Vekrakos
Spartorama | «1940-41: Όταν οι ημέρες με τη νικηφόρο ακτινοβολία τους τελείωναν» από τον Δημήτρη Κατσαφάνα

«1940-41: Όταν οι ημέρες με τη νικηφόρο ακτινοβολία τους τελείωναν» από τον Δημήτρη Κατσαφάνα

Δημήτριος Κατσαφάνας 01/10/2026 Εκτύπωση Άρθρα Ιστορία Κοινωνία Παιδεία
«1940-41: Όταν οι ημέρες με τη νικηφόρο ακτινοβολία τους τελείωναν» από τον Δημήτρη Κατσαφάνα
Από το βιβλίο του Δημήτρη Κατσαφάνα «Ο ΧΘΕΣΙΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΟΠΩΣ ΤΟΝ ΕΖΗΣΑ» (ΕΚΔΟΣΙΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΣΠΑΡΤΗΣ Σπάρτη 2019, σσ. 56-59)

Οι πρώτοι Ιταλοί αιχμάλωτοι στα χωριά μας

 

Πρέπει να ήταν γύρω στις 10 με 15 Απριλίου, όταν δηλαδή ο ελληνικός στρατός αντιστεκόταν, περικυκλωμένος από τα γερμανικά στρατεύματα στη γραμμή Μεταξά, στη Μακεδονία. Έβλεπα έκπληκτος τους πρώτους Ιταλούς αιχμαλώτους να περνούν από το χωριό. Τους συνόδευαν δύο μονάχα δικοί μας στρατιώτες. Ο ένας έφερε το βαθμό του δεκανέα. Αυτοί μόνο. Ο ένας μπροστά και ο άλλος στο τέλος μιας ατέλειωτης σταχτοπράσινης ανθρώπινης κολώνας που κυριολεκτικά σερνόταν στο δρόμο. Σερνόταν το δύστυχο ανθρώπινο κοπάδι. Σέρνονταν κατάκοποι οι Ιταλοί αιχμάλωτοι και οι δύο έλληνες στρατιώτες. Τους βάραινε πιο πολύ το όπλο τους και η χλαίνη που κρατούσαν. Σπεύδω και παίρνω τη χλαίνη του ενός. Η μυρωδιά της ερχόταν από τα βουνά της Αλβανίας. Δεν πατούσα στη γη. Γιατί να μην είμαι μεγάλος, σκεφτόμουν, να πολεμήσω, όπως αυτοί οι Έλληνες; Ένας αγνός πατριωτικός ρομαντισμός ξυπνούσε εκείνη τη στιγμή μέσα μου. Ήθελα να βρίσκομαι κι εγώ στη μεγάλη εκείνη καταιγίδα, στα χιονισμένα βουνά, που τώρα πια τελείωνε. Μου αρκούσε που, έστω και έτσι, ανέπνεα τον ηρωικό αέρα. Αυτό που έβλεπα εγώ τώρα ήταν τα απόφυλλα που αφήνει πίσω του το μεγαλείο μιας καταιγίδας. Ήταν η καταιγίδα της ελληνικής ιστορίας που είχε αφήσει άφωνους τους υπόδουλους λαούς της Ευρώπης μα και τον ελεύθερο κόσμο. Πού τους πήγαιναν; Μήπως και ήξεραν; Ήταν διάχυτη η αίσθηση ότι, όπου να ‘ναι, το μέτωπο θα κατέρρεε. Και τους οδηγούσαν όλο κατά το νοτιά, όλο και πιο μακριά.

