Τρίτη, 19 Μαίου 2026
Το γυάλισμα των παπουτσιών απαιτούσε τέχνη, εμπειρία και γρηγοράδα
Μετά τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου
(1914-1923) και τη Μικρασιατική καταστροφή του 1922, ο ξεριζωμένος Ελληνισμός (περίπου 3
εκατομμύρια) γύρεψε καταφύγιο στην αγκαλιά της μάνας Ελλάδας. Ένας από τους
προορισμούς υποδοχής της προσφυγιάς ήταν και το Γύθειο. Οι δυστυχισμένοι και αφανισμένοι πρόσφυγες
εγκαταστάθηκαν, όπως-όπως, σε ειδικά διαμορφωμένη περιοχή του Γυθείου, γνωστή
ως «Προσφυγικός Συνοικισμός», που βρισκόταν ανεβαίνοντας τη σημερινή οδό
Αρχαίου Θεάτρου. Οι υποσχέσεις του κράτους για σπίτια και
χωράφια, δεν εκπληρώθηκαν και οι
πρόσφυγες αναγκάστηκαν να βγουν (μόνοι και αβοήθητοι) στη σκληρή βιοπάλη για να
επιβιώσουν, ενώ τους μάστιζε η δύσκολη ζωή στις παράγκες, η φτώχια, η αρρώστια,
και η καταφρόνια. Παρ’ όλα αυτά οι πρόσφυγες επιβίωσαν, ρίζωσαν, δημιουργήθηκαν
και πρόκοψαν και αποτελούν, έως ΚΑΙ σήμερα, ένα ζωντανό κύτταρο της Σπάρτης και
της Λακωνίας. Μέσα σ’
αυτούς τους πρόσφυγες του Γυθείου βρισκόταν και ο Λεωνίδας
(Λαυρέντης) Ασλιχανίδης από τον Πόντο,
με τη γυναίκα του τη Σοφία. Αφού έμειναν, όσο χρειάστηκε, στο Γύθειο, σε πολύ
δύσκολες συνθήκες, κι απέκτησαν πέντε παιδιά (2 αγόρια και 3 κορίτσια),
αναγκάστηκαν να «μεταναστεύσουν» στη Σπάρτη ελπίζοντας σε μια καλύτερη ζωή.
Αγωνίστηκαν σκληρά για να ζήσουν και κάπου στα 1955, ο μπαρμπα-Λαυρέντης
Ασλιχανίδης άνοιξε με τον μεγάλο του γιο τον Χρήστο (Χρηστάκη, Τάκη), ένα
στιλβωτήριο στις Καμάρες, στο κέντρο της Σπάρτης. Ήταν ένα μικρό υπόγειο μαγαζί
κάτω από τη Φαρμακαποθήκη ΜΑΚΡΗ, το μετέπειτα «Φαρμακείο-Αρωματοπωλείο
ΜΑΚΡΗ-ΑΝΔΡΙΚΟΠΟΥΛΟΥ», δίπλα ακριβώς από
το ταμείο του χειμερινού σινεμά «ΦΛΟΡΑΛ». Η ταμπέλα έγραφε: ΣΤΙΛΒΩΤΗΡΙΟΝ ΑΛΛΑΓΑΙ
ΧΡΩΜΑΤΩΝ «ΗΛΙΟΣ» Λ. ΑΣΛΙΧΑΝΙΔΗ Σε σχετική διαφήμιση στην εφ. «ΛΑΚΩΝΙΚΟΣ
ΚΗΡΥΞ», 10 Σεπτεμβρίου 1955, διαβάζουμε: «ΝΕΟΝ ΣΤΙΛΒΩΤΗΡΙΟΝ «Ο ΗΛΙΟΣ» Λ. ΑΣΛΙΧΑΝΙΔΗΣ & ΥΙΟΣ ΕΝ ΣΠΑΡΤΗ (κάτωθι Φαρμακαποθήκης Μακρή) Εκτελούνται αλλαγαί χρωμάτων παντός τύπου
δερματίνων υποδημάτων και γυναικείων τσαντών. Χρώματα των καλλιτέρων ελληνικών
και ξένων εργοστασίων. Ειδικότης σε τελατίνες και καστόρια. Τιμαί λογικαί. Ταχεία
εξυπηρέτησις. Τα παλιά, καινούρια. ΑΣΛΙΧΑΝΙΔΗΣ (κάτωθι Φαρ/θήκης Μακρή) *Η τελατίνη ήταν αδιάβροχο δέρμα μοσχαριού,
ιδιαίτερης επεξεργασίας, κατάλληλο για την κατασκευή πολυτελών παπουτσιών και
το καστόρι ήταν ένας τύπος μαλακού, εύκαμπτου και ανθεκτικού δέρματος, που
προερχόταν από την εσωτερική πλευρά του δέρματος ζώων (συνήθως προβάτου,
κατσίκας ή αγελάδας) με χνουδωτή, βελούδινη υφή, για υποδήματα πολυτελείας, ρούχα, τσάντες και
