Δευτέρα, 20 Απριλίου 2026
Γράφει η Στέλλα Γκίνη-Σπύρου
Η Λέσχη Ανάγνωσης Σπάρτης επανέρχεται με το
μυθιστόρημα της συγγραφέως και σκηνοθέτιδος Ελισάβετ Χρονοπούλου, με τον τίτλο «Επί
σκοπώ πλουτισμού». Η ιστορία αυτή είναι μυθοπλασία, βασίζεται όμως σε έρευνα
της συγγραφέως στα Αρχεία του Ειδικού Δικαστηρίου Δωσιλόγων Αθηνών της περιόδου
1945-1949 και έχει ως εξής: Αρχίζει παραμονή Δεκαπενταύγουστου σε ένα
πάρκο έρημο, όπου ένας νέος άνδρας κατά τη διάρκεια της βόλτας του με το σκύλο
του, δέχεται στο κινητό του ένα απρόσμενο περίεργο τηλεφώνημα, από ένα Δημόσιο
Νοσοκομείο. Τον ειδοποιούν ότι ο κύριος Δημοσθένης Λαρίκας 92 ετών, έχει εισαχθεί
σε κρίσιμη κατάσταση στα επείγοντα και πριν χάσει τις αισθήσεις του, παρέδωσε
στους τραυματιοφορείς ένα σημείωμα που έγραφε: «Να ειδοποιηθεί σε περίπτωση θανάτου μου, ο μοναδικός μου
κληρονόμος Ασλανίδης Γεώργιος, εγγονός του Γεωργίου και της Βασιλικής Ασλανίδη». Επισκέπτεται το ταχύτερο τον ασθενή στο
Νοσοκομείο, του σφίγγει το χέρι με συμπόνια, βρίσκεται δίπλα του μέχρι την
τελευταία του στιγμή, συμπάσχοντας με αυτόν, έτσι που ο αφηγητής μας άρχισε να
αισθάνεται ότι βρέθηκε κάποιος να τον σκέπτεται, μέσα στην απόλυτη μοναξιά που
είχε εγκατασταθεί στη ζωή του πλέον. Από το σημείο αυτό αρχίζει να εκτυλίσσεται μια
ιστορία μυστηρίου, η οποία τον οδηγεί
βήμα - βήμα στη μαύρη εποχή της Γερμανικής Κατοχής στην Ελλάδα προ 80
χρόνων. Προς μεγάλη του έκπληξη παίρνει μία επιστολή από συμβολαιογράφο που του
απευθύνει ο αποβιώσας, λέγοντάς του ορθά κοφτά
ότι αυτός με οκτώ μαχαιριές δολοφόνησε το 1951 τον παππού του Γεώργιον
Ασλανίδη 29 ετών και ότι ο φόνος ουδέποτε εξιχνιάστηκε και ότι ουδέποτε
μετανόησε για την πράξη του αυτή, την οποία τέλεσε εν ψυχρώ. Τα βήματα του αφηγητή μας, τον οδηγούν στο
σπίτι που κληρονόμησε, μια παλιά μονοκατοικία, όπου μέσα στο συρτάρι του
κομοδίνου του απρόσμενου δωρητή, βρήκε ένα μπλε τετράδιο σχολικό ογδοντάφυλλο.
Εκεί ξετυλίγεται η ζωή του Δημοσθένη Σαρίκα και της αδελφής του Αμαλίας, ως και
των γονιών τους, από το έτος 1942, όπου ήταν αυτός έντεκα χρονών και η αδελφή
του δέκα πέντε. Η πείνα αβάσταχτη να εξευτελίζει τις ζωές
τους, ο θάνατος, η βία, η τρομοκρατία, όλα μια ζοφερή πραγματικότητα. Σ΄ αυτό
το περιβάλλον η Εθνική Αντίσταση κατά του κατακτητή άρχισε να λειτουργεί και να
περιλαμβάνει στους κόλπους της ακόμη και πολύ νέα παιδιά, στην εφηβεία τους,
όπως την Αμαλία Σαρίκα και την φίλη της Λιλή. Ο Δημοσθένης έκτοτε έχασε την
προστασία της αδελφής του και έβλεπε με λύπη ότι ένα άλλο κορίτσι είχε πάρει τη
μορφή της, που είχε γίνει σκληρή και απλησίαστη, μέχρι τις δέκα έξι Ιουλίου
1944, ημέρα Κυριακή, τελευταία φορά που είδε την Αμαλία ζωντανή. Στη συνέχεια του ελέγχου που έκανε ο αφηγητής
μας στο σπίτι που κληρονόμησε, ξεπήδησαν γεγονότα που συνέβησαν στον χώρο αυτόν
πριν από οκτώ δεκαετίες. Η γιαγιά του Βασιλική που την εποχή εκείνη της άλλαξαν
το όνομα σε «Λιλή», ορφανή χωρίς συγγενείς, βρήκε καταφύγιο στο σπίτι της
κυρίας Πέπης, ως μαθητευόμενη μοδίστρα και βοηθός του σπιτιού της. Εκεί
γνωρίστηκε με την αδελφή του Δημοσθένη Σαρίκα, την Αμαλία και έκτοτε έγιναν
