Vekrakos
Spartorama | «Καπετάν Γιαννάκης Μερεκούλιας», από τον Βαγγέλη Μητράκο

«Καπετάν Γιαννάκης Μερεκούλιας», από τον Βαγγέλη Μητράκο

Βαγγέλης Μητράκος 25/05/2021 Εκτύπωση Άρθρα Ιστορία Λακωνία
«Καπετάν Γιαννάκης Μερεκούλιας», από τον Βαγγέλη Μητράκο
Ο Αρκαδο-Λάκωνας Αγωνιστής του ’21
Οδός Εμπόρων

Η Επανάσταση του ’21 υπήρξε μια ανυπέρβλητη ιστορική στιγμή όχι μόνο για τους Έλληνες αλλά και για όλους τους λαούς, αφού ποτέ δεν καταγράφηκε στην παγκόσμια Ιστορία τέτοιο προηγούμενο, ένας λαός σκλαβωμένος επί 4 αιώνες σ’ έναν σκληρό και ανελέητο κατακτητή, να καταφέρει να κρατήσει ζωντανή την εθνική του συνείδηση και την αγάπη του για Λευτεριά και να αποτινάξει τον βαρύ ζυγό με σύνθημα «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ή ΘΑΝΑΤΟΣ».

Στον αγώνα αυτόν «ΥΠΕΡ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΟΣ» υπήρξαν εκείνοι οι μεγάλοι ογκόλιθοι που στέριωσαν το θαυμαστό οικοδόμημα της Λευτεριάς, υπήρξαν όμως και οι λίθοι εκείνοι οι «μικροί», που χωρίς αυτούς δεν θα υπήρχε δυνατότητα να πυργωθεί η Ελευθερία και να μείνει όρθια και ακλόνητη παρά τα βαριά χτυπήματα των Οθωμανών και την εχθρική (αρχικά) στάση των ευρωπαϊκών κρατών. Ένας τέτοιος ταπεινός αλλά πολύτιμος λίθος της Λευτεριάς υπήρξε και ο καπετάν Γιαννάκης Μερεκούλιας.

Ο Γιάννης (Γιαννάκης) Μερεκούλιας του Ανδρέα καταγόταν από τις Κολλίνες της Αρκαδίας, με ρίζες (πιθανόν) από το χωριό Τσορωτά (Λευκάσιο) Καλαβρύτων. Όταν ακούστηκε το σάλπισμα της Λευτεριάς πάνω από τη σκλαβωμένη Ελλάδα, ο Γιαννάκης Μερεκούλιας προσέτρεξε αμέσως να τη βοηθήσει να βγει από τα κόκαλα «των Ελλήνων τα ιερά», όπου τόσα και τόσα χρόνια κατοικούσε «πικραμένη, εντροπαλή», καρτερώντας ένα στόμα για να της πει: «έλα πάλι». Σύναξε όλους τους συγχωριανούς του στην πλατεία του χωριού και με θερμά λόγια της καρδιάς τους κάλεσε να γίνουν στρατιώτες της Πατρίδας. Κι εκείνοι, ως απόγονοι των φοβερών Σκιριτών μαχητών, ανταποκρίθηκαν. Με ό,τι όπλο μπόρεσε να βρει ο καθένας, άλλοι με νταλιάνια, άλλοι με σισανέδες, άλλοι με λαζαρίνες, άλλοι με καριοφίλια, με κουμπούρια, με γιαταγάνια και μαχαίρια περασμένα στα σελάχια και στα ζουνάρια τους, ανακήρυξαν με μια φωνή και με μπαταριές που αντήχησαν από τον Ταΰγετο μέχρι αντίκρυ τον Πάρνωνα, τον Γιάννη Μερεκούλια, τον Γιαννάκη τους, αρχηγό και καπετάνιο και κίνησαν απ’ το χωριό τους να βρούνε ένα επαναστατημένο, συγκροτημένο, ελληνικό σώμα για να ενταχθούν, αφήνοντας πίσω τους γονήδες, γυναίκες και παιδιά, χωρίς να ξέρουνε αν ποτέ θα τους ξαναδούν, αποφασισμένοι για «λευτεριά ή για θάνατο».

Γράφουνε αυτά τα παλικάρια του καπετάνιου Γιαννάκη Μερεκούλια, σε ένα πιστοποιητικό της 10ης Σεπτεμβρίου 1846, από εκείνα τα πιστοποιητικά που τόσα χρόνια μετά την απελευθέρωση μάζευαν ταπεινωτικά και κατέθεταν οι Αγωνιστές προς το Οθωνικό καθεστώς, για να αναγνωριστούν οι θυσίες και οι υπηρεσίες τους προς την Πατρίδα και να λάβουν κάποιο βοήθημα, ώστε να ζήσουν αξιοπρεπώς μες τις οικογένειες τους:

 

«Επί τη οριζομένη από τον ποινικόν νόμο ποινή και επί τη υποχρεώσει της ανηκούσης πολιτικής αποζημιώσεως, οι υποφαινόμενοι κάτοικοι της Κολίνας του δήμου Καλτεζών της επαρχίας Μαντινείας πιστοποιούμεν ότι άμα ήρξατο ο ελληνικός αγών ο κύριος Ιωάννης Μερεκούλιας συγχώριος ημών, συλλέξας πολλούς στρατιώτας και τεθείς επικεφαλής αυτών κατετάχθη ως αξιωματικός εις τον στρατόν της Λακεδαίμονος τον διοικούμενον υπό του αρχηγού Π. Ιατράκου προθύμως έδραμεν εις όλας τα μάχας δείξας παραδειγματικήν γενναιότητα και καταφρονήσας πάντοτε τας κακουχίας του πολέμου ομολογούμεν δε ότι υπό την οδηγίαν του ειρημένου κυρίου Ιωάννου Μερεκούλια διατελέσαμε και οι υποφαινόμενοι και ότι πάντοτε μας οδήγησε εις τας κατά του εχθρού μάχας μετά μεγάλης φρονήσεως παροτρύνων και ενθουσιών ημάς και δια τους παραδείγματός του καθιστάς ημάς προθυμοτέρους εις την υπηρεσίαν της πατρίδος εν γένει δε εξεπλήρωσε το χρέος του ως γενναίος αξιωματικός και φιλότιμος Έλλην. 

Εν Κολίνα την 10ην Σεπτεμβρίου 1846
(ακολουθούν 29 υπογραφές)

 

Με μπροστάρη τον καπετάν Γιαννάκη Μερεκούλια, τον ατόφιο αυτό αγωνιστή του ’21, τα παλικάρια από τις Κολλίνες κατηφορίσανε προς τα μέρη του Μυστρά απ’ όπου είχανε έρθει τα μαντάτα ότι συγκέντρωνε στρατό ο Παναγιώτης Γιατράκος, που καταγόταν από την Άρνα της Λακωνίας, είχε σπουδάσει γιατρός, είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία και είχε κάνει σκοπό της ζωής του να βοηθήσει με όλες του τις δυνάμεις να ελευθερωθεί το Γένος.

Στην πορεία του προς τον Μυστρά ο καπετάν Γιαννάκης Μερεκούλιας πέρασε από το Παρδάλι της Λακωνίας και είχε τον λόγο του. Κατά την προ της επαναστάσεως του 1821 εποχή, στο Παρδάλι παραχείμαζαν, για να καλλιεργούν τον εύφορο κάμπο και να βόσκουν τα γίδια τους, πολλοί Κολλινιάτες, μεταξύ των οποίων και ο Ανδρέας Μερεκούλιας, ο πατέρας του καπετάν Γιαννάκη, ενδεχομένως και ο παππούς του. Επομένως το Παρδάλι και οι κάτοικοί του ήταν γνωστοί και οικείοι στον Καπετάν Γιαννάκη, ο οποίος έφερε το μήνυμα της Επανάστασης στο χωριό, ενθουσίασε τους Παρδαλιώτες και πολλοί απ’ αυτούς εντάχθηκαν στο στρατιωτικό του σώμα. Όταν, όλοι μαζί, έφτασαν στον Μυστρά, ο Παναγιώτης Γιατράκος ενθουσιάστηκε για την απρόσμενη αυτή ενίσχυση των λακωνικών στρατευμάτων, εκτίμησε αμέσως τις ηγετικές ικανότητες και τον χαρακτήρα του καπετάν Γιαννάκη Μερεκούλια και τον έκανε δεξί του χέρι σ’ όλες τις επιχειρήσεις που ανέλαβε ή κλήθηκε να συμμετάσχει το σώμα των στρατιωτών της Λακεδαίμονας.

Σε πιστοποιητικό του 1844 που έδωσε ο Παναγιώτης Γιατράκος στον καπετάν Γιαννάκη Μερεκούλια αναγράφονται τα εξής:

 

ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟΝ

Ο υποφαινόμενος χρηματίσας αρχηγός των ατάκτων στρατευμάτων της επαρχίας Λακεδαίμονος πιστοποιώ ότι ο κ. Γιαννάκης Μερεκούλιας κάτοικος εις χωρίον Παρδάλι του δήμου Πελλάνης της αυτής επαρχίας εκατατάχθη στρατιωτικός υπό την οδηγίαν μου αφού εκινήθη η ελληνική επανάστασις είχε υπό την οδηγίαν του τους συγγενείς του και όλους τους συγχωρίους του και μέρος των πλείστων Κολλίνας ήταν επικεφαλής αυτών παρευρέθηκε εις Τριπόλεως μάχας Φραγκόβρυσον, Βαλτετσίου, Δολιανά και εις το Κανοστάσιον έως την άλωσιν του φρουρίου αυτής επαρευρέθηκεν κατά την πολιορκίαν Κορίνθου, Ναυπλίας και Πατρών επαρευρέθηκεν κατά της Ηπείρου εκστρατείας μου Κομπότη και Πέτα (δύο σημαντικών μαχών) κι κατά του Δράμαλη εις Άργος, Δερβενάκια φρικτάς μάχας εκτυπήθη εις την άνωθεν θέσιν παρά του εχθρού εις το μέτωπον κεφαλής του, παρευρέθη και κατά τας πολιορκίας φρουρίων της Μεσσηνίας τα εν την εντοπίων Οθωμανών και κατά των Αράβων έξωθεν του φρουρίου μάχας εφ ού ο υποφαινόμενος εκλείσθην εις Νεόκαστρον απόμεινεν μετά του αυταδελφού μου και λοιπών οπλαρχηγών επαρχιωτικού μας στρατοπεδου παρευρέθη κατά τας Καλάμας μάχας, Αλμυρού, Μπολιανή, Δυράχι και Νταβιάς αφού ελευθερώθην επαρευρέθη κατά της Τριπόλεως γινομένη Αράβων μάχας Μεχμέταγα και λοιπά. Αποδείχθη μέχρι τέλος πάντοτε πρόθυμος και με γενναιότητα και άκρως υπακοήν εις τους ανωτέρους του και με άβλητον διαγωγήν ετελείωσεν εντελέστατα τα στρατιωτικά του χρέη όθεν η […] εκάλεσεν. Κα’ αίτησίν του δίδεται το παρόν πιστοποιητικόν εις χείρας του δια να του χρησιμεύσει όθεν ανήκει και υποφαίνομαι.