αξεσουάρ, πολύ ευαίσθητο στην υγρασία και τους λεκέδες. Μέσα στο μαγαζί, δεξιά όπως κατέβαινες τα
σκαλοπάτια, ήταν ένας υπερυψωμένος τριθέσιος καναπές πάνω σε τρία ξύλινα σκαλιά
σαν κερκίδες θεάτρου. Το πρώτο ήταν για να πατήσεις ν’ ανέβεις, στο δεύτερο
ήταν βιδωμένα στη σειρά τα μπρούτζινα στηρίγματα των ποδιών και στο τρίτο ήταν ο καναπές όπου καθόσουν
αναπαυτικά, έβαζες το πόδι τους πάνω στην ειδική βάση και ο μπαρμπα-Λαυρέντης
με τον γιο του τον Χρήστο και τους υπαλλήλους που είχαν κατά καιρούς άρχιζαν το
γυάλισμα. Έχοντας τα στηρίγματα των ποδιών ψηλά, ο στιλβωτής μπορούσε να
δουλεύει χωρίς να κάθεται ή να σκύβει πολύ.
Παρ’ όλα αυτά η δουλειά αυτή ήταν κουραστική, αφού ο στιλβωτής ήταν
αναγκασμένος να δουλεύει με τη μέση του διαρκώς λυγισμένη. *Δεν ξέρω γιατί, αλλά τους υπαλλήλους τέτοιων
καταστημάτων δεν τους λέγανε ποτέ λούστρους αλλά στιλβωτές! Οι λούστροι ήταν
ακριβώς από πάνω, στη γωνία του χειμερινού σινεμά ΦΛΟΡΑΛ, καθισμένοι σε
σκαμνάκια πίσω από τα κασελάκια τους και έκαναν ακριβώς την ίδια δουλειά. Το γυάλισμα των παπουτσιών απαιτούσε τέχνη,
εμπειρία και γρηγοράδα: Γινόταν πάντα με δύο βούρτσες που είχαν παχύ και μαλακό
τρίχωμα και μερικοί στιλβωτές και λούστροι κάνανε μ’ αυτές διάφορα κόλπα,
πετώντας τες στον αέρα και πιάνοντας τες, πριν πέσουν κάτω, για να προσελκύσουν
πελατεία και να εντυπωσιάσουν τους περαστικούς και τους πελάτες. Προτού αρχίσει το γυάλισμα έβαζε ο στιλβωτής
και ο λούστρος στο πλάι του παπουτσιού
δυο σκληρά χαρτονάκια (ένα στην απ’ έξω μεριά κι ένα στην από μέσα) ώστε να μην
βαφτεί κατά λάθος η κάλτσα του πελάτη. Ύστερα ξεσκόνιζε και καθάριζε καλά τα παπούτσια με τις
βούρτσες του και μ’ ένα βουρτσάκι έβαφε το παπούτσι ολόγυρα, ή με υγρό βερνίκι
ή με κάμελ, ανάλογα με τη φθορά που είχε το χρώμα του παπουτσιού. *Το κάμελ
( CAMEL), από το 1928, είχε καθιερωθεί ως το μοναδικό βερνίκι κρέμα
φροντίδας παπουτσιών. Το σήμα του, πάνω στο καπάκι (μεταλλικό και στρογγυλό
ήταν το κουτάκι), ήταν μια καμήλα και
από κει πήρε και το όνομά του. Μετά το βάψιμο
ο στιλβωτής βούρτσιζε καλά τα παπούτσια με τις δυο βούρτσες του για να
γυαλίσουν. Ύστερα άλειφε το βαμμένο παπούτσι με κάμελ γυαλιστικό, άχρωμο,
χρησιμοποιώντας τα δάχτυλά του, βούρτσιζε πάλι με τις μεγάλες βούρτσες και στο τέλος έπαιρνε τη φέλπα, ένα
μακρόστενο χνουδωτό ύφασμα και τραβώντας την, πέρα-δώθε, πάνω στο παπούτσι,
με τα δυο του χέρια, το έκανε … καθρέφτη. Αν χάζευες γύρω σου την ώρα που σου γυάλιζε το
παπούτσι, ο στιλβωτής κτυπούσε την βούρτσα στο βάθρο για να σε ειδοποιήσει να
