Vekrakos
Spartorama | «Απουσία Νοήματος», από τον Δημήτρη Κατσαφάνα

«Απουσία Νοήματος», από τον Δημήτρη Κατσαφάνα

Spartorama 08/11/2020 Εκτύπωση Άρθρα Ιστορία Κοινωνία
«Απουσία Νοήματος», από τον Δημήτρη Κατσαφάνα
Η άσημη σταδιοδρομία της Νεωτερικότητας
Οδός Εμπόρων


«Απουσία Νοήματος», από τον Δημήτρη Κατσαφάνα

Η άσημη σταδιοδρομία της Νεωτερικότητας

 

«Από δε του ξύλου του γιγνώσκειν καλόν και πονηρόν,
ου φάγεσθε απ’ αυτού. Ή δ’ άν ημέρα φάγητε απ’ αυτού,
θανάτω αποθανείσθε» (Γένεσις, Κεφ. Β΄, 17).

 

Λοιπόν, οι άνθρωποι που μπήκαμε στον 21ο αιώνα προοδεύσαμε πολύ, αλλά δεν ευτυχήσαμε. Από το σχετικά πρόσφατο παρελθόν έχουμε μπει αναγκαστικά σε πολλές μάχες και, ραγισμένοι, αναζητούμε τους ανοιχτούς ορίζοντες, που όλο μας διαφεύγουν. Χωρίς να αποφεύγουμε τις αυταπάτες, βρισκόμαστε πάντα καθ’ οδόν, πάντα ανάμεσα στο κενό και στο πλήρες, στο Είναι και στο Μηδέν. Έτσι φωλιάζουμε σε συστήματα, σκέψεις και δομές ζωής που συχνά μάς φαίνονται ξένες, ανοίκειες.

Η αμηχανία του παρόντος μπροστά στο μέλλον, η  αγωνία από τη συνείδηση της ολικής απειλής, είναι η οριακή πραγματικότητά μας, η οποία προκύπτει από το παρελθόν μας. Το παρελθόν ετοίμασε το μέλλον, το οποίο με την τεχνολογία, εισβάλλει ακάθεκτο στο παρόν. Προσπαθώ, λοιπόν, τούτη την κρίσιμη ώρα να κατανοήσω το παλαιότερο, κυρίαρχο και δημιουργικό πνεύμα της Ευρώπης, αλλά και τη σκληρή της μοίρα. Προσπαθώ να συλλάβω το παρελθόν για να ξεπεράσω τις αυταπάτες της προόδου και της «ευτυχίας», με τις οποίες έχει διαποτιστεί το πνεύμα μου. Είναι ανάγκη να έλθω από τη γνώση στην επίγνωση. Ίσως γι’ αυτό, ίσως και για να αποτρέψω τα φαντάσματα μπροστά σ’ ένα εφιαλτικά απροσδιόριστο μέλλον, το οποίο νοιώθω ως απειλή κατά της ουσίας μου, προσπαθώ εδώ να επισημάνω κάποιες δομές, κάποιες κυρίαρχες σκέψεις οι οποίες ευνόησαν ή και γέννησαν μία «κενή», μηδενίζουσα συνείδηση, με την οποία συνδέεται οντολογικά ο συγκροτημένος τρόμος, η τρομοκρατία σε πλανητικό πλέον επίπεδο. Θα περιορίσουμε τη σκέψη μας στην περίοδο που αρχίζει με το Διαφωτισμό, τον 18ο αιώνα, μέχρι σήμερα. Είμαστε, λοιπόν, αντίκρυ σ’ αυτό που, τελευταία, λέμε νεωτερικότητα  και αντίκρυ στο Μέλλον.

