Vekrakos
Spartorama | «Το ζώσιμο της εκκλησιάς», από τον Βαγγέλη Μητράκο

«Το ζώσιμο της εκκλησιάς», από τον Βαγγέλη Μητράκο

Βαγγέλης Μητράκος 23/07/2020 Εκτύπωση Άνθρωποι!
«Το ζώσιμο της εκκλησιάς», από τον Βαγγέλη Μητράκο
«Και γυρίζανε ολοτρόγυρα την εκκλησιά οι μανάδες και οι γιαγιάδες και ξετυλίγανε και στεριώνανε το ιερό σκοινί και το στόμα τους αργοσάλευε διαρκώς σε σιωπηλές προσευχές...»
Οδός Εμπόρων

Εκείνοι οι παλαιοί, οι σοφοί  μας πρόγονοι, άφησαν πίσω τους σημάδια, που μιλάνε σ’ όσους θέλουν και μπορούν να ακούσουνε σήμερα.

Πας, ας πούμε, σε ένα παλιό ξωκλήσι ή μοναστήρι και βλέπεις πάνω στους τοίχους του, γύρω – γύρω, μεγάλα, παλιά, σκουριασμένα καρφιά κι αναρωτιέσαι :

«Τι δουλειά έχουνε αυτά τα καρφιά πάνω στους τοίχους της εκκλησιάς;».

Και μετά τα σκουριασμένα καρφιά αρχίζουν να «μιλάνε» και θυμάσαι τη γιαγιά σου και τη μάνα σου, μ’ ένα κουβάρι σπάγκο στο χέρι, να γυρίζουνε γύρω – γύρω από μια εκκλησιά, στη γιορτή της, και να την τυλίγουνε, δένοντας και κρεμώντας το σπάγκο στα καρφιά αυτά. 

Το είχανε κάνει τάμα η γιαγιά σου και η μάνα σου, στον Άγιο, στην Αγία, στην Παναγία, στον Χριστό …, να τυλίξουνε  στη γιορτή τους, μια, δυο, τρεις, πέντε φορές την εκκλησιά (ανάλογα με το τάμα),  για να προσευχηθούνε και να λάβουνε τη Θεία Προστασία, να ευχαριστήσουνε γιατί κάποια προσευχή τους εισακούστηκε, αλλά  και για να ξορκίσουνε  κάθε κακό  από το σπίτι και την οικογένειά τους, θάνατο, αρρώστια, φτώχεια, δυστυχία … κι ό,τι άλλο βασάνιζε την ψυχή και τη ζωή τους. 

Και γυρίζανε ολοτρόγυρα την εκκλησιά  οι μανάδες και οι γιαγιάδες και ξετυλίγανε και στεριώνανε το ιερό σκοινί  και το στόμα τους  αργοσάλευε διαρκώς  σε σιωπηλές προσευχές ( εκείνες που καλύτερα απ’ όλες ακούει ο Θεός) και κάθε λίγο σταματάγανε το ξετύλιγμα και σταυροκοπιούντανε και μια κοιτάγανε τον Ουρανό και μια πέφτανε στα γόνατα χάμω στη Γης κι ύστερα ξεκινάγανε πάλι το ξετύλιγμα του σπάγκου και το ζώσιμο της εκκλησιάς. 

Θυμάσαι ακόμα ότι ο σπάγκος αυτός δεν ήτανε όποιος κι όποιος : Κάποιες γυναίκες τον έφτιαχναν μόνες τους, στο σπίτι, από μπαμπάκι, άλλες παίρνανε σπάγκο από το μαγαζί  και τον κερώνανε  οι ίδιες να γίνει γερός και ανθεκτικός σαν την προσευχή τους  κι άλλες αναζητάγανε σε μαγαζιά τον ειδικό για το ζώσιμο της εκκλησιάς σπάγκο που ήτανε χρυσαφής ή ασημής, ώστε να είναι πιο «επίσημος» και να φχαριστηθεί περισσότερο ο Άγιος. 

Ξεκινάγανε για να ζώσουνε την εκκλησία από ένα καρφί που ήτανε κοντά στην πόρτα κι ύστερα βαδίζοντας γύρω – γύρω, βρίσκανε και τα άλλα καρφιά που είχανε βάλει οι παλαιότεροι και στερεώνανε την κλωστή, μέχρι να τελειώσει το κουβάρι και πάλι στην πόρτα. Ανάλογα με τις συνήθειες κάθε τόπου, αλλού μάζευαν το νήμα και το άφηναν στην εκκλησία για να φτιάξουν φυτίλια για τα καντήλια και τα κεριά (αν ήταν μπαμπακερό) αλλού το έπαιρναν στο σπίτι τους για φυλαχτό  κι αλλού  το άφηναν δεμένο γύρω από την εκκλησία  για 40 μέρες  ή  και για πάντα, ώσπου ο καιρός να αποφασίσει για το χρόνο που θα ζούσε. 

