τους ανθρώπους που τα δούλεψαν με θυσίες και κόπους ήταν η ζωή τους, το σπίτι τους, ο καθημερινός τους αγώνας. Πολλά απ’ αυτά, αν όχι τα περισσότερα, ήταν οικογενειακές επιχειρήσεις με συνεχιστές τη δεύτερη ή και τρίτη γενιά ιδιοκτητών. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς τους ηρωικούς πρωτοπόρους του κινηματογράφου μάλλον δεν έγιναν πλούσιοι απ’ αυτήν τη δραστηριότητα κι ας επένδυσαν σ’ αυτήν τη ζωή και τα χρήματά τους. Γι’ αυτούς το σινεμά ήταν περισσότερο τρόπος ζωής, μεράκι κι όχι δουλειά. Ίσως, σ’ εκείνες τις «ηρωικές» εποχές του σινεμά, αυτοί οι κινηματογραφάνθρωποι να μην είχαν συνείδηση της μεγάλης κοινωνικής προσφοράς τους προς μια κοινωνία, η οποία έζησε φτώχεια, δυσκολίες, αρρώστια, προσφυγιά, πόλεμο, κατοχή, θάνατο, πείνα, δυστυχία, εμφύλιο κλπ. και που ΜΟΝΟ στο σινεμά έβρισκε παρηγοριά, διασκέδαση, ελπίδα, διαφυγή, όνειρο κι αισιοδοξία. Και μόνο γι’ αυτό οφείλουμε σ’ εκείνους τους ανθρώπους των κινηματογράφων της Σπάρτης (επώνυμους και ανώνυμους) ευγνωμοσύνη και μνήμη.

 

ΤΑΙΝΙΕΣ ΚΑΙ ΘΕΑΤΡΙΚΑ ΕΡΓΑ ΠΟΥ ΦΙΛΟΞΕΝΗΘΗΚΑΝ ΣΤΟΝ «ΕΣΠΕΡΟ»

1948

  • Θίασος Ηούς Παλαιολόγου (*)
  • «Κάραβαν» (Caravan): Αγγγλική, δραματική – περιπετειώδης ταινία του 1946, σε σκηνοθεσία Arthur Crabtree με τους: Stewart Granger, Jean Kent κ. ά.
  • «Παπούτσι από τον τόπο σου»: Ελληνική κωμωδία (1946) του Αλ. Σακελλάριου με τους: Μάνο Φιλιππίδη, Αλ. Λειβαδίτη, Μαρκίτα Μυλωνά, Γεωργία Βασιλειάδου, κ.ά.
  • «Στη Μαγεμένη Αργεντινή» (Down Argentine Way): Αμερικάνικο μιούζικαλ του 1940, σε σκηνοθεσία Irving Cummings, με τους: Don Ameche, Betty Grable κ.α. 

1949

  • «Τζέσε Τζέιμς, ο εκδικητής» (Jesse James): Αμερικάνικο γουέστερν του 1939 σε σκηνοθεσία Henry King και Irving Cummings, με τους: Tyrone Power, Henry Fonda, Nancy Kelly κ.α.
  • «Τιτάνες του Ειρηνικού» (The Story of Dr. Wassell ): Αμερικάνικη πολεμική ταινία του 1944 σε σκηνοθεσία Cecil B. DeMille, με τους Gary Cooper, Laraine Day κ.α.
  • «Ας την κρίνει ο Θεός» (Leave Her to Heaven): Αμερικάνικη αισθηματική ταινία του 1945, σε σκηνοθεσία John Stahl με τους: Gene Tierney, Cornel Wilde, Jeanne Crain κ.α.
  • «Το Χαμένο Σαββατοκύριακο» (The Lost Weekend): Δράμα του 1945, σε σκηνοθεσία Billy Wilder με τους: Ray Milland, Jane Wyman κ.α. Η ταινία κέρδισε 4 Όσκαρ.
  • «Το λιμάνι των στεναγμών» (Frenchman`s Creek): Αμερικάνικη αισθηματική περιπέτεια εποχής, του 1944, σε σκηνοθεσία Mitchell Leisen με τους Joan Fontaine, Arturo de Cordova, Basil Rathbone κ.ά.
  • Βιρτζίνια (Virginia): Ρομαντικό δράμα του 1941 σε σκηνοθεσία Edward H. Griffith με τους: Madeleine Carroll, Fred MacMurray, Sterling Hayden κ. ά. 

«ΗΩΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΥ
Η ηθοποιός Ηώς Παλαιολόγου συνδύασε το όνομά της με ομώνυμο θίασο, ο οποίος υπήρξε ένα σχήμα από εκείνα που στην ιστορία του Ελληνικού Θεάτρου έγιναν γνωστά ως «μπουλούκια».