Π. Γιατράκος
Εν Σπάρτη τη 25 Μαΐου 1844

 

Αφού, λοιπόν, συγκροτήθηκε το στρατιωτικό σώμα του Παναγιώτη Γιατράκου, έλαβε διαταγές από τον Κολοκοτρώνη να μεταβεί στην Αρκαδία όπου ήδη είχε αρχίσει η πολιορκία της Τρίπολης κι εκεί κλήθηκαν να ενισχύσουν τις δυνάμεις του Νικηταρά, που κατά διαταγήν του Κολοκοτρώνη βρισκόταν στο Φραγκόβρυσο, περιοχή κοντά στο λόφο της Ασέας, όπου αναβλύζουν οι πηγές του Αλφειού. Οι Τούρκοι θορυβημένοι από τις κινήσεις αποκλεισμού της Τρίπολης που επιχειρούσαν οι Έλληνες προσπάθησαν να ενισχυθούν από πλευράς εφοδίων. Στις 30 Μαρτίου 1821 ένα τουρκικό σώμα περνούσε από το Φραγκόβρυσο συνοδεύοντας ένα τεράστιο κοπάδι (5.000 - 6.000 πρόβατα) από την Καρύταινα στην Τρίπολη. Ο Νικηταράς, όταν το έμαθε, τους βγήκε μπροστά με το ασκέρι του. Στη μάχη που έγινε σκοτώθηκαν αρκετοί Τούρκοι, τους πήραν οι Έλληνες τα ζωντανά τους και όσοι γλίτωσαν αναγκάστηκαν να τραβηχτούν προς την Τρίπολη. Στη μάχη αυτή του Φραγκόβρυσου διέπρεψε ο Καπετάν Γιαννάκης Μερεκούλιας δίνοντας με τη γενναιότητα και την τόλμη του, θάρρος και δύναμη στους Έλληνες αγωνιστές, σε μια από τις πρώτες συγκρούσεις των Ελλήνων με τους Τούρκους αμέσως μετά την έναρξη της Επανάστασης.

Όσο ο καιρός περνούσε τόσο ο Κολοκοτρώνης έσφιγγε τη «θηλιά» γύρω από την Τρίπολη, αφού με το στρατηγικό μυαλό του έβλεπε (κι ας διαφωνούσαν όλοι οι άλλοι) ότι μόνο αν έπεφτε η Τρίπολη που ήταν το σημαντικότερο διοικητικό, στρατιωτικό και οικονομικό κέντρο του Μοριά με ιδιαίτερη στρατηγική σημασία, θα μπορούσε να στεριώσει και να πετύχει η Επανάσταση.

Οι Τούρκοι διαβλέποντας τους σκοπούς του Κολοκοτρώνη προσπάθησαν να λύσουν την πολιορκία βγάζοντας ισχυρά στρατιωτικά σώματα από την Τρίπολη για να χτυπήσουν τα ελληνικά στρατόπεδα. Έτσι, στις 6 Μαΐου 1821 ο κεχαγιάμπεης του Χουρσίτ Πασά, ονόματι Μουστάφ (Μουσταφάμπεης), βγήκε από την Τρίπολη με 12.000 στρατό, για να διαλύσει το ελληνικό στρατόπεδο του Βαλτετσίου, στο οποίο βρίσκονταν 2.300 άνδρες. Η μάχη ήταν σφοδρή και κράτησε μέχρι που βράδιασε. Τότε ήρθαν ελληνικές ενισχύσεις από τα Βέρβαινα, που ανάμεσά τους ήταν και οι δυνάμεις του Παναγιώτη Γιατράκου και του καπετάν Γιαννάκη Μερεκούλια.

Το πρωί η μάχη συνεχίσθηκε με τη σφοδρότητα της προηγουμένης. Οι Έλληνες ενισχυμένοι άρχισαν να παίρνουν «το απάνω χέρι» και ο Μουσταφάμπεης διέταξε υποχώρηση. Οι Έλληνες αναθάρρησαν, βγήκαν από τα ταμπούρια και πήραν στο κυνήγι τους Τούρκους, οι οποίοι υποχωρούσαν άτακτα. Πρώτος ανάμεσα στους Έλληνες, με το γιαταγάνι στο χέρι, ο καπετάν Γιαννάκης Μερεκούλιας, ο οποίος καθοδηγούσε το μπουλούκι του κι έφτασε μαζί με τους άλλους Αγωνιστές κυνηγώντας τους Τούρκους μέχρι που μπήκανε (όσοι σώθηκαν) μέσα στα τείχη.

Η μάχη στο Βαλτέτσι κράτησε σχεδόν 23 ώρες και ήταν η πρώτη σημαντική νίκη του Αγώνα. Ο Κολοκοτρώνης μάζεψε τους Έλληνες νικητές κι έχοντας γύρω του τους άλλους οπλαρχηγούς, και τον Μερεκούλια, είπε ότι η ημέρα αυτή πρέπει να καθαγιαστεί με νηστεία όλων και να εορτάζεται η επέτειός της «εις αιώνας αιώνων, έως ου στέκει το έθνος, διότι ήτο η ελευθερία της πατρίδος».

Από το στρατόπεδο του Βαλτετσίου ο καπετάν Γιαννάκης Μερεκούλιας με τα παλικάρια του βρέθηκε στο στρατόπεδο των Βερβαίνων σύμφωνα με τις διαταγές και τους σχεδιασμούς του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.

Στις 18 Μαΐου 1821, τα ξημερώματα, ισχυρή τουρκική δύναμη (4.000 άνδρες και κανόνια) υπό τον Κεχαγιάμπεη, βγήκε από την Τριπολιτσά, με στόχο τη διάλυση του ελληνικού στρατοπέδου στα Βέρβαινα. Σε αλλεπάλληλες μάχες στα Βέρβαινα και στα Δολιανά οι Έλληνες με αρχηγούς τον Νικηταρά, τον ντόπιο Κ. Καράμπελα, τον Αγιοπετρίτη Αναγνώστη Κονδάκη, τον Τεγεάτη Λάμπρο Ριζιώτη, τους Μαυρομιχαλαίους, τον Παν. Γιατράκο και τον Γιαννάκη Μερεκούλια από τη Λακωνία και τους τρεις επισκόπους ενεργούς αγωνιστές Βρεσθένης Θεοδώρητο, ο Έλους Άνθιμο και Μελιτίνης Ιωακείμ, νίκησαν τους Τούρκους και τους ανάγκασαν, κακήν - κακώς, να γυρίσουν υποχωρώντας ατάκτως και να κλειστούν στην Τρίπολη. Η νίκη αυτή τόνωσε το ηθικό των επαναστατών και άνοιξε το δρόμο για την άλωση της Τριπολιτσάς, καθώς οι πολιορκητές προώθησαν τα στρατόπεδά τους πιο κοντά στην πόλη, σε θέσεις όπως η Ζαράκοβα και τα Τρίκορφα.

Ο καπετάν Γιαννάκης Μερεκούλιας από τις Κολλίνες της Αρκαδίας, με τα παλικάρια του, παρέμεινε από το διάστημα Ιούνιος 1821 - Σεπτέμβρης 1821 γύρω από την Τρίπολη, συμμετέχοντας ενεργητικά και αποφασιστικά στην πολιορκία της και στις 23 Σεπτεμβρίου 1821 και ήταν από τους πρωτεργάτες της Άλωσης της πόλης, αφού βρέθηκε να είναι μεταξύ εκείνων των Ελλήνων που πάτησαν τα τείχη και εισέβαλαν στην Τριπολιτσά, από το πιο σημαντικό σημείο των τειχών που ήταν το Κανονοστάσιο, το μέρος δηλαδή που ήταν τοποθετημένα τα τουρκικά κανόνια. Εκείνο το πρωί της 23ης Σεπτεμβρίου 1821 επικρατούσε σ’ όλη την Τρίπολη μεγάλη αναταραχή, αφού οι μεν Αλβανοί ετοιμάζονταν να αποχωρήσουν ασφαλείς (έτσι όπως είχαν συμφωνήσει με τον Κολοκοτρώνη) οι δε Τούρκοι να κάνουν νέες διαπραγματεύσεις με τους Έλληνες. Έτσι, λόγω της αναστάτωσης, έμεινε το κανονοστάσιο της πύλης του Ναυπλίου αφρούρητο. Τότε, στις 9 το πρωί, πενήντα Έλληνες (μεταξύ αυτών και ο καπετάν Γιαννάκης Μερεκούλιας) με επικεφαλής τον Μανώλη Δούνια, πατώντας ο ένας πάνω στους ώμους του άλλου, ανέβηκαν στο τείχος, μπήκαν μέσα στην Τρίπολη, σήκωσαν την Ελληνική Σημαία και ύστερα άνοιξαν τις πύλες για να μπουν και οι άλλοι πολιορκητές. Το τι επακολούθησε μπορεί ο καθένας να το φανταστεί: Τετρακόσια χρόνια σκλαβιάς ξέσπασαν σαν οργισμένο θολό ποτάμι πάνω στους 30.000 περίπου Τούρκους της Τρίπολης. Ο Κολοκοτρώνης γράφει στα απομνημονεύματά του: 

« Το άλογό μου από τα τείχη έως τα σαράγια δεν επάτησε γη. Το ασκέρι όπου ήταν μέσα, το ελληνικό, έκοβε και σκότωνε, από Παρασκευή έως Κυριακή, γυναίκες, παιδιά και άντρες, τριάντα δύο χιλιάδες». 