Οι λαογράφοι αυτό το πανάρχαιο έθιμο το είπανε «περισχοινισμό» (περί + σχοινίζω = περιδένω) κι έχουνε να λένε ότι σε μερικά μέρη τυλίγανε με τέτοιο ιερό σχοινί ΟΛΟ το χωριό  (ξεκινώντας απ’ την εκκλησιά)  για να το προστατέψουνε από το κακό είτε αυτό ήτανε ανομβρία είτε αρρώστιες κι επιδημίες  είτε θάνατοι  και φυσικές καταστροφές  κλπ. Καθώς στα χρόνια τα παλιά κάθε τόπος είχε για προστασία γύρω του ένα τείχος, έτσι κι ο λαός μας πιστεύει, πως αυτή η ιερή κλωστή που με προσευχή τυλίγεται γύρω από την εκκλησία ή το χωριό γίνεται ένα «τείχος Θεϊκό», που μέσα του βρίσκουνε προστασία από κάθε κακό κι από κάθε επιβουλή του Πονηρού οι πιστοί. 

Αυτό το τύλιγμα της εκκλησιάς και του χωριού με το «σχοινί του Θεού» είχε στην ψυχή, στην καρδιά και στο μυαλό των πιστών χριστιανών τον ίδιο συμβολισμό και την ίδια λατρευτική αντιστοίχιση και αξία  μ’ εκείνον της Λιτάνευσης των Ιερών Εικόνων γύρω από το ναό  που έχει θεσπίσει η Εκκλησία μας  σε διάφορες τελετές, με τις Λιτανείες που γίνονται γύρω  από το χωριό σε δύσκολες περιστάσεις, με την  περιφορά του Επιταφίου το βράδυ της Μ. Παρασκευής  κλπ. 

Δυστυχώς, σήμερα, αυτό παμπάλαιο έθιμο  της «περισχοίνισης» έχει εκλείψει όπως έχουν εκλείψει κι άλλοι πολλοί θησαυροί της  Ελληνικής Παράδοσης, εκείνου του Θησαυρού Ζωής  που μας κληροδότησαν  οι πρόγονοί μας, οι αιώνιοι Παππούδες και οι Γιαγιάδες των Ελλήνων. Ενός Θησαυρού που αντί να τον διαφυλάξουμε ως «κόρην οφθαλμού» για να τον παραδώσουμε ατόφιο στις επόμενες γενιές, τον κατασπαταλήσαμε  σαν «Άσωτοι Υιοί»  και, σήμερα, φτωχοί και δυστυχισμένοι ως Έθνος, τρεφόμαστε με ξενόφερτα χαρούπια  και πορευόμαστε σ’ ένα μέλλον αβέβαιο και θολό, όμοιοι με το καράβι που ταξιδεύει στη  φουρτουνιασμένη θάλασσα  χωρίς πυξίδα. 

«Όσοι απομείναμε πιστοί στην παράδοση, όσοι δεν αρνηθήκαμε το γάλα που βυζάξαμε, αγωνιζόμαστε, άλλος εδώ, άλλος εκεί, καταπάνω στην ψευτιά. Καταπάνω σ? αυτούς που θέλουνε την Ελλάδα ένα κουφάρι χωρίς ψυχή, ένα λουλούδι χωρίς μυρουδιά. Κουράγιο, ο καιρός θα δείξει ποιος έχει δίκιο, αν και δε χρειάζεται ολότελα αυτή η απόδειξη».
Φώτης Κόντογλου, από το βιβλίο του «Πονεμένη Ρωμιοσύνη», των  εκδόσεων  «Αστήρ»

                                                                                   

Υπόμνημα:

Φωτογραφία άρθρου: Παλαιές Γυναίκες ζώνουν με σχοινί την εκκλησία, για να εκπληρώσουν το τάμα τους.

Φωτογραφία 2: Το ξωκλήσι της Παναγίας της Γιάτρισσας, στην Κοκκινόραχη (Τσούνι) Σπάρτης, το οποίο είχε ζώσει η μακαρίτισσα η μάνα μου Παναγιώτα, σε εκπλήρωση τάματος, στα 1966.

Φωτογραφία 3: Καρφί στον τοίχο του Καθολικού της Ιεράς Μονής Α. Τεσσαράκοντα Σπάρτης.

 

23-7-2020
Βαγγέλης  Μητράκος



Φωτογραφία 2


Φωτογραφία 3  



 
 

Σχετικές Αναρτήσεις