βάλεις το άλλο πόδι. Όταν τελείωνε το γυάλισμα έλεγε στον πελάτη: «Με την υγεία σου και την άλλη βόλτα με το
καλό.» Στα στιλβωτήρια και στα κασελάκια, βέβαια,
πήγαιναν για γυάλισμα μόνο άντρες. Οι κυρίες έδιναν τα παπούτσια στον άντρα
τους κι αυτός τα πήγαινε στο στιλβωτήριο ή σε κάποιον λούστρο για βάψιμο και
γυάλισμα. Για την αλλαγή χρώματος πήγαιναν μόνες τους στο στιλβωτήριο για να
επιλέξουν χρώμα και να δώσουν οδηγίες. Στα χρόνια εκείνα οι λούστροι και οι στιλβωτές
είχαν πολλή δουλειά, μιας και κανένας (τότε) δεν ήθελε να περπατά με παπούτσια
λερωμένα. Ιδιαίτερα τα Σάββατα, τις Κυριακές και τις γιορτές οι λούστροι και οι
στιλβωτές έκαναν χρυσές δουλειές. (Αν θυμάμαι καλά, στη 10ετία του ’60 το
γυάλισμα έκανε 2 δραχμές). Γενικώς, το επάγγελμα του λούστρου και του
στιλβωτή η κοινωνία το θεωρούσε σαν παρακατιανό και αυτός που το έκανε
αντιμετώπιζε ένα είδος περιφρόνησης. Είναι γνωστή η παραίνεση κάποιων προς τα
παιδιά τους: «Να διαβάζετε για να μάθετε γράμματα, γιατί
αλλιώς θα γίνετε λούστροι, να βάφετε παπούτσια». Δυστυχώς το όνομα «λούστρος» χρησιμοποιείται
ως βρισιά ακόμα και στις μέρες μας: «Φύγε από δω , ρε λούστρο», λένε πολλοί!
Αυτό, φυσικά, δεν είχε (και δεν έχει) καμιά σχέση με την πραγματικότητα. Ήταν
ΜΟΝΟ ένα ακόμα φαινόμενο ταξικής και κοινωνικής διάκρισης εκείνων των καιρών.
Οι λούστροι και οι στιλβωτές ήταν άνθρωποι αγωνιστές, αξιοπρεπείς, έντιμοι,
καλοί οικογενειάρχες και γονείς, που μ’ αυτήν την ταπεινή (για τους πολλούς)
εργασία κατάφεραν να ζήσουν τις οικογένειές τους, να σπουδάσουν και να
αποκαταστήσουν τα παιδιά τους, αφήνοντας ένα καλό παράδειγμα μέσα στην
κοινωνία. Γι’ αυτό και ο απλός λαός τους αγαπούσε και τους είχε για παράδειγμα.
Δεν είναι τυχαίο πως η ταινία «Ο λουστράκος» του 1962, με τον Βασιλάκη Καΐλα
και τον Δ. Παπαμιχαήλ είχε θερμή αποδοχή
από το κοινό της εποχής κι εξακολουθεί, ακόμα και σήμερα, να συγκινεί και να
παραδειγματίζει. Απ’ το πρωί, λοιπόν, ως αργά το βράδυ, ο
μπαρμπα – Λαυρέντης Ασλιχανίδης και ο γιος του ο Χρήστος, δούλευαν στο υπόγειο
στιλβωτήριό τους γυαλίζοντας παπούτσια και αλλάζοντας το χρώμα στα παπούτσια,
στις τσάντες και σε άλλα δερμάτινα είδη, σε ειδικό χώρο, στο πίσω μέρος του
μαγαζιού. Με τις αλλαγές των χρωμάτων ασχολούταν κυρίως ο Χρήστος Ασλιχανίδης
και υπήρχε τόσο πολλή δουλειά που πολλές φορές δούλευε ακόμα και τη νύχτα. Όταν περνούσες πάνω από το στιλβωτήριο
ΑΣΛΙΧΑΝΙΔΗ ή όταν κατέβαινες σ’ αυτό, η μυρωδιά από τα βερνίκια, τα χρώματα, το
δέρμα των παπουτσιών και τον καπνό του τσιγάρου ήταν η πρώτη που σε υποδεχόταν.
