Vekrakos
Spartorama | «Αγαπημένε Γιώργο, πήραμε τη ζωή μας λάθος...», από τον Ερρίκο Μηλιάρη

«Αγαπημένε Γιώργο, πήραμε τη ζωή μας λάθος...», από τον Ερρίκο Μηλιάρη

Spartorama 10/12/2020 Εκτύπωση Κοινωνία Πολιτισμός
«Αγαπημένε Γιώργο, πήραμε τη ζωή μας λάθος...», από τον Ερρίκο Μηλιάρη
Ένιωθα σαν να μου κρύβει κάτι που με καλεί να ανακαλύψω. Σκέφτηκα πως τούτη η ποίηση είναι πρόκληση. Θέτει τον αναγνώστη σε ρόλο, ενεργό και δραστήριο και όχι σε μια παθητική θέση γαλήνιας ανάγνωσης.
Οδός Εμπόρων

Σαν σήμερα, στις 10 Δεκεμβρίου  του 1963, ο Γιώργος Σεφέρης (πραγματικό επώνυμο Σεφεριάδης) βραβεύεται με Νόμπελ Λογοτεχνίας. 

Θέλησα, λοιπόν, να γράψω ένα άρθρο για αυτό το γεγονός, σε μια Ελλάδα που μια ζωή ξεχνάει αυτά για τα οποία θα έπρεπε να είναι περήφανη και είναι πάντα περήφανη για αυτά που θα έπρεπε να ντρέπεται. 

Τι να πρωτογράψω όμως; Στην προσπάθεια συγγραφής του άρθρου, το προφανές ήταν μια μελέτη της βιογραφίας αυτού του ανθρώπου, όπως και έκανα, για να καταγραφεί η ιστορική μνήμη. Τολμάς όμως να γράψεις για έναν ποιητή σαν τον Σεφέρη, ένα άρθρο «εγκυκλοπαιδικών γνώσεων»; 

Στον αντίποδα υπήρχε η προσπάθεια ανάλυσης των ποιημάτων και του έργου του. Τρομακτικό και μόνο στη σκέψη. Αυτό κι αν είναι κάτι που δεν τολμάς. 

Μοιραία φαινόταν σαν ο ίδιος να με καλεί, ως έναν άνθρωπο – αναγνώστη και αυτοαποκαλούμενο «καλλιτέχνη», στην προσωπική μου εμπλοκή με την ψυχή του. 

Θυμήθηκα τα ποιήματά του που τόσο παράξενη εντύπωση μου είχαν κάνει όταν τα διάβασα πρώτη φορά. Ένιωθα σαν να μου κρύβει κάτι που με καλεί να ανακαλύψω. Σκέφτηκα πως τούτη η ποίηση είναι πρόκληση. Θέτει τον αναγνώστη σε ρόλο, ενεργό και δραστήριο και όχι σε μια παθητική θέση γαλήνιας ανάγνωσης. 

Έτσι, ξεφυλλίζοντας ξανά τώρα τα ποιήματά του, σαν να άκουσα τη φωνή του να μου λέει για αυτό το άρθρο «Μίλα για εμένα ανθρώπινα. Δε γίνεται αλλιώς.» 

Κι αυτό θα επιχειρήσω να κάνω. Να αγγίξω ως άνθρωπος, τον συγκινητικό αυτόν Άνθρωπο, Γιώργο Σεφέρη. Όσο μπορώ… 

Θα παραλείψω, λοιπόν, τις σπουδές της νομικής, τις θεσμικές του θέσεις, τη Σμύρνη και τον καημό, τα τόσα χρόνια της «εξορίας» μακριά από την πατρίδα που τόσο αγαπούσε, τη μάνα του, τον αυταρχικό αλλά και οραματιστή, βενιζελικό πατέρα του και την απογοήτευση του αδύνατου της Μεγάλης Ιδέας, την οργή του για τη δικτατορία και την ανοιχτή θέση του εναντίον της, ακόμα και τις πληροφορίες για τους έρωτες που τον στιγμάτισαν και τον επηρέασαν. Λιτά ίσως αναφερθώ σε κάποια από αυτά, μόνο όπου φαίνονται χρήσιμα στην προσπάθεια αποκάλυψης της ψυχής του. Πηγές και γραπτά δικά του που θα χρησιμοποιήσω, θα είναι μόνο τα ποιήματά του και χωρία από γράμματα που έστελνε στην αδερφή του Ιωάννα Τσάτσου, όπως εκείνη τα κατέθεσε στο φανταστικό της βιβλίο «Ο αδερφός μου Γιώργος Σεφέρης». Θα αφήσω να μας μιλήσει ο ίδιος μέσα από αυτά τα ποιήματα και τα γραπτά, σχολιάζοντας όσο μπορώ λιγότερα. Να αναστηθεί η φωνή του, φόρος τιμής, με αφορμή τη σημερινή μέρα. 