Στις μάχες αυτές που έγιναν για την κατάληψη της Τρίπολης ο καπετάν Γιαννάκης Μερεκούλιας, πολεμώντας στήθος με στήθος με τους Τούρκους, δέχτηκε ένα βαρύ πλήγμα στο μέτωπο. Δεν του κόστισε τη ζωή, όμως σ’ ολόκληρη τη ζωή του καμάρωνε για το σημάδι αυτό και το θεωρούσε το μεγαλύτερο μετάλλιο και την πιο τρανή περηφάνια του για όσα προσέφερε στον αγώνα της Ελευθερίας του Γένους. Γράφει σχετικά σε αίτησή του, στα 1846, όταν ακόμα αγωνίζεται (όπως κι όλοι οι Αγωνιστές) να τύχει μιας βοήθειας και αναγνώρισης από το Ελληνικό Κράτος: 

«…Αλλά μου μένει από μεν το κοινόν ο τίτλος καπιτάνου τον οποίον οι πάντες μου αποδίδουν και λαλούντες και γράφοντες, ως αναφαίρετον ιδιότητα αποκτηθείσα εις τον πεδίον πολλών και ενδόξων μαχών, εν εμαυτό δε επί του μετώπου εκζάλιπτον δίπλωμα πολύς τραύματος κατά την πολιορκία Τριπολιτζάς, το οποίον διακηρύττει και κατά την ορθήν κρίσιν των αρχαίων Σπαρτιατών, ότι πάντοτε αντέταξα στήθος κατά των εχθρών της πατρίδος. …»

 

Μετά την κατάληψη της καρδιάς του Μοριά, της Τρίπολης, ο καπετάν Γιαννάκης Μερεκούλιας με άλλους οπλαρχηγούς βρέθηκε, τον Δεκέμβριο του 1821, έξω από το ισχυρό φρούριο της Ακροκορίνθου, το οποίο οι Έλληνες πολιορκούσαν ήδη από τον Μάη του 1821 με επικεφαλής τον Καλαβρυτινό Αναγνώστη Πετμεζά και τον Υδραίο Κωστή Μεθενίτη. Με την ενίσχυση των πολιορκητών από εκείνους που ήρθαν από την Τρίπολη οι Τούρκοι αναγκάστηκαν να παραδοθούν με συνθηκολόγηση που κανονίστηκε το πρωί της 14ης Ιανουαρίου του 1822. Έτσι ο καπετάν Γιαννάκης Μερεκούλιας ήταν κοντά στον Θ. Κολοκοτρώνη την ώρα που στη βόρεια πύλη του Ακροκορίνθου οι Τούρκοι πασάδες με επικεφαλής τον φρούραρχο Ασλάν Μπέη, του παρέδωσαν τα κλειδιά του κάστρου, τονίζοντας τη φράση: «Χαλάλι σας! Χαλάλι σας!». Ύστερα ο Κολοκοτρώνης σταύρωσε τρεις φορές το πάνω μέρος της πύλης με την Ελληνική σημαία και βροντοφώναξε: «Εμπάτε, Έλληνες!». Κι ενώ ο επίσκοπος Δαμαλών Ιωνάς, καβάλα στ’ άλογό του, ύψωνε το σταυρό και ευλογούσε τα μπαρουτοκαπνισμένα παλληκάρια και οι βράχοι αντιλαλούσαν από ζητωκραυγές και τουφεκιές, ο γέρος του Μοριά, σκαρφαλωμένος στο πιο ψηλό σημείο του Κάστρου, έστηνε την Ελληνική σημαία. Ήταν η γαλανόλευκη με το σταυρό, στο σχέδιο που μόλις πριν λίγες ημέρες είχε εγκρίνει η Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου και που για πρώτη φορά κυμάτιζε στον ελεύθερο ελληνικό ουρανό.

Σίγουρα, εκείνες τις στιγμές, ο καπετάν Γιαννάκης Μερεκούλιας θα ένιωθε ευλογημένος απ’ το Θεό και δικαιωμένος από τους συγχωριανούς του Αγωνιστές, που μέσα σε λιγότερο από 1 χρόνο, είχαν λάβει μέρος σε τόσες αποφασιστικές και νικηφόρες μάχες για την Ελευθερία της Πατρίδας και είχαν κυριεύσει δυο ισχυρότατα τουρκικά φρούρια, εκείνα της Τριπολιτσάς και του Ακροκόρινθου.

Όμως οι μεγάλες νίκες και οι χαρές δεν είχαν ακόμα τελειώσει. Από το στρατόπεδο του Ακροκόρινθου ο καπετάν Γιαννάκης Μερεκούλιας με το σώμα του βρέθηκε στο στρατόπεδο του Ναυπλίου, εκεί που οι Έλληνες (από το Δεκέμβρη του 1821) πολιορκούσαν το άλλο σημαντικό κάστρο του Μοριά, το Παλαμήδι.

Οι κινήσεις και οι συμμετοχές του καπετάν Γιαννάκη Μερεκούλια με τους πολεμιστές του δίνουν μιαν εικόνα των πολεμικών επιχειρήσεων που είχαν αναλάβει οι Έλληνες στο Μοριά με την καθοδήγηση, κυρίως, του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη: Ο «στρατός» του ’21 ήταν ένας στρατός άτακτος και αποτελούταν από διάφορα μπουλούκια καπεταναίων, τα οποία ήταν δύσκολο, έως ακατόρθωτο, να έρθουν σε συνεννόηση, συνεργασία και οργανωτική συνοχή κάτω από μια γενικά αποδεκτή στρατιωτική ιεραρχία. Έτσι ήταν αδύνατο να υπάρξει ένα ολοκληρωμένο και συνολικά οργανωμένο σχέδιο για το τι πρέπει να γίνει και ποιοι θα το κάνουν. Οι προσπάθειες ήταν αποσπασματικές και χωρίς σύνδεση μεταξύ τους, με τοπικά (περισσότερο) χαρακτηριστικά. Μόνο ο Κολοκοτρώνης και αργότερα ο Καραϊσκάκης κατάφεραν, χάρη στις ηγετικές και στρατηγικές τους ικανότητες και στην ισχυρή τους προσωπικότητα, να συγκροτήσουν (όχι πάντα) αυτές τις σκόρπιες δυνάμεις κάτω από μια ενιαία διοίκηση, προσανατολισμένες σε επεξεργασμένους στρατηγικούς στόχους. Ο στρατός αυτός του ’21 ήξερε μόνο τον κλεφτοπόλεμο («χτύπα-φεύγα»), δεν είχε ούτε ιδέα ούτε εκπαίδευση τακτικής και βέβαια είχε τρομερά και ανυπέρβλητα προβλήματα ως προς το οπλισμό, τα εφόδια και τα πολεμοφόδια. Την πιο σαφή εικόνα για τον στρατό του ’21 την δίνει ο ίδιος ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης στα απομνημονεύματά του:

 

«Η αρχηγία ενός στρατεύματος ελληνικού ήτον μία τυραννία, διατί έκαμνε και τον αρχηγό, και τον κριτή, και τον φροντιστή, και να του φεύγουν κάθε μέρα και πάλι να έρχονται. Να βαστάει ένα στρατόπεδο με ψέμματα, με κολακείες, με παραμύθια. Να του λείπουν και ζωοτροφίες και πολεμοφόδια, και να μην ακούν και να φωνάζει ο αρχηγός. Ενώ εις την Ευρώπη ο αρχιστράτηγος διατάττει τους στρατηγούς, οι στρατηγοί τους συνταγματάρχας, οι συνταγματάρχαι τους ταγματάρχας και ούτω καθεξής. Έκανε το σχέδιό του και εξεμπέρδευε. Να μου δώσει ο Βελιγκτών σαράντα χιλιάδες στράτευμα το εδιοικούσα, αλλ΄ αυτουνού να του δώσουν πεντακόσιους Έλληνας δεν ημπορούσε ούτε μία ώρα να τους διοικήσει. Κάθε Έλληνας είχε τα καπρίτσια του, το θεό του, και έπρεπε να κάμει δουλειά κανείς με αυτούς, άλλον να φοβερίζει, άλλον να κολακεύει, κατά τους ανθρώπους.»

 

Έτσι, μέσα σ’ αυτά τα αντικειμενικά πλαίσια, βλέπουμε τον καπετάν Γιαννάκη Μερεκούλια με το σώμα του, να «τρέχει» πότε εδώ και πότε εκεί, όπως άλλωστε έκαναν όλοι οι καπεταναίοι με τα σώματα που είχαν συγκροτήσει, ενισχύοντας τοπικές δράσεις που είχαν ήδη ξεκινήσει κι εξελίσσονταν, είτε γιατί το καλούσαν οι περιστάσεις είτε γιατί προσέβλεπαν σε μια επιτυχία που θα απέφερε λάφυρα, οπλισμό, εφόδια κλπ.

Ακολουθώντας ΚΑΙ στο Ναύπλιο την ίδια επιτυχημένη πρακτική της πολιορκίας της Τρίπολης, οι Έλληνες, χωρίς να προβαίνουν σε πολεμικές επιχειρήσεις «έσφιξαν» τόσο την πολιορκία, ώστε το Ναύπλιο άρχισε να λιμοκτονεί. Τελικά, ύστερα από 11 μήνες, περίπου, τη νύχτα της 29ης προς την 30η Νοεμβρίου του 1822 μια πολιορκητική ομάδα με αρχηγό τον Στάικο Σταϊκόπουλο, μαθαίνοντας ότι το φρούριο δεν φυλασσόταν καλά αφύλακτο επειδή οι Τούρκοι είχαν κατεβεί στο Ναύπλιο για να συσκεφθούν περί συνθηκολόγησης, σκαρφάλωσαν στο φρούριο και από μέσα άνοιξαν την πόρτα, από την οποία μπήκαν όλοι οι άλλοι και κατέλαβαν το Παλαμήδι. Την επόμενη μέρα έστρεψαν τα κανόνια προς το Ναύπλιο και ανάγκασαν τους Τούρκους να παραδοθούν.