Στην πλατεία Ομονοίας, στην Αθήνα, υπήρξε ένα καφενείο, «Το Στέμμα», στο οποίο σύχναζαν άνεργοι θεατρίνοι οι οποίοι ήταν δύσκολο να «σταθούν» και να βρουν δουλειά στα θέατρα της Αθήνας. Στο καφενείο αυτό πήγαιναν θεατρικοί επιχειρηματίες, οι οποίοι συγκροτούσαν ευκαιριακούς θιάσους, τα λεγόμενα «μπουλούκια», κι έπαιρναν «σβάρνα» την επαρχία για να εξασφαλίσουν το ψωμάκι τους.

Ένας απ’ αυτούς τους θιάσους ήταν κι εκείνος της Ηούς Παλαιολόγου, ο οποίος φαίνεται (σύμφωνα και με δημοσιεύματα της εποχής) πως είχε κάποια ποιοτικά χαρακτηριστικά ως προς την επιλογή των έργων και την παρουσίασή τους, αφού άντεξε μέχρι τα τέλη της 10ετίας του ’50.

Δεν έλειψαν όμως και οι εμφανίσεις του θιάσου ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΥ σε αθηναϊκά θέατρα, όπως π.χ. στο ΟΛΥΜΠΙΑ (Κηφισιάς) σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας «Ο Τύπος», 9-7-1938, με το έργο: «Μαριονέτες».

Βιογραφικό της Ηούς Παλαιολόγου δεν βρέθηκε. Μόνο σκόρπιες πληροφορίες, κυρίως από τα προγράμματα των παραστάσεων του θιάσου της στην επαρχία. Όπως φαίνεται η συμμετοχή της σε έργα άλλων μεγάλων θιάσων περιορίστηκε σε δεύτερους ρόλους. Όπως π. χ. σε μια Πολεμική Επιθεώρηση του 1940, από εκείνες που ανέβηκαν στην Αθήνα μετά την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου. Διαβάζουμε: 

«Η τρίτη επιθεώρηση που ανέβηκε στα αθηναϊκά θέατρα ήταν το "Αέρα Παιδιά" των Συλβίου, Δρακοπούλου και Καρακάση στο θέατρο «Ολύμπια». Συμμετείχαν η Πάολα, η Φωφώ Λουκά, η Πέρσα Βλάχου, η Δώρα Βος, που μάλιστα σ΄ ένα νούμερο άλλαζε τέσσερα κοστούμια, η Νανά Σκιαδά, η Άλεξ Δέλτα, η Ηώ Παλαιολόγου, ο Ιατρού, ο Β. Μεσολογγίτης, ο Ι. Ιωαννίδης, ο Α. Χρυσοχοός, ο Μ. Παλαιολόγος κ.ά.

Σ΄ ένα σκετς τα ψάρια του βυθού διαμαρτύρονταν, επειδή τα ιταλικά αεροπλάνα έριχναν οβίδες εναντίον τους. Έτσι, βγήκαν στην επιφάνεια για να διαμαρτυρηθούν, αλλά και να πληροφορηθούν πότε θα ναυμαχήσει ο ιταλικός στόλος, ώστε να προβούν σε αντίποινα εναντίον των Ιταλών, οι οποίοι σίγουρα θα έφταναν στο βυθό της θάλασσας.

Στο φινάλε, που ξεσήκωνε περισσότερο το κοινό, η Πάολα, η πρωταγωνίστρια της παράστασης, υποδυόταν την Ελλάδα που δεχόταν «στους κόλπους της την Κορυτσά (την υποδυόταν η Ηώ Παλαιολόγου), ενώ εκείνη τη στιγμή αναδυόταν από το βυθό της θάλασσας η Έλλη». 

Σύζυγος της Ηούς Παλαιολόγου υπήρξε ο Μάριος Παλαιολόγος (1891-1970), ηθοποιός με καταγωγή από τη Σμύρνη, με τον οποίο συγκροτούσαν -για χρόνια- θιάσους και περιόδευαν, σημειώνοντας επιτυχίες (1933-1940).

Βρέθηκε μόνο μια φωτογραφία της Ηούς Παλαιολόγου από την παράσταση του έργου: «Αυτός είμαι» του Θεόδωρου Συναδινού, στο θέατρο ΛΥΡΙΚΟΝ της Πάτρας (1940) μαζί με τους Κώστα Παπαγεωργίου και Μαρία Παπαγεωργίου.

 

Σπάρτη 12-5-2021
Βαγγέλης Μητράκος







  



Οδός Εμπόρων
 
 
 
 
 

Σχετικές Αναρτήσεις