Ο Εικοστός αιώνας, ο φοβερότερος αιώνας της ιστορίας, μας ωρίμασε απότομα. Και όμως ο αιώνας αυτός είχε ξεκινήσει με καλλιεργημένη  αίσθηση του ωραίου, με αθρόες τροπές του νου, με ευταξία και συμμετρία, αλλά, λίγο πολύ, πάντα μέσα σε ένα λίκνισμα μακαριότητας, μιας ανύποπτης για τους πολλούς μακαριότητας. Είναι πια πολύ μακριά μας εκείνη η περίοδος της αθωότητας και της αυτάρεσκης απομόνωσης.  Όχι πως δεν υπήρχαν σκιές. Το θλιβερό πουλί, όπως θα’ λεγε ο Ρεμπώ, δεν έπαψε ποτέ να χτυπά τα φτερά του. Και η διαρκέστερη ειρήνη στην ιστορία της Ευρώπης  - κράτησε κάπου 40 χρόνια - ήταν κι αυτή μια «ένοπλη», όπως την είπαν, ειρήνη. Η αισιοδοξία του 18ου αιώνα μάς φαίνεται σήμερα ουτοπία. Ο ανθρωπισμός ήταν περισσότερο φιλολογικός, ανθρωπισμός του γραφείου. Σταδιοδρόμησε περισσότερο ως διακήρυξη παρά ως πραγματικότητα, ως αγώνισμα δηλαδή ελευθερίας, ως συνείδηση ομαδικής ευθύνης. Στα γραμματολογικά και νομικά του σχήματα ο ανθρωπισμός εκείνος  δεν μπορούσε να χωρέσει το δυναμικό βάρος των κοινωνικών προβλημάτων, τις αλματώδεις εξελίξεις των φυσικών επιστημών και της τεχνολογίας, δεν μπορούσε, τέλος, να χωρέσει το βάρος μιας τρομακτικής ευθύνης. Η ζωή είχε οργανωθεί μηχανικά. Στις σχέσεις του ανθρώπου με τον κόσμο, μέσα από μια αφελή βεβαιότητα, είχε γλιστρήσει ανεπαίσθητα το μηδέν, το τίποτε. Μέσα από τη μεθυστική μουσική του κοντσέρτου και τις φλύαρες συζητήσεις, λίγοι μόνο είχαν αντιληφθεί το μικρό άσπρο σημάδι στον ορίζοντα που προμηνούσε τη φοβερή νύχτα, η οποία απειλούσε τη φοβερή καταιγίδα. Ακόμη και οι πρωτοποριακοί καλλιτέχνες της εποχής πίστευαν ότι δημιουργούν έναν περισσότερο ανθρώπινο κόσμο, ενώ έδιναν με τις μορφές που δημιουργούσαν, έναν κόσμο περισσότερο άδειο και απάνθρωπο. Θα επικαλεσθώ τη διεισδυτική παρατήρηση ενός ιστορικού της σύγχρονης τέχνης, του Χρύσανθου Χρήστου: «Ο καλλιτέχνης, ενώ πίστευε ότι φανέρωνε την υπεροχή των μορφών του, δεν καταλάβαινε ότι έδινε την πορεία της ιστορίας, ότι στην πραγματικότητα εικόνιζε το αδιέξοδο, το σκότωμα της φύσης από την απάνθρωπη ζωή της κοσμοπόλεως, το ψυχικό κομμάτιασμα του ανθρώπου, την εξαφάνιση του ανθρώπινου προσώπου μέσα στη μάζα, την αργή δολοφονία του ανθρώπου από τη μηχανή» («Από την Επιφάνεια στο Βάθος», 1961, σ. 32). Ο άνθρωπος, λοιπόν, δεν ήταν έτοιμος να ισορροπήσει μέσα του τόσες δυνάμεις αντίθετες, αντιφατικές. Δεν μπόρεσε τις νέες, φοβερές, δυνάμεις, που έρχονταν τώρα στην επιφάνεια, να τις συνθέσει.  Έμεινε τραγικά διχασμένος, ερημικός, πνευματικά  άστεγος. Και η τραγική ειρωνεία είναι ότι ακόμη δεν είχε συναίσθηση αυτής της άπειρης ερημιάς του, όπως και σήμερα επιστήμονες στον πλανήτη εργάζονται με επιστημονική ευσυνειδησία, αλλά και ηθική ανευθυνότητα, κλονίζοντας έτσι συθέμελα το αξιολογικό οικοδόμημα που στέγαζε ως χθες τη ζωή μας. Και τότε και σήμερα στάθηκαν τραγικά αμαθείς, με το νόημα βέβαια που έδωσε στην τραγική ειρωνεία η αρχαία ελληνική τραγωδία. Η μηδενίζουσα συνείδηση, η απόρριψη του ανθρώπου από τον κόσμο γνωρίζουμε πια ότι έχει αρχίσει εδώ και τρεις αιώνες τουλάχιστον. Το δράμα αυτό της απιστίας, της ιδεολογικής και θρησκευτικής απιστίας, είναι το συγκλονιστικότερο δράμα της ανθρώπινης συνείδησης.