Από τις Κολλίνες της Αρκαδίας στο Μυστρά, λοιπόν, ο καπετάν Γιαννάκης Μερεκούλιας, μετά στην πολιορκία και την άλωση της Τρίπολης, ύστερα στην πολιορκία και κατάληψη του Ακροκόρινθου και μετά στο Παλαμήδι. Ήταν ακόμα η «καλή» περίοδος της Επανάστασης όπου οι Έλληνες μονοιασμένοι και με φλόγα αγωνιστική αγωνίζονταν για Ελευθερία. Λίγο αργότερα άρχισαν οι διαμάχες, οι φαγωμάρες, οι προσωπικές αντιζηλίες και οι παρεμβάσεις των ξένων, που οδήγησαν στον εμφύλιο κι έδωσαν τη δυνατότητα στους Τουρκο-Αιγύπτιους να γκρεμίσουν ό,τι με το αίμα τους είχαν πυργώσει οι αγωνιστές στα πρώτα χρόνια της Επανάστασης.

Από το Ναύπλιο το σώμα του Γιαννάκη Μερεκούλια, πάντα ενταγμένο στα «όπλα της Λακεδαίμονος» υπό τας διαταγάς του Παναγιώτη Γιατράκου, βρέθηκε να ενισχύει, στην πολιορκία των Πατρών, τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και τα στρατεύματά του. Ύστερα από τις νίκες των Ελλήνων στη Χαλανδρίτσα και στο Γηροκομείο, η πολιορκία της Πάτρας κυλούσε πολύ θετικά για τους Έλληνες. Όμως η διαπάλη πολιτικών και στρατιωτικών, που υπήρξε η κύρια αιτία του εμφυλίου είχε αρχίσει να δείχνει το αποκρουστικό πρόσωπό της: Η Κυβέρνηση (Εκτελεστικό) του Μαυροκορδάτου, προκειμένου να υπονομεύσει τον Κολοκοτρώνη που με τις αλλεπάλληλες επιτυχίες του είχε κερδίσει την καθολική αναγνώριση του ελληνικού λαού, δεν τροφοδότησε τους πολιορκητές παρά τις διαμαρτυρίες του Κολοκοτρώνη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να πολιορκούν τους δώδεκα χιλιάδες Τούρκους, που ήταν μέσα στην Πάτρα, μόνο εξακόσιοι άντρες. Έτσι ο Κολοκοτρώνης, αφού υπέγραψε με άλλους οπλαρχηγούς μία συνθήκη στο Σαράβαλι, διέλυσε τη πολιορκία στις 23 Ιουνίου 1822 και η Πάτρα παρέμεινε στα χέρια των Τούρκων. Ο Εμφύλιος βρισκόταν ήδη επί θύρας και τα δυσμενή αποτελέσματά του για τον Αγώνα άρχισαν να έρχονται το ένα μετά το άλλο.

Το στρατιωτικό σώμα του Γιαννάκη Μερεκούλια μαζί με το λοιπό στράτευμα του Π. Γιατράκου, μετά τη λύση της πολιορκίας της Πάτρας και τη διάλυση του εκεί ελληνικού στρατοπέδου, υπακούοντας – προφανώς - στις εντολές της Κυβέρνησης εντάχθηκε στο εκστρατευτικό σώμα που δημιουργήθηκε για να σπεύσει σε βοήθεια των πολιορκούμενων Σουλιωτών, με επικεφαλής τον Πρόεδρο του Εκτελεστικού (Πρωθυπουργό θα λέγαμε σήμερα) Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο!!! Δηλαδή, ένας πολιτικός, άσχετος με τα στρατιωτικά, μπαίνει επικεφαλής μιας στρατιωτικής επιχείρησης, για να αποδείξει ότι δεν έχει ανάγκη τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και τους άλλους στρατιωτικούς αρχηγούς της Επανάστασης. Το σώμα αυτό, προχωρώντας βόρεια στη δυτική Ελλάδα, στρατοπέδευσε στις 10 Ιουνίου 1822 στο Κομπότι της Άρτας. Οι Τούρκοι επιτέθηκαν στο ελληνικό στρατόπεδο με 500 ιππείς, επικεφαλής των οποίων ήταν ο Ισμαήλ Πασάς Πλιάσας. Ο Μάρκος Μπότσαρης, όμως, που είχε αντιληφθεί τις προθέσεις των Τούρκων, είχε οχυρώσει τους Έλληνες σε φυσικές τάφρους της περιοχής. Έτσι, όταν οι ιππείς του Πλιάσα άρχισαν την επίθεση, βρέθηκαν μπροστά σε απροσδόκητη αντίσταση, στην οποία πρωτοστατούσε ο φιλέλληνας Γερμανός στρατηγός Νόρμαν. Οι Τούρκοι υποχρεώθηκαν να υποχωρήσουν προς την Άρτα κυνηγημένοι από τους Έλληνες, αφήνοντας πίσω τους πολλούς νεκρούς, ανάμεσα στους οποίους ήταν κι ο κεχαγιάς του Πλιάσα, ο Μετζάλης. Στη μάχη αυτή διακρίθηκε και πάλι για την ανδρεία του ο καπετάν Γιαννάκης Μερεκούλιας. Τόσο όμως αυτός όσο και οι λοιποί συναγωνιστές του δεν μπορούσαν να φανταστούν τη συμφορά που ερχόταν ως απότοκος των εγκληματικών επιλογών της κυβέρνησης και του Μαυροκορδάτου:

Το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα αναχώρησε, στη συνέχεια, από το Κομπότι και στρατοπέδευσε στο χωριό Πέτα κοντά στην Άρτα. Στις 4 Ιουλίου 1822, οι Τούρκοι (7.000-8.000 στρατιώτες) με επικεφαλής τον Ρεσίτ πασά ή Κιουταχή επιτέθηκε εναντίον των Ελλήνων (2.000 περίπου), οι οποίοι παρά την ηρωική αντίστασή τους, χωρίς στρατιωτική καθοδήγηση και με βαριά στρατηγικά λάθη του άπειρου Μαυροκορδάτου, υπέστησαν δεινή ήττα, ενώ αποδεκατίσθηκε και το σώμα των Φιλελλήνων. Ο βαρι? πληγωμένος στρατηγ?ς Νόρμαν είπε στον Μαυροκορδάτο: «πρίγκηπα, όλα τα χάσαμε, εκτ?ς απ? την τιμή». Οικτρή ήταν η τύχη και όσων πιάστηκαν αιχμάλωτοι, καθώς υποχρεώθηκαν από τους Τούρκους να μεταφέρουν τα κομμένα κεφάλια των νεκρών συναγωνιστών τους στην Άρτα. Εκεί, ύστερα από σκληρότατα βασανιστήρια, αποκεφαλίστηκαν όλοι. Ύστερα από τρία χρόνια επιτυχιών οι Έλληνες δοκίμαζαν την πρώτη μεγάλη στρατιωτική ήττα και τις βαρύτερες απώλειες από οποιαδήποτε άλλη μάχη κατά τα τρία πρώτα χρόνια της επανάστασης, ενώ ανάλογη ήταν και η πτώση του ηθικού τους.

Μετά τη μάχη του Πέτα, ο Μπότσαρης, με τα απομεινάρια του εκστρατευτικού σώματος, υποχώρησε στο Μεσολόγγι μαζί με τον Μαυροκορδάτο και οι Σουλιώτες, αβοήθητοι πλέον, αποχαιρέταγαν το Σούλι στις 2 του Σεπτέμβρη 1822.

Ο καπετάν Γιαννάκης Μερεκούλιας κατάφερε να επιζήσει απ’ αυτήν την πανωλεθρία και με όσους απέμειναν από τους συναγωνιστές του, προφανώς απογοητευμένος οικτρά, αφού έμεινε για ένα διάστημα στο Μεσολόγγι, προτίμησε να γυρίσει στο Μοριά και να αναζητήσει τη σιγουριά του Αρχιστράτηγου του Αγώνα, του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, ο οποίος βρισκόταν στην Αργολίδα προσπαθώντας, με μύριες δυσκολίες, να οργανώσει αντίσταση στη στρατιά του Μαχμούτ πασά της Λάρισας ή αλλιώς Δράμαλη (30.000 πεζούρα και καβαλαρία), η οποία είχε εισβάλει στο Μοριά, είχε ανακαταλάβει το φρούριο του Ακροκόρινθου κι ετοιμαζόταν να προχωρήσει προς το Άργος. Ο καπετάν Γιαννάκης Μερεκούλιας, κατ’ εντολήν του Κολοκοτρώνη και του Δ. Υψηλάντη, με τους άντρες του και με άλλους Έλληνες ανέλαβαν την πιο επικίνδυνη και απόκοτη αποστολή, να υπερασπίσουν τη «Λάρισα», το φρούριο του Άργους, όπου ήδη ήταν κλεισμένοι λίγοι Έλληνες με επικεφαλής τον οπλαρχηγό Θανάση Καρύγιαννη ή Καραγιάννη (από τη Μάνη ή ίσως από την Αράχοβα της Λακωνίας).