Σε καλωσόριζε ο Χρήστος και ο μπαρμπα-Λαυρέντης, καθόσουν αναπαυτικά στον
καναπέ, άνοιγες (αν είχες) την εφημερίδα σου και τα υπόλοιπα ήταν δουλειά
εκείνων που ήξεραν τι και πώς να το κάνουν. Ο μπαρμπα-Λαυρέντης και ο γιος του
ο Χρήστος με τις ποδιές τους βαριές από τα βερνίκια, δεν ήταν απλά
στιλβωτές-λούστροι αλλά … γιατροί των παπουτσιών. «Το ρυθμικό «τσακ-τσακ» από το πανί, το
πέρασμα της βούρτσας, η μυρωδιά της κρέμας που άπλωναν με τα δάχτυλα πάνω στα
παπούτσια, όλα έμοιαζαν με ιεροτελεστία. Τα παλιά στιλβωτήρια ήταν ο καθρέφτης
της πόλης. Όταν γυάλιζες τα παπούτσια, γυάλιζες την εικόνα σου, την υπόληψή
σου.» Το ταπεινό υπόγειο στιλβωτήριο ΑΣΛΙΧΑΝΙΔΗ ήταν
ένα στέκι ισότητας κοινωνικής. Εκεί κατέβαιναν πλούσιοι και αριστοκράτες
Σπαρτιάτες εκεί κατέβαιναν και φτωχοί μεροκαματιάρηδες, σπουδαγμένοι και αγράμματοι.
Όλοι ήτανε ίσοι απέναντι στον Χρήστο και τον πατέρα του τον μπαρμπα-Λαυρέντη
και όλοι είχανε την ίδια περιποίηση των παπουτσιών τους. Όσο φθαρμένο κι αν
ήταν ένα παπούτσι, οι στιλβωτές, πατέρας και γιος, πάσχιζαν φιλότιμα να το
κάνουν εμφανίσιμο και αξιοπρεπές, γιατί πίστευαν πως τίποτα δεν είναι για
πέταμα αν ξέρεις πώς να το φροντίζεις και ότι ο κάθε άνθρωπος, ακόμα και ο πιο
φτωχός, αξίζει να φορά ένα ζευγάρι όμορφα, καλογυαλισμένα παπούτσια. Και δεν ήταν μόνο αυτό. Γινότανε το μικρό
μαγαζί τόπος που ερχόντουσαν οι άνθρωποι πιο κοντά ο ένας στον άλλο, συζητούσαν
τα μικρά και μεγάλα προβλήματα της καθημερινότητας και δεν ήταν λίγοι εκείνοι που άνοιγαν την
καρδιά τους στον μπαρμπα-Λαυρέντη και τον γιο του τον Χρήστο, και λέγανε, ο
καθένας τον πόνο του για να ξαλαφρώσουν και ν’ ακούσουν μια καλή κουβέντα, μια
κουβέντα παρηγοριάς ή και μια γνώμη και μια συμβουλή. Γενικώς, η δουλειά ήταν τόση, που πραγματικά,
πολλές φορές, δεν προλάβαιναν να τα βγάλουν πέρα. Κι αυτό γιατί τότε, εκεί στις
Καμάρες, μαζευότανε για βόλτα (πάνω – κάτω, πάνω-κάτω) ΟΛΗ η Σπάρτη, για να
«ξεδώσει», να «βολτάρει», να ψωνίσει στα εμπορικά, να πάρει σπόρια και ξηρούς
καρπούς από την «ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ», να φάει γλυκό στο υπόγειο Ζαχαροπλαστείο ΚΑΙΣΑΡΗ
και να πάει σινεμά στο «ΦΛΟΡΑΛ». Όλοι οι «βολταδόροι» στις Καμάρες αλλά και
όσοι έβγαζαν εισιτήριο στο ταμείο του «ΦΛΟΡΑΛ», έπαιρναν και είχαν εικόνα από
το υπόγειο στιλβωτήριο «Ο ΗΛΙΟΣ» του Ασλιχανίδη. Όλα αυτά και άλλα πολλά δημιουργούσαν, εκεί