Λοιπόν, όταν έμπαινε ο Εικοστός αιώνας, λίγοι είχαν αντιληφθεί το άσπρο σημάδι στον ορίζοντα που προμηνούσε τη φοβερή νύχτα, την παγκόσμια καταιγίδα. Η ειρήνη, που γνώρισε η Ευρώπη μετά τον γαλλογερμανικό πόλεμο (1870), φαινόταν αδιατάρακτη και παγκόσμια. Όμως με τα πρώτα βήματα του Εικοστού αιώνα κινητοποιούνται, αθέατες και αθόρυβες, οι πιο ανατρεπτικές δυνάμεις που γνώρισε ποτέ η ιστορία. Τους πρώτους κραδασμούς τούς είχε νοιώσει ο Νίτσε. Αυτός μόνος είχε ιδεί το άσπρο σημάδι στον ουρανό. Ο νιτσεϊκός τρελλός ήταν ο ευαίσθητος σεισμογράφος της ψυχικής ταραχής από την απώλεια του νοήματος, από την αφαίρεση του νοήματος, από την αποσημασιοδότηση δηλαδή της θρησκείας και μαζί της πολιτικής πράξης, της ηθικής, της ιδεολογίας. Η θρησκεία στη Δυτική Ευρώπη, με αφετηρία τη θεολογία του Ακινάτη (13ος αι.) είχε πάρει το δρόμο της εκκοσμίκευσης. Ήταν λίγο-πολύ φαντασμαγορικό σκηνικό. Δεν ικανοποιούσε τις ψυχές. Η βίωση του μυστηρίου, η βαθειά αυτή προδιάθεση του ανθρώπινου πνεύματος, δεν μπορούσε να αναπληρωθεί από τον τύπο που ήταν κενός  νοήματος. Και ακούστηκε η δραματική φωνή του νιτσεϊκού τρελλού: «Εγώ θα σας ειπώ τι έγινε ο Θεός. Τον σ κ ο τ ώ σ α μ ε εσείς  και εγώ. Τι έγινε και το κάμαμε αυτό; Πώς μπορέσαμε να πιούμε το αλμυρό νερό της θάλασσας; Ποιος μας έδωσε το σφουγγάρι και σβήσαμε  ολόκληρο τον ορίζοντα;… Δεν μας αγγίζει η πνοή του μηδενός, του άδειου χώρου; Δεν έγινε πιο τραχειά η παγωνιά;». Και θα προαναγγείλει, με τη συναίσθηση της ίδιας τραγικής ενοχής, τις τρομερές συνέπειες της απώλειας του νοήματος, τη βαθειά κρίση δηλαδή της θρησκείας και των ιδεολογιών. «Θα έλθει εποχή», έλεγε, «όπου το όνομά μου θα υπενθυμίζει κάτι το τερατώδες, θα υπενθυμίζει κρίση, παρόμοια προς την οποία δεν εμφανίστηκε ποτέ επί της Γης. Θα έχουμε συγκλονισμούς, σεισμικές δονήσεις, μετακινήσεις ορέων και κοιλάδων, τις οποίες κανείς μέχρι τώρα δεν φαντάστηκε. Θα γίνουν πόλεμοι, όμοιοι των οποίων δεν έγιναν ποτέ επί της Γης.