 

«Έκραξα τότε τον Πέτρο Μπαρμπιτσιώτη και το Θεόδωρο Ζαχαρόπουλο και τον Αντώνη Κουμουστιώτη και τους λέγω: Να πάτε να μου πιάσετε το κάστρο του Άργους με 100 ανθρώπους διαλεκτούς, και πιάνοντας το κάστρο να κάμετε φανό, ότι έπιασαν το κάστρο. Με απεκρίθηκαν: Πάμε, μα χανόμεθα. Τους είπα: Πηγαίνετε κι εγώ σας παίρνω εις τον λαιμό μου. Και έτσι επήγαν και έκαμαν τον φανό».
Απομνημονευμτα Κολοκοτρώνη

 

Ο Δράμαλης, φθάνοντας με το ασκέρι του στο Άργος, στις 12 Ιουλίου 1822, αποφάσισε να στρατοπεδεύσει προκειμένου να καταλάβει το κάστρο Λάρισα (ήταν το πρώτο κατά τη κάθοδό του στην Πελοπόννησο που πρόβαλε αντίσταση), μη θέλοντας στη πορεία του για Τρίπολη ν’ αφήσει πίσω του εχθρικές εστίες. Έτσι ξεκίνησε από την επομένη η πολιορκία του κάστρου. Οι πολιορκούμενοι, όμως, αντιστέκονταν σθεναρά κι ο Δράμαλης χρονοτριβούσε, δίνοντας δυνατότητα στον Κολοκοτρώνη να συγκεντρώνει στρατό, έτσι όπως ήταν ο στρατηγικός σχεδιασμός του. Τελικά στις 22-23 Ιουλίου ο Κολοκοτρώνης αποφάσισε να απεγκλωβίσει τους πολιορκούμενους στο κάστρο του Άργους. Με γενικευμένη επίθεση, «ολοτρόγυρα», όπως ο ίδιος λέει, ως αντιπερισπασμό, έδωσε την ευκαιρία στους κλεισμένους να διασπάσουν τον τουρκικό κλοιό και να ενωθούν τις πρωινές ώρες με τους επιτιθέμενους Έλληνες. Το πρωί της 24ης Ιουλίου οι Τούρκοι μπήκαν στο φρούριο και το βρήκαν έρημο και άδειο τόσο από εφόδια όσο και από θησαυρούς που πίστευαν ότι θα βρουν εκεί.

Ο οπλαρχηγός Γιαννάκης Μερεκούλιας και πάλι είχε καταφέρει, χάρη στη βοήθεια του Θεού και την τόλμη του, να βγει σώος και νικητής, έχοντας καταφέρει με τους συμπολεμιστές του κάτι αδιανόητο: Να καθυστερήσουν τον Δράμαλη επί 12 ολόκληρες μέρες και να δώσουν τον χρόνο στον Θ. Κολοκοτρώνη να μαζέψει στράτευμα για τη μεγάλη και ανεπανάληπτη μάχη στα Δερβενάκια. Ήταν η πρώτη αντίσταση που συνάντησε ο Δράμαλης απ’ αρχής της εκστρατείας του. Όπως έγραψε ο G. Finley στο βιβλίο του Ηistory of the Greek Revolution. London 1861, σσ. 388-389:

 

«Η σημασία της πρόσκαιρης αντίστασης στην Ακρόπολη του Άργους υπήρξε τόσο μεγάλη, ώστε τα ονόματα των ανδρών εκείνων πρέπει να αναγράφονται και να τυγχάνουν της ευγνωμοσύνης του έθνους.»

Αφού κατάφερε να βγει σώος από το φρούριο του Άργους, ο Γιαννάκης Μερεκούλιας, πήρε αμέσως θέση στο πιο καίριο σημείο της πολιορκίας που είχε οργανώσει ο Κολοκοτρώνης για τη στρατιά του Δράμαλη, στο Σούλι, ορεινό χωριό της Σικυωνίας, όπου είχε στηθεί το Γενικό Στρατόπεδο των Ελλήνων, με σκοπό να πιαστούν όλες οι επίκαιρες θέσεις γύρω από το Άργος, έτσι ώστε να πολιορκηθεί στενά ο Δράμαλης και να εξαναγκασθεί σε παράδοση, από έλλειψη ζωοτροφών. Πράγματι το σχέδιο του Κολοκοτρώνη πέτυχε για μια ακόμα φορά: Η στρατιά του Δράμαλη, πολύ «στενοχωρημένη» λόγω αδυναμίας εφοδιασμού της από τον αποκλεισμό που της είχε κάνει ο Κολοκοτρώνης, αποφάσισε να επιστρέψει στην Κόρινθο για ανεφοδιασμό και ανασυγκρότηση. Ο οξυδερκής Κολοκοτρώνης αντιλήφθηκε τόσο τις προθέσεις του Δράμαλη, όσο και την οδό διαφυγής του, μέσα από τα Δερβενάκια (ορεινό πέρασμα μεταξύ Κορίνθου και Άργους. Έτσι, τοποθέτησε έγκαιρα τον στρατό του (περίπου 2.300 Έλληνες) σε στρατηγικά σημεία των στενών και ανέμενε τη διέλευση του τουρκικού στρατού. Την προηγουμένη της μάχης, ο Κολοκοτρώνης ανέβηκε στη στέγη ενός σπιτιού και εμψύχωσε τους μαχητές με μια ομιλία που διασώζει ο Φωτάκος:

"Έλληνες, σήμερα εγεννήθημεν και σήμερα θα πεθάνωμεν δια την σωτηρίαν της πατρίδος μας και δια την εδικήν μας. Σήμερα ο καθείς από εμάς θα καταδιώκη πολλούς, θα πάρητε λάφυρα πολλά και θησαυρούς του Αλή Πασιά θα τους μοιράζετε με το φέσι τα φλωριά, όπου τα έχουν οι Τούρκοι, είναι χρήματα χριστιανικά. Τα είχεν ο τύραννος της Ηπείρου παρμένα από τους αδελφούς μας. Ο Άγιος Θεός μας τα έστειλε και είναι κελεπούρι δικό μας. Αύριον αυτήν την στιγμήν θα σας ιδώ όλους με τ΄ άρματα των Τούρκων, με τ΄ άλογά τους, λαμπροφορεμένους με τα ρούχα τους. Ο Θεός είναι με ημάς να μή σας μέλλη τίποτε,..."

Στις 26 Ιουλίου 1822 η στρατιά του Δράμαλη μπήκε στα στενά των Δερβενακίων και όταν οι Τούρκοι έφτασαν κοντά στην έξοδο δέχτηκαν τα πυρά των κρυμμένων Ελλήνων, σύμφωνα με το σχέδιο του Κολοκοτρώνη. Πανικόβλητοι κι εγκλωβισμένοι τράπηκαν σε άτακτη φυγή. Απ’ όπου, όμως, κι αν δοκίμαζαν να διαφύγουν, έπεφταν πάνω σε ελληνικά σώματα, αφού ο Κολοκοτρώνης δεν είχε αφήσει κανένα μέρος αφύλακτο. Η μάχη κράτησε μέχρι αργά τη νύχτα και οι Τούρκοι είχαν τρομακτικές απώλειες, σε ανθρώπους, ζώα και υλικά. Πρόκειται για την περίφημη «νίλα του Δράμαλη», τη μεγαλύτερη νίκη του 1821 και την πιο τρανή δόξα του Κολοκοτρώνη και των Ελλήνων. Ο ίδιος ο Δράμαλης κατάφερε τελικά να φτάσει στην Κόρινθο, αλλά η εκστρατεία στην Πελοπόννησο ήταν καταστροφική γι’ αυτόν. Από τους 30.000 περίπου άνδρες που συμμετείχαν στην εκστρατεία, έφτασαν στην Κόρινθο μόνο 6.000! Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους ο Δράμαλης πέθανε στην Κόρινθο από τη λύπη του για τη μεγάλη καταστροφή του στρατού του, σε ηλικία 52 ετών. Στη μεγαλειώδη αυτή μάχη των Δερβενακίων διέπρεψε, για μια ακόμα φορά, ο καπετάν Γιαννάκης Μερεκούλιας, μαχόμενος στήθος με στήθος με τους Τούρκους, εμψυχώνοντας με το παράδειγμά του τους συναγωνιστές του, όπως οι ίδιοι μαρτυρούν: 

« …πάντοτε μας οδήγησε εις τας κατά του εχθρού μάχας μετά μεγάλης φρονήσεως παροτρύνων κι ενθουσιών ημάς και δια του παραδείγματός του καθιστάς ημάς προθυμοτέρους εις την υπηρεσίαν της πατρίδος …»
Πιστοποιητικό του 1846 από Κολινιάτες συναγωνιστές του

 

Μετά τον θρίαμβο των Ελλήνων στα Δερβενάκια ο καπετάν Γιαννάκης Μερεκούλιας, χωρίς καμιά διακοπή, με ανιδιοτέλεια αγωνιστική και αφοσίωση στην Επανάσταση, συνέχισε να δίνει το ηρωικό «παρών» σε κάθε ανάγκη του Αγώνα της Λευτεριάς. Δυστυχώς, ο ελληνικός εμφύλιος μέσα στην Επανάσταση (1823-1825) ακύρωσε τις επιτυχίες των Ελλήνων των τριών πρώτων χρόνων, οδήγησε πολλούς σημαντικούς οπλαρχηγούς (και πρώτον τον Αρχιστράτηγο Θ. Κολοκοτρώνη) στις φυλακές, αποδυνάμωσε την Επανάσταση κι όταν ήρθαν στην Ελλάδα οι Αιγύπτιοι του Ιμπραήμ για να βοηθήσουν τους Τούρκους, οι Έλληνες βρέθηκαν σε δυσχερή θέση. Ο καπετάν Γιαννάκης Μερεκούλιας, προσπαθώντας να μείνει μακριά από τις εμφύλιες διαμάχες, βρέθηκε αμέσως με τους συμπολεμιστές του στην ανάγκη της πατρίδας, προκειμένου να εμποδιστεί ο Ιμπραήμ που είχε αποβιβαστεί στη Μεθώνη της Μεσσηνίας με 15.000 τακτικό στρατό. Λέγεται πως όταν ο Ιμπραήμ έμαθε ότι η κυβέρνηση έχει βάλει τον Κολοκοτρώνη στη φυλακή, είπε:

«Αφού ο προφήτης τύφλωσε τους ραγιάδες και φυλάκισαν τον Κολοκοτρώνη, κρατώ τη Πελοπόννησο στα χέρια μου».