 

Ο Γιώργος Σεφέρης τιμήθηκε σαν σήμερα το 1963 από τη Σουηδική Ακαδημία με το Νόμπελ Λογοτεχνίας

  

Στα δεκαεφτά του, λοιπόν, όταν ο Γιώργος ήταν ερωτευμένος με μια φίλη της αδερφής του, τη Μέλπω, η παρέα του και η αδερφή του αποφάσισαν να τον πείσουν να της εξομολογηθεί τον έρωτά του. Εκείνος ντρεπόταν και είπε «Μα δεν είναι καλύτερα να της γράψω ένα ερωτικό ποίημα και να της το διαβάσω;» Σαν το έκανε, εκείνη απάντησε «Τι ωραίο» και σώπασε. Κάπως έτσι ίσως ξεκίνησαν όλα. Από κάτι τόσο απλό και αγνό. Από ένα τέτοιο χτύπημα. Το πρώτο, αθώο μαχαίρωμα. 

Κι έτσι αρχίζει να ξετυλίγεται η μοίρα ενός ίσως από τους πιο μοναχικούς ποιητές που πέρασαν από αυτόν τον τόπο. Η απογοήτευση για τον κόσμο αλλά και για τον ίδιο του τον εαυτό, πνιγηρή. 

«Μέτρια, κι όλα μέτρια και παντού. Κι οι αγάπες μου κι οι πόθοι μου, κι ότι η καρδιά μου ανειώνει κ’ η φαντασία της ψυχής, και το είδωλο του νου και ο έρωτας της ομορφιάς και του παντοτεινού, με σφίγγουν όλα μέτρια, το μέτριο με παγώνει», έγραφε στην αδερφή του. 

Ο Σεφέρης αφιερώνει πολύ χρόνο στη μελέτη της νομικής, με στόχο να πάρει το πτυχίο του όπως τον πίεζε και ο πατέρας του να κάνει, μακριά απ’ την οικογένειά του και κυρίως από την πραγματικά πολυαγαπημένη του αδερφή. Εκεί όμως αρχίζει να βυθίζεται και στο σκοτάδι. Τη νομική τη σιχαίνεται, η μοναξιά τον βουλιάζει, τα απανωτά χτυπήματα από έναν έρωτα με μια γυναίκα που τον παίδεψε βαθύτατα, τη Suzon, τον τσακίζουν. Για την ποίηση, που τόσο θέλει να της αφιερωθεί, δεν υπάρχει χρόνος ή έμπνευση, ενώ παράλληλα η υποτίμηση του εαυτού του από τον ίδιο είναι αξιοσημείωτη (κάπως έτσι όμως δεν είναι τελικά όλοι οι μεγάλοι καλλιτέχνες;) 

Ο ίδιος γράφει 

«Από το πρωί ως το βράδυ, τίποτ’ άλλο δε συλλογάμαι εξόν από την τέχνη. Όλα τ’ άλλα για μένα είναι πάρεργα, κι όμως αποτέλεσμα τίποτα, τίποτα, τίποτα, μα να ‘ξερες τι ωραία που θα ‘γραφα αν ήμουν ποιητής… δε φαντάζεσαι σε τι σημείο όλα μισά, ως και στα ελαττώματά μου· δεν έχω ένα τέλειο ελάττωμα ούτε μια τέλεια αρετή. Τι συμβολική ημερομηνία της γέννησής μου (29 του Φλεβάρη) η παραπάνω μέρα ενός μπασταρδεμένου μήνα…» 