Ποτέ άλλοτε ο κόσμος δεν ήταν φτωχότερος σε αγάπη και αγαθότητα. Από εκατό και πλέον χρόνια δεν είμαστε παρασκευασμένοι  παρά για βαθύτατους εκ θεμελίων συγκλονισμούς των πάντων… Ποτέ άλλοτε δεν είχαμε ανάγκη από ηθικούς παιδαγωγούς, αλλά και ποτέ άλλοτε δεν ήταν πιο δύσκολο να τους βρούμε. Οι γιατροί είναι εξαιρετικά αναγκαίοι κατά την περίοδο της επιδημίας, αλλά ελάχιστες πιθανότητες υπάρχουν να τους βρούμε, γιατί αυτοί, περισσότερο από κάθε άλλον,  είναι εκτεθειμένοι στους μεγαλύτερους κινδύνους… Οι άριστες προσωπικότητες  της εποχής μας είναι εντελώς ανίκανες να γίνουν οδηγοί και ταυτόχρονα τιμωροί άλλων».

Πολύ αργότερα από τον Νίτσε, το 1932, ο Κάρολος Γιουνγκ θα διαπιστώσει ότι οι γιγαντιαίες καταστροφές που μας απειλούν είναι κυρίως γεγονότα ψυχικά, ότι οι επαναστάσεις και οι τρομακτικοί πόλεμοι που μας απειλούν δεν είναι τίποτε άλλο παρά ψυχικές επιδημίες, ότι, τέλος, ο Διαφωτισμός έβγαλε μέσα από την ψυχή τον Θεό, αλλά δεν είδε τον ένα Θεό τρόμου που κατοικεί έκτοτε στην ψυχή.

Σήμερα, στις αρχές του 21ου αιώνα, δεν ζούμε μόνο στο τέλμα της ηθικής, αλλά μας απειλούν καθημερινά παραμορφώσεις του ψυχισμού μας, νευρώσεις, πιστά αντίγραφα των οποίων είναι οι ψυχώσεις ηγετών της ανθρωπότητας. Έξω από το παράθυρό μας ακούμε τα βήματα του τρόμου, που παίρνει παγκόσμιες διαστάσεις. Ο θετικισμός του 19ου αιώνα ερμήνευσε τη θρησκεία ως δημιούργημα του φόβου, της ελπίδας, ως δημιούργημα της αιτιότητας. Είδε όμως μόνο το φλοιό, τα φαινόμενα. Είδε το δευτερογενές. Δεν είδε το πηγαίο, το πρωταρχικό, το συστατικό στοιχείο της ψυχικής υφής του ανθρώπου.  Του δέντρου οι ρίζες ριζώνουν στη γη, η ψυχή του ανθρώπου ριζώνει στο άπειρο. Πέρα από την εξωτερική, νομική, τυπολατρική ευσέβεια, υπάρχει η εσωτερική, η βαθειά και αληθινή βίωση του Θείου, βίωση βαθύτατα μυστική. Ο άνθρωπος είναι πολυδιάστατος, αδιαίρετος. Όπως έχει την ικανότητα της λογικής, έτσι έχει και την ικανότητα να ανιχνεύει, πίσω από τα φαινόμενα, το αόρατο, το υπεραισθητό, το θείο. Έχει την ορμή να βιώσει το απόλυτο.