Τον Απρίλιο του 1825, ο Γιαννάκης Μερεκούλιας, μαζί με τους Παναγιώτη Γιατράκο, Γιάννη Μαυρομιχάλη, Σταύρο Σαχίνη, Γιάννη Μακρυγιάννη, Δημήτριο Σαχτούρη και 1.500 περίπου πολεμιστές, οχυρώθηκαν στο Νιόκαστρο (το κάστρο του Ναυαρίνου). Ο Ιμπραήμ τους επιτέθηκε με σφοδρότητα, αλλά απέτυχε και πρότεινε στους Έλληνες πολιορκημένους να παραδοθούν. Αυτοί αρνήθηκαν ασυζητητί και ο Ιμπραήμ έστησε τακτική, στενή πολιορκία του Νιόκαστρου. Σ’ αυτήν την πολιορκία οι Έλληνες έδειξαν μεγάλο ηρωισμό και αντοχή, αφού ο αιγυπτιακός στρατός, αν και πολύ ισχυρότερος, δεν μπόρεσε να «πάρει» το φρούριο. Μετά, όμως, από την κατάληψη της Σφακτηρίας, ο Ιμπραήμ κατάφερε να στενέψει την πολιορκία και να αναγκάσει, τελικά, τους Έλληνες να παραδοθούν στις 6 Μαΐου 1825, με συμφωνία που υπογράφτηκε μέσα στη σκηνή του Ιμπραήμ. Σύμφωνα με τη συμφωνία, εκτός από τους αρχηγούς και τους καπεταναίους που κράτησαν τα όπλα τους, όλοι οι άλλοι αφοπλίστηκαν και μεταφέρθηκαν με ουδέτερα σκάφη στην Καλαμάτα. Ο Ιμπραήμ κράτησε για ομήρους τον Μαυρομιχάλη και τον Γιατράκο, για να τους ανταλλάξει με δύο πασάδες που είχαν αιχμαλωτίσει οι Έλληνες. Η πτώση του Νιόκαστρου ήταν μια σοβαρή ήττα των Ελλήνων κι ένα μεγάλο πλήγμα για την Επανάσταση. Παρά τη μεγάλη απογοήτευση των υπερασπιστών του Νιόκαστρου και παρά τις συμφωνίες με τον Ιμπραήμ ο καπετάν Γιαννάκης Μερεκούλιας συνέχισε να αγωνίζεται. Με τον Στρατηγό του Παναγιώτη Γιατράκο όμηρο στα χέρια του Ιμπραήμ, τάσσεται τώρα στο πλευρό του αδερφού του Γιωργάκη Γιατράκου, προσπαθώντας μαζί να εμψυχώσουν τον ντόπιο πληθυσμό και να πλήξουν τους Τουρκο-Αιγύπτιους.

Στο μεταξύ, η κυβέρνηση, έντρομη από την καταστροφή που συντελούνταν, απελευθερώνει τον Θ. Κολοκοτρώνη για «να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά». Η κατάσταση είναι όμως ασυμμάζευτη. Το βράδυ της 4ης Ιουνίου 1825, οι Αιγύπτιοι προελαύνοντας έφτασαν και διανυκτέρευσαν στο χωριό Πολιανή της Μεσσηνίας. Εδώ κατέφθασαν, ύστερα από διαταγές του Κολοκοτρώνη, οι Έλληνες με τον Γιωργάκη Γιατράκο και τον Γιαννάκη Μερεκούλια επικεφαλής 800 Μυστριωτών, και κατέλαβαν θέσεις στο χωριό Δυρράχι στον δρόμο προς τον Μυστρά. Κατέφθασαν επίσης και ο Κανέλλος Δεληγιάννης με τον Γενναίο Κολοκοτρώνη και 3.000 άνδρες, οι οποίοι οχύρωσαν με ψηλά και κλειστά ταμπούρια το βουνό Τραμπάλα.

Το πρωί, ο στρατός του Ιμπραήμ επιτέθηκε εναντίον ορισμένων σημείων της ελληνικής άμυνας, εκτοπίζοντας από εκεί τους επαναστάτες. Στη συνέχεια οι Αιγύπτιοι στράφηκαν προς το κύριο σημείο της ελληνικής άμυνας, την Τραμπάλα. Ο Γιατράκος με τον Μερεκούλια και τους Μυστριώτες κινήθηκαν για να βοηθήσουν, αλλά κυνηγήθηκαν από τους Αιγυπτίους που τους επιτέθηκαν με τις ξιφολόγχες.

Η μάχη συνεχίστηκε τη νύχτα χωρίς αποτέλεσμα,, καθώς οι Έλληνες στην Τραμπάλα απέκρουαν τις επιθέσεις των Αιγυπτίων από τα ταμπούρια τους. Μετά από λυσσώδη αγώνα, κανονιοβολισμό και κινήσεις τακτικής του Ιμπραήμ, οι Έλληνες βρέθηκαν σε κίνδυνο να κυκλωθούν και να αιχμαλωτιστούν. Επιχείρησαν έξοδο διαφυγής μέσα στη νύχτα, αλλά αποδεκατίστηκαν από τους Αιγύπτιους.

Η μάχη της Τραμπάλας προκάλεσε μεγάλη απογοήτευση στους Έλληνες και κυριάρχησε το σύνθημα «ο σώζων εαυτόν σωθήτω». Η ελληνική άμυνα κατέρρευσε και τρεις μέρες μετά, στις 11 Ιουνίου 1825, ο Ιμπραήμ (αφού νίκησε τους Έλληνες και τον Παπαφλέσσα στο Μανιάκι στις 20 Μαΐου 1825) κατέλαβε αμαχητί την Τριπολιτσά και, αφήνοντας εκεί φρουρά, συνέχισε την πορεία του προς το Ναύπλιο.

Η κυβέρνηση αποφάσισε, μέσα στην απελπισιά της, να διατάξει επίθεση στους Τουρκοαιγύπτιους πού βρίσκονταν στή Δαβιά (Νταβιά), χωριό του Μαινάλου, 12 χιλιόμετρα από την Τρίπολη, όπου βρίσκονταν σε λειτουργία δέκα υδρόμυλοι που άλεθαν σιτάρι για να προμηθεύουν με ψωμί τον στρατό του Ιμπραήμ.

Στίς 10 Αυγούστου 1825, ο Κολοκοτρώνης μέ τόν Ζαΐμη κατέλαβαν θέση δίπλα στήν Πιάνα, ο Θεόδωρος Γρίβας μέ τόν Βασίλη Αλωνιστιώτη και τον Γιαννάκη Μερεκούλια κύκλωσαν τή Δαβιά, ο Νοταράς πήγε στήν Απάνω Χρέπα καί ο Αντώνιος Κολοκοτρώνης μέ τόν Γκολφίνο Πετμεζά καί τόν Δημήτριο Καραμέρο έπιασαν τό Χρυσοβίτσι. Η μάχη στο Καστράκι ή Παλαιόπυργο τής Πιάνας στίς 12 Αυγούστου 1825 ήταν νικηφόρα για τους Έλληνες. Στη συνέχεια ελληνικές δυνάμεις ενίσχυσαν το στρατόπεδο που πολιορκούσε τη Δαβιά κι έγινε γενική επίθεση στα οχυρώματα των εχθρών, που τους ανάγκασε νά υποχωρήσουν με αταξία. Στη σκληρή και άνιση αυτή μάχη αρίστευσε (μεταξύ των άλλων) ο καπετάν Γιαννάκης Μερεκούλιας και, τελικά, στις 14 Αυγούστου 1825, οι Έλληνες κατέστρεψαν όλους τούς μύλους. Αυτές οι μάχες (και ιδιαίτερα η μάχη της Δαβιάς) στην οποία διακρίθηκε ο Γιαννάκης Μερεκούλιας, κόστισαν στόν Ιμπραήμ 500 άνδρες, τέσσερις σημαίες, εκατοντάδες λογχοφόρα όπλα, είκοσι τύμπανα και δεκάδες άλογα.

Τον Ιούνιο του 1825 ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης μπροστά στον κίνδυνο της εισβολής του Ιμπραήμ πασά στην Λακωνία, αποφασίζει την ανασυγκρότηση του στρατοπέδου των Βερβαίνων (Βόρειος Πάρνωνας) και τη δημιουργία ενός νέου στρατοπέδου στον βόρειο Ταΰγετο μεταξύ Γεωργιτσίου, Λογκανίκου και Δυρραχίου. Στο στρατόπεδο του Γεωργιτσίου, το οποίο διοικείτο αρχικά από τον Αποστόλη Κολοκοτρώνη και κατόπιν από τον Νικηταρά, είχαν συγκεντρωθεί οπλαρχηγοί και περίπου 2.000 άνδρες από τα χωριά της Πάνω Ρίζας του Ταϋγέτου, από τα Πισινοχώρια και από την περιφέρεια του Λεονταρίου. Στο στρατόπεδο αυτό βρέθηκε με τα παλικάρια του και ο ακούραστος αγωνιστής Γιαννάκης Μερεκούλιας.

Ο Ιμπραήμ στις 21 Αυγούστου 1825 ξεκίνησε από την Τριπολιτσά με ισχυρό στρατό Αιγυπτίων και εισέβαλε στη Λακωνία φτάνοντας μέχρι τον Μυστρά, τον οποίο βρήκε έρημο και τον πυρπόλησε. Ύστερα οδήγησε τον στρατό του κατά μήκος της ανατολικής όχθης του Ευρώτα με στόχο το Καστόρι, τα Περιβόλια και τα άλλα χωριά, όπου δέχτηκε, όμως, ισχυρές επιθέσεις από τους Έλληνες. Μια απ’ αυτές τις μάχες που δόθηκαν στην περιοχή ήταν και στο Δυρράχι της Μεγαλοπόλεως (Σεπτέμβρης 1825), στην οποία συμμετείχε ο Γιαννάκης Μερεκούλιας. Στη μάχη αυτή, στην τοποθεσία της παλαιάς εκκλησίας του Α. Νικήτα Δυρραχίου, καταπολεμήθηκαν δύο φάλαγγες του Ιμπραήμ Πασά και ανακόπηκε η προέλασή τους στον βόρειο Ταΰγετο. Η μάχη στο Δυρράχι, σε συνδυασμό με τις άλλες μάχες που έδωσαν οι Έλληνες στον Β. Ταΰγετο, ανάγκασαν τον Ιμπραήμ να υποχωρήσει και να στραφεί προς τη νότια κοιλάδα του Ευρώτα, την οποία λεηλάτησε αναγκάζοντας τους κατοίκους της να καταφύγουν στις πλαγιές του Πάρνωνα και του Ταϋγέτου. Ο Ιμπραήμ συνέχισε με ταχύτατους ρυθμούς την επέλασή του στην Λακωνία, καίγοντας, λεηλατώντας και ερημώνοντας στο πέρασμά του ώσπου τον Σεπτέμβρη του 1825, αποχώρησε, τελικά, από την Λακωνία κι επέστρεψε στην Τριπολιτσά, αφού κυριολεκτικά ρήμαξε την επαρχία της Λακεδαίμονας, ιδιαίτερα την πεδινή περιφέρεια και τα χωριά της, καθώς και τον Μυστρά.