Τι να πει κανείς; «Αν ήμουν ποητής…» γράφει ο μετέπειτα νομπελίστας Σεφέρης. Πόση ειρωνεία. Πόση βαθιά όμως σοφία. Πάντοτε τελικά ο σοφός θεωρεί τον εαυτό του άχρηστο. Μόνο έτσι φαίνεται πως επιτυγχάνεται η επαφή με τη βαθιά σοφία, όποια κι αν είναι αυτή. Αναλογίζομαι σήμερα, σε μια χώρα σαν την Ελλάδα που τόσο αγάπησε και ο ίδιος και που έγραφε «Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει» στην αρχή του ποιήματος «Με τον τρόπο του Γ.Σ.», πόσο διαφορετική θα ήταν η ιστορία μας και η πορεία μας, και η συλλογική αλλά και η ατομική του καθενός, αν όλοι υποτιμούσαμε και λίγο τον εαυτό μας και αφιερωνόμασταν ταπεινά και απόλυτα στον αγώνα και όχι στο αποτέλεσμα ή σε ένα υποκριτικό φαίνεσθαι. Σαν τον Σεφέρη που κλείνει το ίδιο ποίημα, γράφοντας «Το καράβι που ταξιδεύει το λένε ΑΓΩΝΙΑ  937.» 

Ο Γιώργος Σεφέρης γνώριζε καλά την παθογένεια. 


«Ο άνθρωπος είναι μαλακός και διψασμένος σαν το χόρτο, 

άπληστος σαν το χόρτο, ρίζες τα νεύρα του κι απλώνουν· 

σαν έρθει ο θέρος 

προτιμά να σφυρίξουν τα δρεπάνια στ’ άλλο χωράφι·»


γράφει στο ποίημα «Τελευταίος σταθμός». 

Μα ασυνείδητα, με τον τρόπο που ήταν διαμορφωμένη η ίδια του η ψυχή, ήθελε ο αναγνώστης να βρει τον καθρέφτη, κρυμμένο πάντα μες στο ποίημα. Πάντοτε μέσω της παραβολής. Γιατί όπως χαρακτηριστικά και ο ίδιος έγραφε πάλι στον τελευταίο σταθμό 


«Κι αν σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές 

είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη 

δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή 

γιατί είναι αμίλητη και προχωράει·» 


Το τίμημα τούτης της μοίρας όμως, της μοναξιάς του και της αφιέρωσής του στην ποίηση περνώντας μέσα από μύρια εμπόδια, πικρό. Ο Σεφέρης δεινοπαθεί μέσα σε έναν κόσμο τόσο ακατάλληλο για εκείνον. Αγκομαχάει να βρει τρόπο να εκφραστεί, θεωρώντας μάλιστα πως δεν έχει το «ταλέντο», βιώνοντας τη λύπη, βαθιά, για τη ζωή που θα ‘θελε να ζήσει και δε δύναται. Γράφει στην αδερφή του κάτι που κάθε φορά που το διαβάζω συγκλονίζομαι. 

«Πρέπει να ξέρεις, πως όσο κι αν είναι κανείς νέος, όσο κι αν είναι δυνατός κουράζεται από την απογοήτευση… Σ’ ένα από  τα περασμένα σου γράμματα θυμάμαι μου έγραφες “αν διαβάσει κανείς το γράμμα σου, θα δυσκολευτεί να πιστέψει πως σε λίγο θα είσαι είκοσι χρόνων, πως είσαι όμορφος και πως βρίσκεσαι στο Παρίσι.” Αυτή σου η φράση μ’ έκανε να συλλογιστώ… Βρε αλήθεια, έχει δίκιο αυτό το κορίτσι να μου μιλάει έτσι, γιατί να μη χαίρομαι κι εγώ τα νιάτα μου. Τώρα βλέπω πως μου είναι αδύνατο να χαρώ. Τι να σου κάνω αδερφούλα μου, είμαι υπερβολικά κουρασμένος από το χαρακτήρα μου πρώτα πρώτα, γιατί ομολογώ πως πάντα γύρεψα υπερβολικά πολλά… Εκείνο που θα ήθελα θα ήταν λιγάκι αγάπη χωρίς νάζια και διπλωματίες, λιγάκι γλυκύτη, λιγάκι καλωσύνη, μα όλ’ αυτά σ’ αυτό τον κόσμο είναι τόσο πολλά, τόσο πολλά, που ποτές δε θα μπορέσω να επιτύχω…» 



  

Για έναν κόσμο, μέχρι σήμερα, που δεν έχει το απολύτως βασικό… Λίγη αγάπη χωρίς νάζια και διπλωματίες. 