Πρέπει λοιπόν, εδώ καταλήγουμε, οι άνθρωποι να έχουν ρίζα μέσα τους. Να μην είναι «πρόσκαιροι», αλλά να «έχουν ρίζαν εν εαυτοίς». Το είπε ο Χριστός. Στους καιρούς μας, όπου δεν υπάρχουν μεγάλοι άνθρωποι στις κρίσιμες σκοπιές για να μας οδηγήσουν, ο Χριστός θα μπορούσε να γίνει πάλι ο οδηγός μας. Δεν υπάρχει οδηγός  πιο φιλικά διατεθειμένος απέναντί μας, όπως στοχαστικά έγραψε ο Π. Κανελλόπουλος. Και ο οδηγός πρέπει να είναι πάντα φίλος. Ή μήπως ο Σωκράτης δεν είναι επίκαιρος, όσο ποτέ στο παρελθόν, για να οδηγηθούμε στην αυτογνωσία; Τούτο βέβαια σήμερα φαίνεται ανέφικτο. Η ρήξη με το παρελθόν είναι τόσο βαθειά, που έχεις την αίσθηση ότι η ιστορία, η ανθρώπινη περιπέτεια, ξαναρχίζει πάνω σε εντελώς άλλες βάσεις. Η επιστήμη, η τεχνολογία, είναι προ παντός μια πρόκληση. Προκαλεί την ύλη, τη ζωή, τη σκέψη, εκκρίνει το δικό της πνεύμα, πνεύμα απρόσωπο, ταυτόσημο με το φανατισμό των ειδικών, με το νεοβαρβαρισμό. Αναφερθήκαμε μόλις στο Διαφωτισμό, στην προτεραιότητα του εργαλειακού λόγου. Ένας λόγος είναι να τον αποκηρύξεις ως αιτία του κακού. Όσο και να τον αρνιόμαστε κάποτε, δεν παύουμε να μετέχουμε στα αγαθά που έφερε στην ανθρωπότητα. Πολλές παραχαράξεις και υπερβολές στο όνομά του. Σημασία θα είχε η κάθαρση, η αποκατάστασή του στην αυθεντική του θετικότητα. Όταν μιλάμε για επιστροφή στις ρίζες, δεν εννοούμε επιστροφή «εν χρόνω», για «επαναμυθοποιήσεις» δηλαδή του κόσμου, αλλά για το εσωτερικό-αγωνιστικό ξεπέρασμα των σημερινών τεχνοδομών, την προβληματοποίηση πάνω στις ερμηνείες που δόθηκαν για το νόημα του κόσμου και της ζωής. Η μεταστροφή αυτή δεν μπορεί να είναι παρά επι-στροφή στις αρχέγονες πηγές και τις αυθεντικές αρχές του λόγου. Πρέπει να καθαρθεί ο Διαφωτισμός, ο θετικισμός, από τα υποκατάστατα  της «θρησκείας» που δημιούργησε στη θέση του γνήσιου θρησκευτικού βιώματος. Οι παγκόσμιοι πόλεμοι, οι επαναστάσεις είναι τα αποστήματα που δημιουργήθηκαν με τη μονομερή, την φυσιοκρατική ερμηνεία του κόσμου. Τη θέση του σοφού, του καλλιτέχνη, του αγίου την πήραν οι επιστήμονες και οι τεχνοκράτες, για να μυήσουν τον άνθρωπο όχι στη βασιλεία των ουρανών, αλλά στο θαυμαστό κόσμο της κατανάλωσης, της απεριόριστης οικονομικής  ανάπτυξης με τις αναπόφευκτες πολεμικές συγκρούσεις σε πλανητικό επίπεδο. Τι θα έλεγε ο Ιμάνουελ Καντ, αν θα ξαναγύριζε σήμερα, αυτός, όπως και τόσοι άλλοι, που πίστεψαν ότι η εξέλιξη του πολιτισμού θα οδηγούσε σε μια ειρηνική συμφωνία ανάμεσα σε όλους; Φτάσαμε, πράγματι, στο τέλος των προσωπείων. Έπρεπε ο άνθρωπος να βαδίσει χιλιάδες χρόνια για να φθάσει σ’ αυτή την τραγική επίγνωση. Είχε βέβαια την ηθική ελευθερία να αποφύγει πολλά δεινά. Είχε αναμφίβολα την δυνατότητα επιλογής, αλλά, στη διαλεκτική της ιστορίας, όταν η Αναγέννηση και ο συνακόλουθος Διαφωτισμός ήρθαν αναγκαία ως αντίθεση στο Μεσαίωνα, ο άνθρωπος δεν είχε δυνατότητα επιλογής. Για τούτο δεν είναι μόνο ηθικά ένοχος, αλλά κάτι πολύ περισσότερο: είναι τραγικά ένοχος.

Η φυσιοκρατική και νοησιαρχική ερμηνεία του κόσμου, που άρχιζε το 18ο αιώνα, διέλυσε σιγά-σιγά τον αδιαίρετο και πολυδιάστατο άνθρωπο και κατανόησε τον κόσμο ως ενδοκοσμική πραγματικότητα, χωρίς δηλαδή υπερκοσμική διάσταση. Έτσι ο άνθρωπος έμεινε μονοδιάστατος, ένα τερατούργημα της απόλυτης λογικότητας. Αυτή ο οντολογική πτώχευση του ανθρώπου, που συντελέστηκε στο όνομα της «προόδου», είναι συνώνυμη με αυτό που λέγεται εκκοσμίκευση του κόσμου, απομυθοποίηση του πολιτισμού, της ιστορίας, του Λόγου. Με την εργαλειακή λογική αφαιρέθηκαν οι υπερκοσμικές διαστάσεις του πνεύματος, αφαιρέθηκαν ως δήθεν πλασματικά ή εξιδανικευτικά στοιχεία, για να δοθεί ο άνθρωπος και ο κόσμος στις πραγματικές διαστάσεις του, στην καθαρά εμπειρική του σύσταση.