αχώριστες. Μαζί προσχώρησαν σε αντιστασιακές ομάδες, μέχρι που η Λιλή για κακή
τύχη όλων, γνώρισε ένα νεαρό άνδρα 20-25 χρονών, κουστουμαρισμένο με γυαλισμένα
μαλλιά και σκαρπίνια και ρητορική ικανότητα, ώστε να πείθει τους αφελείς και
δύστυχους για τις δήθεν αγαθές του προθέσεις για βοήθεια. Η Λιλή έκτοτε διέκοψε τη δράση της στην
αντίσταση και δεν πίστευε τη φίλη της Αμαλία που την ειδοποιούσε ότι ο
αρραβωνιαστικός της είχε ύποπτες διασυνδέσεις με τον κατακτητή. Το αποτέλεσμα
ήταν να συλληφθεί η Αμαλία από τις Γερμανικές Αρχές Κατοχής, μετά από
πληροφορίες για την αντιστασιακή δράση της, τις οποίες πληροφορίες παρείχε
αφειδώς ο αρραβωνιαστικός της φίλης της Λιλής, να βασανιστεί φρικτά από
κτηνάνθρωπους της Ειδικής Ασφάλειας και αιμοσταγείς δημίους του ξενοδοχείου
"Κρυστάλ" που χρησιμοποιήθηκε ως χώρος ανάκρισης και κράτησης από τη
Γκεστάπο. Ο Γεώργιος Ασλανίδης, πέρασε από το Δικαστήριο
Δωσίλογων, ως κατηγορούμενος, αλλά αντί να σαπίσει στη φυλακή όπως του άξιζε,
βρέθηκε στις 13 Φεβρουαρίου 1951, να περπατάει ελεύθερος στην Αθήνα μπροστά στα
μάτια του Δημοσθένη Σαρίκα, που τον άρπαξε από τα μπράτσα, τον κόλλησε σ΄ έναν
τοίχο και του έμπηξε το μαχαίρι οκτώ φορές στο κορμί του. Η άθλια αυτή δράση των δωσίλογων απατεώνων τις
μαύρες εκείνες ημέρες, γινόταν «επί σκοπώ πλουτισμού» για να απομυζούν τις
οικογένειες των συλληφθέντων, από ό,τι τους απέμεινε από υλικά αγαθά, αλλά και
να απολαμβάνουν ανάλογες χάρες από τη μεριά των κατακτητών. Όλα αυτά προκύπτουν καθαρά από τα διασωθέντα
πρακτικά της δίκης των δωσίλογων. Η φίλη της Αμαλίας, Λιλή - Βασιλική Ασλανίδη, έζησε με μεγάλη
οικονομική άνεση αποκομίζοντας έσοδα από την άνομη δράση του συζύγου της,
μεγάλωσε πλούσια και τον εγγονό της,
αφηγητή μας, σ΄ αυτή την περιπέτεια μετά την απομάκρυνση της μητέρας του
Στεφανίας, έτσι ώστε ο κληρονόμος - αφηγητής μας να μην χρειαστεί να εργαστεί
στη ζωή του. Μένουν όμως στον αναγνώστη
ερωτηματικά για τη συμπεριφορά της Λιλής απέναντι στη φίλη της Αμαλία, η
οποία αποτελεί στο παρόν διήγημα την προσωποποίηση του καλού, αφού δεν είδαμε
να την σώσει όπως περιμέναμε. Αντίθετα η Λιλή - Βασιλική
Ασλανίδη απέφευγε συστηματικά να μιλάει για το παρελθόν στον εγγονό της,
αφηγητή μας, όσες φορές την ρωτούσε εκείνος για τη φωτογραφία του παππού που
κρεμόταν στον τοίχο της τραπεζαρίας. «Μην σκαλίζεις το παρελθόν», του έλεγε, «άφησέ
το να κοιμάται με τους νεκρούς». Όμως, ενώ οι άνθρωποι φεύγουν από τη ζωή, το
παρελθόν παραμένει ζωντανό γιατί σκιαγραφείται από τις πράξεις τους και δεν
διαγράφεται όσο και αν το επιθυμούν. Κάνουμε τη σκέψη ότι ο Δημοσθένης Σαρίκας
δεν θέλησε να πάρει το φονικό του στον τάφο του, αλλά ζήτησε εξιλέωση από τον
εγγονό του δωσίλογου που έφερε και το όνομά του, ανακοινώνοντάς του την αλήθεια
του, στην οποία τον οδήγησε η αδικία της ατιμωρησίας. Οι πράξεις των ανθρώπων σε ακραίες συνθήκες
όπως είναι ο πόλεμος, η πείνα, ο θάνατος, η αδικία, ξετυλίγονται και έρχονται
στο φως, διαβάζοντας το πολύ ενδιαφέρον αυτό βιβλίο, όπως αυτή ήταν και η
επιθυμία της συγγραφέως Ελισάβετ Χρονοπούλου, κατά τη δήλωσή της στην Κρατική
Τηλεόραση. Για τη Λέσχη Ανάγνωσης Σπάρτης
Γράφει η Στέλλα Γκίνη-Σπύρου