Ένα μέρος αιχμαλώτων είχαν συγκεντρώσει στο Δημοτικό Σχολείο των Ανωγείων - Παλαιοπαναγιάς. Τούτο το πλήθος, που έβλεπα τώρα, δεν χωρούσε εκεί και τους προχωρούσαν προς το Ξηροκάμπι. Μόλις η άθλια εκείνη γραμμή βγήκε από το χωριό μας, ο δεκανέας έδωσε εντολή για την απαραίτητη στις πορείες στάση. Εκατοντάδες Ιταλοί ξάπλωσαν στη γράνα κατά μήκος του δρόμου. Ωραίοι άντρες. Μήνες αξύριστοι, βρώμικοι από την απλυσιά και την ατελείωτη πορεία από το μέτωπο ως εδώ. Το χωρίς κουμπιά μερικών στρατιωτικό αμπέχονο, άφηνε να λάμπει στον ήλιο μια ασημένια αλυσίδα πάνω στο πλατύ δασύτριχο στήθος τους. Κοίταζα τα πρησμένα πόδια τους. Με δυσκολία έσερναν κάτι χοντροπάπουτσα με μεγάλα καρφιά, όταν δεν ήταν λειωμένα, σχισμένα ή ακόμη και τα πόδια τους γυμνά. Υπερηφάνεια, αλλά και λύπη ένιωθα γι’ αυτό το ανθρώπινο κοπάδι. Ήταν οι «Κένταυροι» του Μουσολίνι που τα θωρακισμένα του θα ανέτρεπαν τις ελληνικές δυνάμεις, ανοίγοντας δρόμο προς τα Γιάννενα. Και ήταν αξιοθρήνητο θέαμα τα λείψανα της μεραρχίας «Τζούλια» των αλπινιστών που θα αντιμετώπιζαν τους Έλληνες στα βουνά. Πίσω από τον εξευτελισμό και την κακιά, μοχθηρή μοίρα των ανθρώπων αυτών, μπορούσες να διακρίνεις, μέσα από τα φωτεινά ή και σκοτεινά μάτια μερικών ότι κρυβόταν μια ανθρώπινη καρδιά, ένα ασήκωτο συναίσθημα, πως άνθιζε η ελπίδα να ξαναδούν τη μάνα τους, τον πατέρα τους, τι γυναίκες, τα παιδιά τους και το κορίτσι που αγαπούσαν. Ας σημειωθεί ότι οι Έλληνες φέρθηκαν καλά στους ιταλούς αιχμαλώτους. Κάτι ανάλογο θα κάμουν και οι Ιταλοί στους δυόμισι χιλιάδες αιχμαλώτους, τους οποίους είχαν συλλάβει κυρίως κατά την περίφημη «εαρινή επίθεση» του Μουσολίνι. Μερικοί όμως μεταφέρθηκαν από τους Γερμανούς στο Νταχάου όταν το 1943 η Ιταλία συνθηκολόγησε με τους συμμάχους.

Ήταν, βλέπετε, άνοιξη, ελληνική άνοιξη που τόσο μοιάζει με τη δική τους καθώς κάπως και οι ψυχές μας. Αιώνες, οι δυο λαοί συμπορευθήκαμε μαζί και παράλληλα. Κάπου - κάπου ένιωθες το βλέμμα τους γιομάτο ευγνωμοσύνη που ζούσαν ακόμη. Δεν ήταν όλοι φασίστες. Ξανάκουγαν τώρα τα πουλιά να κελαηδούν. Ήταν τυχεροί; Ναι, που ήταν αιχμάλωτοι των Ελλήνων. Θα τους παρέδιδαν σε λίγο στις ιταλικές δυνάμεις Κατοχής. Άγνωστο, αν και πόσοι τελικά έφθασαν στην Ιταλία. Γιατί, έπειτα από δυο τρία χρόνια, με τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας με τους Συμμάχους, πολλοί στρατιώτες Ιταλοί θα πάνε στον Άδη από απάνθρωπη απόφαση των ναζί.

Για την ώρα, ξεθεωμένοι από την κούραση, προσπαθούσαν να ανασυντάξουν τους λογισμούς τους. Από ένα τραγικό παιχνίδι της μοίρας, είχαν φθάσει ως εδώ στον άγνωστο τούτο τόπο. Εντελώς αναπάντεχα για μένα, άκουσα μερικούς, να σιγοτραγουδάνε το «Κορόιδο Μουσολίνι». Απλώθηκε η θλιμμένη όσο και ωραία τους φωνή σ’ όλη την έκταση των αιχμαλώτων. Πόνεσε η ψυχή μου. Τραγικοί άνθρωποι, όπως όλοι μας, νικητές και ηττημένοι. Η ιστορία, αυτό που είπαν πρόοδο της ιστορίας μέσα στο χρόνο, δε γράφεται μόνο από τους νικητές, γράφεται και από τους ηττημένους.

Εκείνοι, τώρα, οι αιχμάλωτοι πλήρωναν την «ύβριν» του φασισμού του Μουσολίνι.  Κι εμείς οι Έλληνες οι «νικητές» θα φωνάζουμε στους Μεγάλους, στους ισχυρούς: «Δικαιοσύνη». Ακούστηκε ξαφνικά η φωνή του δεκανέα: «Αβάντι! Εγέρθητε». Τα ανθρώπινα εκείνα φαντάσματα έμοιαζαν στο χαλικόστρωτο δρόμο με κινούμενες σκιές. Και προχωρούσαν αργά, προχωρούσαν… «Οι ήρωες», θα ειπεί ο ποιητής, «προχωρούν στα σκοτεινά».

 

 

(Για την αντιγραφή Παναγιώτης Ζηρίνης)  


(Συνεχίζεται)                         


Οδός Εμπόρων