στις Καμάρες, στο κέντρο της Σπάρτης, έναν κόσμο οικείο, «μαγικό» και αγαπητό
στους Σπαρτιάτες της εποχής, που ακόμα και σήμερα μένει ως νοσταλγική ανάμνηση
στο νου και την καρδιά τους. *Λίγο μετά από το Στιλβωτήριο Ασλιχανίδη,
άνοιξε ένα ακόμα Στιλβωτήριο στη Σπάρτη, των Στιλβωτήριο των Αφών Θανάση και
Τάκη Ρουμελιώτη, στην οδό Αγησιλάου, δίπλα στην τότε κλινική ΑΡΓΕΙΤΑΚΟΥ (σήμερα
κατάστημα ΚΕΡΑΣΙΩΤΗ), το οποίο στα 1964 μεταστεγάστηκε παραπλεύρως του
εστιατορίου «ΜΥΣΤΡΑΣ» επί της ιδίας οδού Αγησιλάου. Το Στιλβωτήριο των ΑΦΩΝ
ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΗ έκλεισε κάπου στα 1970 και συνέχισε ως κατάστημα κορνιζών. **Σε διαφήμιση στον τοπικό τύπο (ΛΑΚΩΝΙΚΟΣ
ΚΗΡΥΞ 31-12-1956) εμφανίζεται να λειτουργεί και το ΣΤΙΛΒΩΤΗΡΙΟ-ΕΙΔΗ ΨΙΛΙΚΩΝ
Θεόδωρου Π. Παναγέα (το μετέπειτα ιστορικό κατάστημα καλλυντικών), στην οδό
Κων/νου Παλαιολόγου 23, παραπλεύρως του πρατηρίου βενζίνης ΠΑΠΑΣΤΑΘΗ. Ο Χρήστος Ασλιχανίδης, παντρεύτηκε με την
Αθηνά Βλάχου από τους Γοράνους και απέκτησαν δυο παιδιά τον Λευτέρη και τη
Σοφία. (Το αγόρι με σύμφωνη γνώμη του παππού Λεωνίδα
(Λαυρέντη) πήρε το όνομα Λευτέρης, επειδή γεννήθηκε ανήμερα της γιορτής του Α.
Ελευθερίου). Ως άνθρωπος και ως εργοδότης, ο Χρήστος
Ασλιχανίδης, ήταν υποδειγματικός για τον
καλό του χαρακτήρα, το ήθος, τη σοβαρότητα, την ανθρωπιά και την τιμιότητά του,
την ευσυνειδησία αλλά και την εργατικότητά του. Υπάρχουν ακόμα στη Σπάρτη
άνθρωποι που δούλεψαν στο στιλβωτήριο ΑΣΛΙΧΑΝΙΔΗ κι έχουν να λένε, ακόμα, για
τον Χρήστο Ασλιχανίδη και τον πατέρα του, τον μπαρμπα-Λαυρέντη, τα καλύτερα
λόγια. Παράλληλα με τη δουλειά του στιλβωτή, ο
Χρήστος Ασλιχανίδης, μπολιασμένος με τα μεράκια και τους καημούς της προσφυγιάς,
έμαθε από μόνος του μπουζούκι, έτσι ώστε, όταν έβρισκε λίγο χρόνο, να
βγάζει με το μπουζούκι και το τραγούδι από μέσα του τα σεκλέτια της ψυχής
του. Τα Σαββατόβραδα πήγαινε στα
ταβερνάκια της Σπάρτης (ιδιαίτερα στην ταβέρνα του Λουμάκη, στο Ν. Κόσμο), πότε
μόνος, πότε συντροφιά με τον πατέρα του και φίλους, κι όταν τα πρώτα ποτήρια
άνοιγαν τα παραθύρια της ψυχής, έπιανε το μπουζουκάκι του και γίνονταν όλοι
στην ταβέρνα μια παρέα και τραγουδούσαν
τη χαρά και τη λύπη τους, τις αγωνίες, τους καημούς και τις ελπίδες της
ζωής τους αλλά και τα μεράκια της ψυχής τους. Προικισμένος με μουσικό ταλέντο,
ο Χρήστος Ασλιχανίδης, έγινε γρήγορα ένας πολύ καλός μπουζουξής κι αποφάσισε ν’
ανοίξει ένα ταβερνάκι με λαϊκή ορχήστρα (δυο μπουζούκια, κιθάρα και