Ο Σεφέρης δίνει την αίσθηση ανθρώπου που είχε μια υψηλή και κρίσιμη, για τη ζωή και τη διαμόρφωσή της, αρετή. Άκουγε! Κι όμως η τόσο απλή αυτή λέξη με παράλληλα το τόσο βαθύ νόημα και τη βαθιά ουσία. Ήταν ένας άνθρωπος που ακούει, με τα αυτιά του αλλά και με τα «ψυχικά» του αυτιά. Το είδος του ανθρώπου που λαμβάνει το ερέθισμα, του αφήνεται, ευάλωτος, δέχεται να τον μετατοπίσει, και άρα αναζητά, ερευνά, αφήνει τον εαυτό του και τη ζωή του να πλέουν σε κινούμενη άμμο. Ψάχνει να βρει το κάτι, και εμπιστεύεται τον άνθρωπο (παρόλη του την απογοήτευση). Αγαπά! Πόσο σπάνια αρετή. Ακούει, άρα αγαπά! Ο ίδιος αντιλαμβανόταν την αξία αυτής της αρετής… 

«Όλα είναι τραγικά στη ζωή, φτάνει να’ χει κανείς μάτια κι αυτιά. Άλλως τε αυτοί είναι άνθρωποι, που μπορούν να δουν και ν’ ακούσουν, οι άλλοι ή κατεργάρηδες ή λαίμαργοι. Η κατεργαριά δεν είναι εξυπνάδα, ούτε η λαιμαργία πόθος» έγραφε στην αδερφή του. 

Η τραγική ειρωνεία είναι πως ο Σεφέρης αναζητούσε τα βασικά στοιχεία, τα πρωταρχικά, της ζωής. Και για αυτά μιλούσε. Δε μας καλούσε να αγγίξουμε κάτι που δεν έχουμε φτάσει. Αντιθέτως, θρηνούσε τη χαμένη αθωότητα και την φυσική ομορφιά της ζωής που θάψαμε μέσα στην κυνική και αστικότατη ζωή που πλάσαμε «για το καλό μας». 

Σαν το ποίημα «Ερωτικός λόγος» που κλείνει με τους στίχους

 

«Ρόδο άλικο του ανέμου και της μοίρας, 

μόνο στη μνήμη απόμεινες, ένας βαρύς ρυθμός 

ρόδο της νύχτας πέρασες, τρικύμισμα πορφύρας 

τρικύμισμα της θάλασσας… Ο κόσμος είναι απλός.»

 

Ή όπως επίσης γράφει, τραγικά, για τη ζωή του και τον κόσμο

 

«Το ζεστό νερό μου θυμίζει κάθε πρωί 

πως δεν έχω τίποτε άλλο ζωντανό κοντά μου.»

 

Η μόνη αληθινή ελπίδα, η μόνη, είναι αυτή που αποτυπώνεται στους τόσο ωραίους στίχους του από το «Αστυάναξ» …

 

«Τώρα που θα φύγεις, τώρα που η μέρα της πληρωμής 

χαράζει, τώρα που κανείς δεν ξέρει 

ποιον θα σκοτώσει και πως θα τελειώσει, 

πάρε μαζί σου το παιδί που είδε το φως 

κάτω απ’ τα φύλλα εκείνου του πλατάνου 

και μάθε του να μελετά τα δέντρα.»

 

Ο Σεφέρης είχε την ευλογία για εμάς και την κατάρα για εκείνον, να είναι, όπως έλεγε και η αδερφή του, από τη φύση του πρόσωπο τραγικό. Αυτό ήταν το μεγαλείο του κι η δύναμη του αλλά και το βάσανό του. Η υψηλή και αριστουργηματική ικανότητά του να αγγίζει καίρια την τραγική διάσταση των γινόμενων. 

