Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2026
Γιατί η ελευθερία, έρωτα μου, δεν χωράει σε λογισμικά/ και έτοιμους σχεδιασμούς·/ είναι μια πέτρινη διαδρομή μες στο σκοτάδι,/ που βγάζει πάντα σε έναν δικό μας, ολόφρεσκο ήλιο.
Επιστολή των Αγράμματων Εραστών Αν με ρωτήσεις, θα σου πω πως δεν θυμάμαι πια να μετράω. Οι αριθμοί ήταν πάντα μια φυλακή για τους ανθρώπους που αγάπησαν το απέραντο, ένα κρύο ταμπλό, γεμάτο γρανάζια και σφιχτές παρενθέσεις. Μα απόψε, το στοπ πατήθηκε μες στη σιωπή, κι όλα εκείνα τα ρυθμισμένα δάκρυα ξεράθηκαν, σαν το βρεγμένο ύφασμα που το ξεχάσαμε στον ήλιος της αυλής. Θυμάσαι που λέγαμε «ένα, δύο, τρία» και νομίζαμε πως ορίζουμε τα αστέρια. Τώρα κοίτα, το ρολόι έσπασε, οι δείκτες του γίνηκαν μυτερά σπαθιά κι εμείς μείναμε αγράμματοι, γεμάτοι από μια ευλογημένη αμνησία. Δεν έχουμε πια ανάγκη την αλφάβητο για να ιστορήσουμε τον πόνο. Ένα φως
σβησμένο στην οθόνη, ένας καστανός κόκκος χώματος, κι η ψυχή που κοντοστέκεται σαν όφις μπροστά στο άγνωστο. Μην κλαις για τα λιμάνια που χρονολογούν τις αναχωρήσεις του θανάτου. Εμείς δεν ανήκουμε στις στατιστικές, ούτε στα τετράδια των δανειστών μας. Είμαστε εκείνες οι φωτεινές μικρές αψίδες που κρέμονται στους ελαιώνες, το βράσιμο της λάβας κάτω από το κουρασμένο
σώμα, η αγωνία του δευτερολέπτου που πρόφτασε να γίνει άνθος. Κι αν οι ρυτίδες μας δείχνουν τις ώρες που διανύσαμε ανά τους αιώνες, είναι γιατί ζήσαμε λαχανιασμένοι, κυνηγημένοι από τους ίδιους μας τους δαίμονες, πάνω σε δύο πλοιάρια που αρνήθηκαν να υποταχθούν στη σιγουριά της στεριάς. Κοίταξε τα χέρια μας, πώς ψάχνουν να ενωθούν με το ακανόνιστο, σαν ζωγράφοι της Αναγέννησης που τους έκλεψαν τα χρώματα μα αυτοί
επιμένουν. Δεν μας τρομάζουν πια οι οδυνηροί εξάψαλμοι των χαμένων χρόνων, ούτε το παλαιό, ξεχαρβαλωμένο ταμπλό που στοιβάζει τις πίκρες μας με τη σειρά. Ένα λουλουδοστόλισμα μας καρτερεί στα αχανή δάση του μυαλού, εκεί που τα μπλε γυάλινα μάτια του θαλάσσιου φαντάσματος καθρεφτίζουν την αιωνιότητα. Γιατί η ελευθερία, έρωτα μου, δεν χωράει σε
λογισμικά και έτοιμους σχεδιασμούς· είναι μια πέτρινη διαδρομή μες στο σκοτάδι, που βγάζει πάντα σε έναν δικό μας, ολόφρεσκο
ήλιο. Γιατί η ζωή,
δεν ήταν ποτέ το πηλίκο των ημερών μας. Ήταν εκείνη η σκιώδης ενέργεια που ανασηκωνόταν στο υπόγειο, το φλερτ του ιππότη με τη γαλαζοφώτιστη ματιά του κόσμου, ένα ρόδο χωρίς πέταλα, που επέμενε να μυρίζει μέσα στο χάος. Ας αφήσουμε, λοιπόν, τις αφαιρέσεις και τις προσθέσεις στους
δίκαιους. Εμείς κρατάμε μόνο το ξεφύσημα του ανέμου. Μια ηλεκτρική παλίρροια κάτω από την ολόγιομη
σελήνη, όπου οι άνθρωποι περπατούν ξυπόλυτοι, χωρίς
κανόνες, κρατώντας στα χέρια τους μια τρεμουλιαστή
σπίθα. Εκεί που το μηδέν δεν είναι τέλος, παρά η μόνη αληθινή αρχή για να γεννηθείς
ξανά. Γιατί στο τέλος, ερωτά μου, η ζωή δεν μετριέται με τους χτύπους της
καρδιάς, αλλά με
τις ανάσες που σου έκλεψε το απέραντο. Κι
εμείς, ευτυχώς, μείναμε αγράμματοι εγκαίρως. ©2026 Παναγιώτης Κουμουνδούρος