ακκορντεόν), σ’ ένα υπόγειο, χαμηλά στην Γκορτσολόγου, κοντά στη σημερινή
πλατεία Δούκα. Δυστυχώς η Σπάρτη δεν ήταν έτοιμη (ποτέ δεν
ήταν) να υποστηρίξει ένα τέτοιο μαγαζί και η προσπάθεια του Χρήστου Ασλιχανίδη
δεν περπάτησε. Κάποια στιγμή, κι ενώ συνέχιζε να δουλεύει στο στιλβωτήριο, έλαβε
«πρόσκληση» από τον αδελφό του τον Χαράλαμπο, ράφτη στο Τορόντο, κι
αποφάσισε να φύγει οικογενειακώς για τον Καναδά. Άλλωστε, ΟΛΑ τα αδέρφια του,
το ένα μετά το άλλο, είχαν ακολουθήσει το δρόμο για την ξένη γη. Τόσα και τόσα τραγούδια είχε πει για την
ξενιτιά ο Χρήστος Ασλιχανίδης, τώρα είχε έρθει η ώρα να μάθει την αλήθεια της
ξενιτιάς από κοντά: «Η ξενιτιά έχει καημούς θα πιω πολλά φαρμάκια διώχνει παιδάκια απ’ τη ζωή και λιώνει τα κορμάκια.» (1948, μουσική - στίχοι Απόστολος Καλδάρας,
ερμηνεία Λίτσα Χάρμα και Τόλης Χάρμας) Ο ξεριζωμός απ’ την πατρίδα ήταν μια μεγάλη
και δύσκολη απόφαση και ο αποχωρισμός του Χρήστου Ασλιχανίδη από το
στιλβωτήριο, το μαγαζάκι που έζησε την οικογένειά του επί τόσα χρόνια και
ζέστανε τα όνειρά του ήταν οδυνηρός. Όμως η απόφαση είχε παρθεί. Φορτωμένοι τις βαλίτσες και τις ελπίδες τους
επιβιβάστηκαν μια μέρα του 1966, στο υπερωκεάνιο «ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΗ» (ένα καράβι θρύλο της
ξενιτιάς, το οποίο από τον Δεκέμβριο του 1954 είχε μεταφέρει δεκάδες χιλιάδες
επιβάτες από τον Πειραιά και την Ιταλία προς τη Βόρεια Αμερική) και ξεκίνησαν
το μακρύ ταξίδι προς τη «Γη της Επαγγελίας». Πρόσφυγας κάποτε ο πατέρας και η μάνα,
πρόσφυγες τώρα τα παιδιά και τα εγγόνια. με όνειρο και ελπίδα για μια καλύτερη ζωή. (…) κανένας δεν αφήνει την πατρίδα εκτός αν η πατρίδα είναι μια ιδρωμένη φωνή στο
αυτί σου που λέει φύγε, τρέξε μακριά μου τώρα (…) ΟΥΑΡΣΑΝ ΣΑΙΡ, «ΠΑΤΡΙΔΑ» Πίσω, στη Σπάρτη, έμεινε ο μπαρμπα- Λαυρέντης
Ασλιχανίδης, ο οποίος συνέχισε να δουλεύει το στιλβωτήριο «Ο ΗΛΙΟΣ», εκεί στο
υπογειάκι της οδού Λυκούργου, στις Καμάρες, δίπλα από το σινεμά «ΦΛΟΡΑΛ», μέχρι
το 1975-76, οπότε και έκλεισε για πάντα αυτό το απλό και ταπεινό μαγαζάκι, που
έζησε μιαν οικογένεια Ποντίων προσφύγων και σημάδεψε με την παρουσία του τη ζωή
και τη διαδρομή της μεταπολεμικής Σπάρτης. Τώρα, ο μπαρμπα-Λαυρέντης, μαζί με
τα βάσανα της ζωής, φορτωνόταν και το μαράζι των ξενιτεμένων παιδιών και των
εγγονιών του. Αφού έκλεισε το στιλβωτήριο, έζησε ήσυχα στη Σπάρτη και πέθανε