Στις δύσκολες αυτές στιγμές για την Επανάσταση και πάλι ο Κολοκοτρώνης ήταν εκείνος που κράτησε τη σπίθα της Επανάστασης και της αντίστασης αναμμένη. Παρά την οικτρή (στρατιωτικά, πολιτικά, οικονομικά κλπ) κατάσταση, οργάνωσε, (όσο μπορούσε), στρατιωτικά τμήματα κι επιχείρησε κατά του στρατού του Ιμπραήμ με καταδρομικά χτυπήματα και κλεφτοπόλεμο, τακτική που εξόργισε τον Ιμπραήμ και δεν του επέτρεψε να ολοκληρώσει τα σχέδιά του για πλήρη υποταγή του Μοριά.

Χωρίς ανάσα ο Μερεκούλιας και οι αγωνιστές που έμεναν ακόμα όρθιοι, δίνοντας διαρκώς μικρές και μεγάλες μάχες και μη αφήνοντας ήσυχο ούτε στιγμή τον Ιμπραήμ, άλλαξαν θέσεις και τον Ιούνιο του 1826 βρέθηκαν στη μεσσηνιακή Μάνη προς την οποία εκινείτο ένα στράτευμα του Ιμπραήμ (8.000 άντρες πεζικό και ιππικό) προκειμένου να υποτάξει τη Μάνη, αυτό το ανυπότακτο ταμπούρι του Μοριά και της σκλαβωμένης Ελλάδας.

Η μοναδική είσοδος προς τη Μάνη ήταν το χωριό Βέργα (Σέλιτσα) της Καλαμάτας και γι’ αυτό μαζεύτηκαν στο χωριό Αλμυρός 1.000 περίπου Μανιάτες ενισχυμένοι από αρκετούς Μεσσήνιους υπό την ηγεσία των Μαυρομιχαλαίων οπλαρχηγών, του Τζανέτου Γρηγοράκη, του Μούρτζινου, του Τζανετάκη, του Αθανασούλια, του Χριστέα, του Γαλάνη, του Κουμονδουράκη, του Γιαννάκη Μερεκούλια κ.α,. έπιασαν την Βέργα και περίμεναν τους Αιγύπτιους. Μετά από σφοδρό κανονιοβολισμό από τα αιγυπτιακά πλοία ξεκίνησε η επίθεση των Αιγυπτίων. Οι εχθροί επιχείρησαν 10 αλλεπάλληλες εφόδους, οι οποίες αποκρούστηκαν όλες. Οι μάχη ήταν σφοδρή και φονικότατη και κατέληξε σε περιφανή νίκη των Ελλήνων. Ο καπετάν Γιαννάκης Μερεκούλιας είχε προσθέσει ένα ακόμα παράσημο τιμής και ανδρείας στη μεγάλη αγωνιστική του πορεία «για του Χριστού την Πίστη την Αγία και της Πατρίδος την Ελευθερία».

Η ηρωική νίκη στη Βέργα, σε συνδυασμό με εκείνη του Διρού, λίγο αργότερα, ήταν μια από τις λίγες δοξασμένες στιγμές του 1826. Μετά την μάχη της Βέργας, η Μάνη έμεινε μέχρι το τέλος της επανάστασης αλώβητη από κάθε τουρκική επιδρομή.

Ύστερα από την αποτυχία της εκστρατείας του στη Μάνη, ο Ιμπραήμ γύρισε στην Τρίπολη αποφασισμένος να ξαναεπιστρέψει στη Μάνη με μεγαλύτερες δυνάμεις. Ωστόσο οι Αιγυπτιακές επιδρομές στα γύρω από την Τρίπολη χωριά συνεχίζονταν. Στις 18 Ιουλίου 1826 ένα μεγάλο σώμα Αιγυπτίων βγήκε από την Τρίπολη κι επιτέθηκε στους Έλληνες που βρίσκονταν στο χωριό Μεχμέταγα (σημερινή Γαρέα) στην περιοχή της Τεγέας, 13 χμ. από την Τρίπολη, όπου τους είχε στείλει ο Κολοκοτρώνης για την προστασία της περιοχής. Επικεφαλής των Ελλήνων ήταν ο Χατζημιχάλης Νταλιάνης, ο Πορτογάλος φιλέλληνας Αντόνιο Αλμέιδα (Antonio Figueira d’ Almeida), ο Νικηταράς, ο Θεόδωρος Ζαχαρόπουλος, ο Στάικος Σταϊκόπουλος, και ο Παν. Γιατράκος (είχε απελευθερωθεί από την ομηρεία του Ιμπραήμ) με δεξί του χέρι και πάλι τον καπετάν Γιαννάκη Μερεκούλια και τους πολεμιστές του. Η μάχη, αρχικά, ήταν ευνοϊκή για τους Τούρκους, αλλά οι Έλληνες κατόρθωσαν να τους νικήσουν. Οι Τούρκοι έχασαν διακόσιους άντρες ενώ οι Έλληνες μόνο τέσσερις. Στην καθοριστική αυτή μάχη διέπρεψε και πάλι ο ακούραστος και αγνός αγωνιστής του ’21 Γιαννάκης Μερεκούλιας, ο οποίος από τις πρώτες μέρες της Επανάστασης ξεσήκωσε του συγχωριανούς και τους συγγενείς του στις Κολλίνες της Αρκαδίας και άλλους Έλληνες από το Παρδάλι της Λακωνίας, συγκρότησε ένα δυνατό και αξιόμαχο σώμα, εντάχθηκε στις δυνάμεις του Παν. Γιατράκου από τον Μυστρά κι έκτοτε, βρισκόταν παντού όπου τον καλούσε το Χρέος. Όλη του η ζωή ένας αγώνας. Μάχη στην μάχη. Δεν ήξερε και δεν ήθελε να ξαποσταίνει.

Η νίκη αυτή στο Μεχμέταγα σε συνδυασμό με την πανωλεθρία του Ιμπραήμ στη Μάνη, ανύψωσε το ηθικό των Ελλήνων, αφού κατέδειξε ότι ο Ιμπραήμ δεν ήταν ανίκητος και οι επιτυχίες του στον Μοριά οφείλονταν αποκλειστικά και μόνο στη διάλυση των Ελλήνων αγωνιστών λόγω του καταραμένου Εμφυλίου πολέμου.

Κι ενώ έτσι είχε η κατάσταση στην Πελοπόννησο, στις 25 Μαΐου 1827, έπεσε το Μεσολόγγι στα χέρια των Τουρκο-Αιγυπτίων και οι Οθωμανοί έλεγχαν πλέον ολόκληρη τη Στερεά Ελλάδα (Δυτική και Aνατολική), εκτός από την Ακρόπολη, το κάστρο της Αθήνας, που αποτελούσε το μοναδικό ελεγχόμενο από τους επαναστατημένους Έλληνες οχυρό. Αυτός ήταν και ο επόμενος στόχος του Κιουταχή. Οι Έλληνες που υπεράσπιζαν την Αθήνα, πιεζόμενοι από τους πολύ ισχυρότερους αριθμητικά Τούρκους, οχυρώθηκαν στην Ακρόπολη, την οποία πολιόρκησε στενά ο Κιουταχής. Ο Γ. Καραϊσκάκης, ο οποίος είχε διοριστεί Αρχιστράτηγος της Ρούμελης, γνώριζε (όπως γνώριζαν όλοι) ότι αν έπεφτε η Ακρόπολη θα υποτασσόταν ολόκληρη η Στερεά κι έτσι, αν, τελικά, απέδιδαν οι διπλωματικές ενέργειες για δημιουργία ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, αυτό θα περιλάμβανε μόνο όσες περιοχές δεν είχαν ακόμα υποταχθεί. Για τον σκοπό ο Καραϊσκάκης συγκρότησε στρατόπεδο στην Αττική, πέριξ της Αθήνας, και σχεδίασε αποκλεισμό του Κιουταχή, ώστε να υποχρεωθεί να λύσει την πολιορκία της Ακρόπολης, λόγω έλλειψης τροφίμων και πολεμοφοδίων. Σ’ αυτήν την ύστατη και απέλπιδα προσπάθεια να σωθεί το τελευταίο οχυρό της επανάστασης στη Ρούμελη προσέτρεξε στο στρατόπεδο του Καραϊσκάκη στον Πειραιά και ο καπετάν Γιαννάκης Μερεκούλιας, ενταγμένος, αυτή τη φορά, στις δυνάμεις του Οπλαρχηγού Πέτρου Βαρβιτσιώτη από τη Βαρβίτσα της Λακωνίας, (με τον οποίο είχε συμπολεμήσει στις μάχες Βαλτετσίου και Δολιανών και στην κατάληψη του φρουρίου του Άργους) και με αίσθημα αυτοθυσίας πήρε μέρος σε πολλές συγκρούσεις:

 

«(…) καθώς πάλι εκστρατεύσας και μετα του αντισυνταγματάρχου Π. Βαρβιτσιώτου εις Πειραιά κατά την επί του αειμνήστου Καραϊσκάκη ένδοξον πολιορκίαν των Αθηνών ηγωνίσθη εις διαφόρους μάχας και ακροβολισμούς ων δε πολλάκις αρίστευσεν και πάντοτε εξεπλήρωσα το προς την πατρίδα χρέος μου με ζήλον και προθυμίαν οι συναγωνισταί μου ως μαρτυρήσωσιν (…)»
ΑΙΤΗΣΗ Ιωάννου Μερεκούλια, 25 Απριλίου 1846