Ο μύθος, που αρχικά σημαίνει λόγος, ομιλία, αργότερα υπόθεση δράματος, είναι ένα σύστημα ιδανικών που εμπνέει το άτομο, το λαό. Είναι τα αληθινά και ωραία που πιστεύουν οι άνθρωποι. Είναι νοήματα όχι αφηρημένα, αλλά ντυμένα με «ένα αισθητό σχήμα, νοήματα-παραστάσεις, που ενσαρκώνονται σε γεγονότα, σε πρόσωπα πραγματικά ή φανταστικά και έτσι γίνονται ζωή. Με μια λέξη γίνονται μύθος» (Κ. Τσάτσος, «Ελληνική Πορεία», - Πολιτικά Δοκίμια). Από την άποψη αυτή, η απομυθοποίηση του πολιτισμού μας, του «Νοήματος», επιτεύχτηκε με τρία δυνατά πλήγματα. Τα πλήγματα αυτά τα έδωσαν ο Μαρξ, ο Νίτσε, ο Φρόυντ. Από διαφορετική αφετηρία ο καθένας τους ανέλαβαν το έργο της υπονόμευσης του νοήματος του πολιτισμού, ανέλαβαν την απομυθοποίηση της ψευδούς συνείδησης. Επιχείρησαν να δείξουν ότι όλα όσα ο άνθρωπος, αιώνες τώρα, είχε χτίσει με ιδρώτα και αίμα, ήταν μια αυταπάτη. Ο Νίτσε διέγνωσε το τέλος της μεταφυσικής, κηρύσσοντας τον «θάνατο του Θεού» και εξαγγέλλοντας την άνοδο του ευρωπαϊκού μηδενισμού. Ο αθεϊστικός υπαρξισμός του Σαρτρ είναι, σε φιλοσοφικό-λογοτεχνικό επίπεδο, η έκφραση αυτού του οντολογικού μηδενισμού. Ο Φρόυντ εξάλλου μάς είπε ότι η ηθική συνείδηση, η τέχνη, ο πολιτισμός, η θρησκεία, είναι μυθεύματα, ότι δεν έχουν καμιά στερεότητα, ότι είναι πλάσματα και εξιδανικεύσεις της libido, των απωθημένων δηλαδή ορμών σεξουαλικής υφής στην πιο σκοτεινή και απρόσιτη περιοχή της προσωπικότητάς μας, στο υποσυνείδητο. Ο Μαρξ, τέλος, διακήρυξε ότι ο άνθρωπος, η πνευματικότητά του, η κοινωνική ζωή, δεν είναι τίποτα άλλο παρά μεταμορφώσεις, μεταλλάξεις, αποτέλεσμα της σιδερένιας ανάγκης, της πάλης των τάξεων, αποτέλεσμα της οικονομικής ζωής των κοινωνιών.