στα 1985, ενώ, δέκα χρόνια μετά (1995) πέθανε στις ΗΠΑ και η γυναίκα του η
κυρα-Σοφία. Το ταξίδι με το υπερωκεάνιο «ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΗ» προς την Αμερική κράτησε καμιά δεκαριά μέρες και, πλέοντας στον
ωκεανό, το μπουζουκάκι του Χρήστου, μαζί και τα τραγούδια του, έδιναν κουράγιο
στους ταξιδιώτες και τους έπαιρναν τη ζάλη του ταξιδιού από το κεφάλι. Φτάσανε στο Τορόντο, τακτοποιήθηκαν, πιάσανε
δουλειά ο Χρήστος Ασλιχανίδης και η γυναίκα του η Αθηνά στα εργοστάσια και τα
παιδιά συνέχισαν τον δικό τους αγώνα στο σχολείο. Μέσα στο σπίτι τους, στημένο όρθιο σε μια
γωνιά, βρισκόταν το μπουζούκι του Χρήστου κι όταν είχε χρόνο από τη δουλειά το
έπαιρνε και γέμιζε με τις πενιές και το τραγούδι του την «ερημιά» του ξένου
τόπου. Κάποτε, αφού ρίζωσε στο Τορόντο ο Χρήστος
Ασλιχανίδης, και έκανε γνωριμίες με άλλους Έλληνες μουσικούς που εκτίμησαν το
λαϊκό του ταλέντο, αποφάσισαν να φτιάξουν μιαν ορχήστρα (κλαρίνο, βιολί,
μπουζούκι, κιθάρα, κρουστά), για τις ανάγκες διασκέδασης των ξενιτεμένων, στην
οποία έδωσαν το όνομα «Η Ιτιά» προφανώς από το ομώνυμο δημοτικό τραγούδι. Με πίστη στον εαυτό του, όρεξη για δουλειά,
ιδέες και, φυσικά, ταλέντο, ο Χρήστος Ασλιχανίδης έγινε γνωστός και αγαπητός
στην ομογένεια και η ορχήστρα του υπήρξε περιζήτητη στα γλέντια των Ελλήνων της
ξενιτιάς (Καναδά και ΗΠΑ), οι οποίοι, μέσα από το ελληνικό τραγούδι, δυνάμωναν
την απόφασή τους να διατηρήσουν την παράδοση, την πίστη και τους δεσμούς με την
πατρίδα. Οι δουλειές με την ορχήστρα ήτανε τα
Σαββατοκύριακα, κυρίως, ενώ τις άλλες μέρες ο Χρήστος Ασλιχανίδης συνέχιζε να
δουλεύει στη μόνιμη δουλειά του. Ζωή δύσκολη και ανηφορική σε μια ξένη χώρα με
τον καημό της πατρίδας και το όνειρο της επιστροφής πάντα κλεισμένο στα
τρίσβαθα της ψυχής του. Όπως, όμως, συμβαίνει συχνά στη ζωή, όποιο
δέντρο ψηλώνει, το διαλέγει η αστραπή για να το κάψει: Ο Χρήστος Ασλιχανίδης
αρρώστησε βαριά. Η χρόνια επαφή του με τα βερνίκια αλλαγής χρώματος, εκεί στο υπόγειο στιλβωτήριο της Σπάρτης,
ήταν (ίσως) η αιτία για την αρρώστια του. Αφού, επί έξι χρόνια, έδωσε σκληρή
μάχη με υπομονή, καρτερικότητα και αξιοπρέπεια, έσβησε στα 61 του χρόνια, το
1991, αφήνοντας σαν τελευταία του επιθυμία, να ταφεί στο χώμα της πατρίδας,
όπως κι έγινε. (Κάποτε ο πατέρας και η μάνα του, ήρθαν
πρόσφυγες απ’ τον Πόντο στην Ελλάδα για να ζήσουν και τώρα, ο γιος τους ο
Χρήστος, γύριζε από την ξενιτιά στον τόπο που γεννήθηκε, για να «αναπαυθεί»