Ο ίδιος αποτύπωσε σε γράμμα του, με τρομακτικά καθαρό τρόπο, βαθύ, ανθρώπου με υψηλότατη συναισθηματική νοημοσύνη, το βάσανο του εαυτού του και τον χαρακτήρα του… 

«Αυτή η νοσταλγία του κάτι που δεν είναι πατρίδα ή εκείνης της κάποιας που δεν είναι ερωμένη. Μ’ αν μπορούσα ν’ ανοίξω την καρδιά μου, νομίζω πως θαύρισκε κανείς γραμμένα από τη μια μεριά τον αναπόφευκτο χωρισμό, από την άλλη την αδύνατη αγάπη, και μεσ’ στη μέση την άφταστη ωραιότητα.» 

Αυτή την άφταστη ωραιότητα αναζητούσε σε όλη τη του ζωή, με τον καημό της έφυγε, και για αυτήν έγραφε και μας μιλούσε. Μια άφταστη ωραιότητα που τόσο τραγικά όμως, κάπου, κάπως, την είχαμε και την χάσαμε. 

Μας άφησε συμβουλή, πολύτιμο διαμάντι, από το «Θερινό ηλιοστάσι»…

 

 «Μη σπαταλάς την πνοή που σου χάρισε τούτη η ανάσα.»

 

Φαίνεται πως τη σπαταλάμε ακόμα. Ίσως και περισσότερο τώρα από όσο τότε. 

Και πόσο παρηγορητικά θα ήταν τουλάχιστον τα πράγματα – ή και καλύτερα – αν είχαμε στη ζωή μας τον Σεφέρη. Αν είχαμε την ποίηση γενικότερα, πόσο μάλλον αυτού του ανθρώπου που είναι απολύτως «ο ποιητής της Ελλάδας», όχι με καμιά δόση εθνικοπατριωτισμού, αλλά με την έννοια της ιστορίας και της κουλτούρας, έστω του συλλογικού ασυνείδητου. Πως θα ήταν τα πράγματα αν ήταν όμως συλλογική συνείδηση… 



  

Ας μελετήσουμε Σεφέρη. Μας είναι απαραίτητος. Γιατί όπως έγραφε και ο ίδιος στο ποίημα «Ο Στράτης Θαλασσινός ανάμεσα στους αγάπανθους»:

 

«Είναι βαρύ και δύσκολο, δε μου φτάνουν οι ζωντανοί· 

πρώτα γιατί δε μιλούν, κι ύστερα 

γιατί πρέπει να ρωτήσω τους νεκρούς 

για να μπορέσω να προχωρήσω παρακάτω.»

 

Ας τον ρωτήσουμε… 

Μήπως και προχωρήσουμε… 

Κλείνοντας, θα παραφράσω έναν στίχο του, στέλνοντας του κι εγώ ένα «σημείωμα» από τη χώρα αυτή, του 2020. 

Θυμάμαι την ιστορία του Σεφέρη με τον Μίκη Θεοδωράκη και την παρεξήγηση στη μελοποίηση του ποιήματος «Άρνηση». 

Ο Σεφέρης έγραφε εκεί

 

«Με τι καρδιά, με τι πνοή, 

τι πόθους και τι πάθος 

πήραμε τη ζωή μας· λάθος! 

κι αλλάξαμε ζωή.»

 

Σε έναν περίπατο λοιπόν των δυο τους, ο Σεφέρης επέκρινε τον Θεοδωράκη για τη μελοποίηση αυτή, γιατί με τον τρόπο που μελοποιήθηκε το «πήραμε τη ζωή μας λάθος» ενώθηκε, αναιρώντας έτσι την άνω τελεία, και παράλληλα αποκόπηκε απ’ τους προηγούμενους στίχους, αλλάζοντας έτσι τελείως το νόημά τους. 

Ο Θεοδωράκης τότε του απάντησε «Τι σε νοιάζει; Το τραγουδάει όλη η Ελλάδα.» 

Επειδή λοιπόν, θα ήταν λίγο πιο παρήγορα τα πράγματα και στον σύγχρονο ζόφο της ζωής μας αν διαβάζαμε ή τραγουδούσαμε ποίηση, επιλέγω και εγώ αυτή την «παρανομία» για να μεταφέρω στον Γιώργο Σεφέρη… 


«Αγαπημένε Γιώργο, 

πήραμε τη ζωή μας λάθος.»

 

Θα αλλάξουμε ζωή; 


Ερρίκος Μηλιάρης
Ηθοποιός
Διοικητικό Μέλος του
Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών (ΣΕΗ)
lep.gr


 
 
 
 

Σχετικές Αναρτήσεις