Το μαρξιστικό πλήγμα, λέει ένας σύγχρονος Γάλλος φιλόσοφος, ο Ζακ Ντεριντά, είναι το πιο βαθύ στο σώμα της ιστορίας του ανθρώπου, πιο τραυματικό κι από την ψυχολογική βλάβη που προκλήθηκε από την επίθεση της Ψυχανάλυσης. Γιατί περιλαμβάνει και τα άλλα, τον μηδενισμό του Νίτσε και την κυριαρχία του υποσυνειδήτου του Φρόυντ. Έπειτα από το λόγο τούτο, τι περισσότερο να ειπούμε εμείς εδώ; Ίσως ένα μόνο. Αυτό που είπε ο Πασκάλ: εκείνο που τελειοποιείται με πρόοδο, χάνεται κι από την πρόοδο. Αλλά και κάτι άλλο θα μπορούσαμε να ειπούμε: ότι η ανθρώπινη φύση με τον τιτανισμό της δεν αφήνεται να παγιωθεί από τους όποιους στοχασμούς, τα όποια ιδεολογικά ρεύματα και συστήματα, ότι, αν δεν επέλθει η μεγάλη καταστροφή πάνω στον πλανήτη, ο μελλοντικός άνθρωπος, που θα έχει διαβρωθεί και θα έχει ξεπεράσει ένα πλήθος από μεγαλοφάνταστες θεωρίες και πρακτικές, ασφαλώς θα είναι πιο σκληρός από εμάς στη μνήμη. Όποια και αν θα είναι η κοινωνία του, θα ρυθμίζεται από μια νέα ηθική, η οποία ως ηθική θα έχει αναπόφευκτα ένα «δέον», έναν περιορισμό, κάτι επομένως από την ωραιότητα του ελληνικού ανθρώπου, κάτι από την υπέροχη ψυχική τρυφερότητα του Ιησού. Και, όπως στο παρελθόν, έτσι και τώρα υπάρχουν, και θα υπάρχουν και αύριο, τοπία στοχασμού και οντολογικού πλούτου απροσπέλαστα, μέσα σε διαφορετικά χρώματα.

 

Δημήτρης Γ. Κατσαφάνας


-------


Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΕΥΘΥΝΗ (Νο 378, Ιούνιος 2003), και παραμένει έκτοτε διαχρονικά επίκαιρο. Η αναπαραγωγή του κειμένου σε ηλεκτρονική μορφή έγινε από τον κ. Δημήτριο Δούνια ο οποίος υπήρξε παλιός και αγαπημένος μαθητής του καθηγητή Δημήτρη Κατσαφάνα. 

Σημειώνει ο κ. Δούνιας:
«Καταγόμενος από Καραβά, αποφοίτησα από το Γυμνάσιο Αρρ. Σπάρτης το 1963 και έκτοτε, μέχρι και σήμερα, δεν έχασα ποτέ την επαφή μου με τον αγαπημένο μου καθηγητή κ. Δημήτρη Κατσαφάνα. Ζωντανή επαφή τα καλοκαίρια στη Σπάρτη, αλλά και συνεχείς τηλεφωνικές επαφές, καθώς είμαι μόνιμος κάτοικος Θεσσαλονίκης από το 1971. Εκτιμώ και θαυμάζω τον κ. Κατσαφάνα, γιατί πέρα από αγαπημένο μου καθηγητή, τον θεωρώ και «Διδάσκαλο της ζωής μου». Καθώς, μέσα από τα βιβλία του, τις συνεχόμενες θερινές μας συντροφιές μας στη Σπάρτη, τις τηλεφωνικές μας επικοινωνίες, την αλληλογραφία μας και γενικά τις ατέλειωτες συζητήσεις μας όλα αυτά τα χρόνια, όλα αυτά μαζί, ήταν για μένα μια διαχρονική ευτυχής συγκυρία και μια ιδιαίτερη «προσφορά», που με διαμόρφωσαν, με ώθησαν να αγαπώ τη ζωή, τους ανθρώπους, την ιστορία, την τέχνη, τη γλώσσα μας, την Ελλάδα. Με δύο λόγια, του οφείλω το «...ευ ζην» μου!». 


Το spartorama.gr θεωρεί μεγάλη του τιμή το γεγονός ότι επελέγη από τον κ. Κατσαφάνα για να φιλοξενήσει την αναδημοσίευση του σημαντικού αλλά και προφητικού αυτού κειμένου - οδηγού, που καταδεικνύει με τόσο εύληπτο και κατανοητό τρόπο τις απώλειες και τα αδιέξοδα του ανθρώπου του 21ου αιώνα. Εύχομαι οι νέοι της πόλης μας να αδράξουν την ευκαιρία και να γευτούν λίγο από το απόσταγμα σοφίας του μεγάλου μας δασκάλου, που τόσο απλόχερα προσφέρει.





  



 
 

Σχετικές Αναρτήσεις