εκεί για πάντα.) Ο γιος του, ο Λευτέρης Ασλιχανίδης, έχοντας,
πάντα, μέσα στην καρδιά του την Ελλάδα και την Σπάρτη, που οποία αναγκάστηκε να
αποχωριστεί στην πιο τρυφερή κι ευαίσθητη ηλικία του (δεν είχε καν τελειώσει το
Δημοτικό, 11 χρόνων ήταν όταν έφυγε), για να μην «χορταριάσει» και κλείσει ο
δρόμος της επιστροφής, ήρθε στη Σπάρτη, για διακοπές, στα 1982, και δούλεψε ευκαιριακά στη ρεσεψιόν
του ξενοδοχείου «ΔΙΟΣΚΟΥΡΟΙ». Μετά από δυο χρόνια ξανάρθε για να μείνει και
δούλεψε σε Φροντιστήριο Αγγλικών. Του άρεσε η δουλειά του δασκάλου της Αγγλικής
και άνοιξε δικό του Φροντιστήριο στη Σπάρτη. Επειδή ήταν καλός στη δουλειά του,
με άριστη γνώση της Γλώσσας, συνεπής, υπεύθυνος, κοινωνικός, τίμιος, εργατικός
και Δάσκαλος με τα όλα του, το φροντιστήριό του είχε πολλές και καλές επιτυχίες,
με αποτέλεσμα να διακριθεί, να μεγαλώσει και να γίνει περιζήτητο. Ως
«ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΟ ΑΓΓΛΙΚΗΣ Λ. ΑΣΛΙΧΑΝΙΔΗΣ» έγινε φίρμα στη Σπάρτη και στη
Λακωνία, αποτελώντας εγγύηση επιτυχίας, μέχρι το 2015, οπότε και ο Λευτέρης
συνταξιοδοτήθηκε. Σήμερα, ο Λευτέρης Ασλιχανίδης, με την
οικογένειά του και τη μητέρα του την Αθηνά, ζει στη Σπάρτη και κρατά ζωντανή τη
μνήμη και την ιστορία της οικογένειας ΑΣΛΙΧΑΝΙΔΗ, που, πρόσφυγες από τον Πόντο,
βρέθηκαν κάποτε στη Σπάρτη και κατάφεραν να γράψουν μια όμορφη ιστορία ζωής,
χάρη στη δύναμη και τον πλούτο της ψυχής τους. Εκεί στις καμάρες της Σπάρτης όπου κάποτε
υπήρξε το «ΣΤΙΛΒΩΤΗΡΙΟ «ΗΛΙΟΣ» Λ. ΑΣΛΙΧΑΝΙΔΗ», σήμερα έχει υψωθεί μια σύγχρονη
πολυκατοικία. Το ίδιο και δίπλα, εκεί που ήταν το σινεμά «ΦΛΟΡΑΛ». Παραπάνω η
«ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ» έκλεισε κι αυτή. Οι Καμάρες και η Σπάρτη δεν είναι πια ίδιες όπως
παλιά. Οι Σπαρτιάτες κι αυτοί, δεν είναι ίδιοι μ’ εκείνους που κάποτε
περπατούσαν εκεί. Κι όμως: Όσοι παλαιοί των Σπαρτιατών
διαβαίνουν σήμερα στις καμάρες κλείνουν τα μάτια κι ακόμα μυρίζουν τα βερνίκια,
ακούνε τους ήχους και τις κουβέντες από το υπόγειο στιλβωτήριο και βλέπουν τον
μπαρμπα-Λαυρέντη και τον Χρήστο Ασλιχανίδη στο κεφαλόσκαλο, εκεί που ανέβαιναν
για να «πάρουν» λίγον ήλιο, στις στιγμές της ανάπαυλας, να τους λένε καλημέρα. Σπάρτη 19-5-2025 *Ευχαριστώ τον καλό φίλο Λευτέρη Ασλιχανίδη
που μου εμπιστεύθηκε την ιστορία της οικογένειάς του, μαζί και τις φωτογραφίες.![]()
![]()
![]()
![]()
![]()
![]()
![]()
![]()
Βαγγέλης Μητράκος