 

Τα αποτελέσματα όμως, τελικά, ήταν καταστροφικά για τους Έλληνες και την Επανάσταση: Η κυβέρνηση δεν συμφώνησε με το σχέδιο του Καραϊσκάκη και ανέθεσε την αρχηγία του στρατού στον Άγγλο στρατηγό Τσώρτς και του στόλου στον επίσης Άγγλο ναύαρχο Κόχραν, οι οποίοι επέλεξαν να επιτεθούν αμέσως στον Κιουταχή σε κατά μέτωπον επίθεση και εκ παρατάξεως μάχη σε ανοιχτό πεδίο. Την παραμονή της μάχης (22 Απριλίου 1827) σε μια αψιμαχία στο Φάληρο σκοτώθηκε (ή δολοφονήθηκε;) ο Γ. Καραϊσκάκης και στις 24 Απριλίου 1827, οι Έλληνες χωρίς αρχηγό και υπό τις διαταγές των ξένων αρχιστράτηγων, οι οποίοι, σημειωτέον, βρίσκονταν στα καράβια τους στον Πειραιά, υπέστησαν ολέθρια ήττα από τον Κουταχή στη θέση Ανάλατος, σημερινή περιοχή του Ν. Κόσμου στην Αθήνα. Σκοτώθηκαν πολλοί επίλεκτοι Έλληνες Οπλαρχηγοί (Ιωάννης Νοταράς, Λάμπρος Βέικος, Γιώργος Τζαβέλας, Αθανάσιος Μπότσαρης, Φώτος Φωτομάρας, Γεώργιος Δράκος, συνταγματάρχης Ιγγλέσης κ.α.). Από τους 10.000 Έλληνες, γλίτωσαν μόνο οι 3.500, οι οποίοι πήγαν στον Πειραιά και ύστερα μεταφέρθηκαν στη Σαλαμίνα. Η μεγάλη ήττα του Ανάλατου και ο θάνατος του Καραϊσκάκη οδήγησαν στην ουσιαστική καταστολή της Επανάστασης στη Στερεά Ελλάδα και στην παράδοση της Ακρόπολης στους Τούρκους, στις 25 Μαΐου 1827.

Από πολλούς ιστορικούς, η μάχη του Ανάλατου χαρακτηρίστηκε ως ομαδική αυτοκτονία και ως αποτέλεσμα της αγγλικής πολιτικής, που με την εξουδετέρωση των επαναστατικών κινημάτων της Στερεάς Ελλάδας επεδίωκε το περιορισμό της Επανάστασης στην Πελοπόννησο.

Ο καπετάν Γιαννάκης Μερεκούλιας κατάφερε να διασωθεί ΚΑΙ απ’ αυτόν τον χαλασμό και μέσα στην όλη κατάσταση της διάλυσης των ελληνικών στρατευμάτων γύρισε πίσω στις Κολλίνες, διατηρώντας εκεί ένοπλο σώμα σε κατάσταση ετοιμότητας, με την προσδοκία, ως αγνός πατριώτης και αγωνιστής, αναζωπύρωσης της Επανάστασης. Εκεί στις Κολλίνες, όσοι αγωνιστές είχαν επιστρέψει αλλά και σύσσωμο το χωριό (πρόκριτοι, δημογέροντες μαζί και κάτοικοι) ανακήρυξαν και πάλι τον Γιαννάκη Μερεκούλια ως Καπετάνιο και μάλιστα με «υπερεξουσίες» έτσι όπως μαρτυρά το παρακάτω πιστοποιητικό της 27ης Ιουλίου 1827:

 

Πιστοποιητικόν

Ιουλίου 27. Κολίνα

Δια του παρόντος και αποδεικτικού γράμματος δηλοποιούμεν ημείς οι κάτωθεν υπογεγραμμένοι Κολινιάτες απανωχωρίτες και κατωχωρίτες, όλο το χωριό πως από την σήμερον εσυμφωνήσαμε όλοι κοινώς και εβάλαμε τον Γιαννάκη Μερεκούλια Καπετάνιο, να κοιτάζει ό,τι χρεία κάμνει του χωρίου μας απόφαση των προκρίτων 14 και των δημογερόντων εις ό,τι κίνημα να κουνιέται με των άνωθεν προκρίτων την απόφασιν και αν κινηθεί και εις κανένα μόνος του συμφέρον καμμιάν ζημιά να είναι ο καπετάνιος εις βάρος και δια την δούλεψή του να έχουμε να του δίδεται ό,τι κριθεί εύλογον από το έθνος ακόμα και αν εις καιρόν οι χωριανοί παρακούσει εις κανένα να παίρνει την άδεια των προκρίτων και να του κάνει την παιδεία και δια εμπιστοσύνη δίδομεν το έγγραφό μας εις χείρας του και βεβαιούμεν.

(ακολουθούν 107 υπογραφές)

 

Λίγο καιρό αργότερα, στις 20 Οκτωβρίου 1827, έγινε η Ναυμαχία του Ναυαρίνου, κατά την οποία ο συμμαχικός στόλος Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας κατέστρεψε τον Αιγυπτιακό, γεγονός που σήμανε την Ελευθερία της Ελλάδας και τη δικαίωση των Αγώνων και των Θυσιών των Ελλήνων, μαζί και του Αγωνιστή Καπετάν Γιαννάκη Μερεκούλια.

Μετά την απελευθέρωση ο Γιαννάκης Μερεκούλιας μετοίκησε από τις Κολλίνες στο Παρδάλι εκεί όπου το 1821 είχε στρατολογήσει αγωνιστές πηγαίνοντας στον Μυστρά με τους Κολλινιάτες αγωνιστές για να καταταγούν στο στρατό του Π. Γιατράκου. Το Παρδάλι βρίσκεται νοτιοανατολικά του χωριού Πελλάνα, σε απόσταση 3 χιλιομέτρων περίπου, κοντά στις όχθες του ποταμού Ευρώτα. Εκεί στο Παρδάλι ο Γιαννάκης Μερεκούλιας είχε κτήματα δικά του από τις παλιές εποχές που κατέβαινε η οικογένειά του από τις Κολλίνες στο Παρδάλι για να ξεχειμάσει. Μετά την απελευθέρωση οι τουρκικές ιδιοκτησίες του Παρδαλίου βρέθηκαν στην ιδιοκτησία του Φιλικού και γενναίου χρηματοδότη της Επανάστασης Παναγιώτη Σέκερη, ως αποζημίωση εκ μέρους του ελληνικού κράτους για την προσφορά του στον Αγώνα, εξαιτίας της οποίας, μάλιστα, καταστράφηκε οικονομικά. Εκεί στο Παρδάλι ο Σέκερης έκτισε και Πύργο, που μέχρι σήμερα φέρει το όνομα «Ο ΠΥΡΓΟΣ ΤΟΥ ΣΕΚΕΡΗ».

Ο Παναγιώτης Σέκερης γεννήθηκε στην Τρίπολη της Αρκαδίας το 1783. Το 1798, σε ηλικία μόλις 15 ετών, μετά τη δολοφονία του πατέρα του διέφυγε στις Σπέτσες κοντά σε έναν θείο του έμπορο. Στη συνέχεια εξελίχθηκε σε ικανότατο μεγαλέμπορο με στόλο που αριθμούσε 15 πλοία, ενώ παράλληλα ίδρυσε υποκαταστήματα των επιχειρήσεών του στην Οδησσό και τη Μόσχα. Ο Παναγιώτης Σέκερης απεβίωσε πάμφτωχος στο Ναύπλιο, στις 29 Ιανουαρίου 1847, σε ηλικία 64 ετών.

Ο Γιαννάκης Μερεκούλιας, ως κάτοικος Παρδαλίου, ήρθε σε σύγκρουση με τον Σέκερη, η φύση της οποίας δείχνει ότι ο καπετάν Γιαννάκης Μερεκούλιας, πέρα από τον πατριωτισμό και την προσφορά του στον Αγώνα της Παλιγγενεσίας, ήταν κι ένας πρώιμος κοινωνικός αγωνιστής και οραματιστής με όλα τα ένστικτα της φυλής του ριζωμένα βαθιά μέσα στα σπλάχνα του, ο οποίος, εκτός από την Ελευθερία, αναζητούσε και το δίκαιο και την ανθρωπιά. Για την «σύγκρουση» αυτή μεταξύ Σέκερη – Μερεκούλια υπάρχουν δύο εκδοχές: 

  1. Ο Γιαννάκης Μερεκούλιας, αρνήθηκε να παραδώσει στον Σέκερη τα κτήματα που κατείχε στο Παρδάλι πριν από την Επανάσταση, όπως έπραξαν οι άλλοι συγχωριανοί του που έγιναν σέμπροι του Σέκερη, κι «επαναστάτησε» για την ως άνω απόφαση του Κράτους. « Έτσι, αφού οι Παρδαλιώτες δε συμφώνησαν μαζί του να διώξουν το Σέκερη από το Παρδάλι, έφερε και εγκατέστησε στη Βορειοανατολική πλευρά του βουνού ΚΟΥΡΕΜΕΝΟΣ, από τη Βλαχοκερασιά, τους συγγενείς της γυναίκας του Πατσιλιβαίους και τους φίλους του, Πετρόπουλο, Μπιστόλα, Σκούφη, Στρατηγόπουλο και άλλους και αφού έκτισε και δικό του Πύργο απέναντι ακριβώς από τον πύργο του Σέκερη, κατέλαβε με τη βοήθειά τους, εκτός από την πλαγιά του ΚΟΥΡΕΜΕΝΟΥ, και το 1/4 του κάμπου του Παρδαλίου, αναγκάζοντας έτσι το Σέκερη, να πουλήσει όσο κι όσο το τσιφλίκι του στους Παρδαλιώτες αλλά και σε Αλευρίτες και Γεωργιτσάνους. Μάλιστα ο ΜΕΡΕΚΟΥΛΙΑΣ ως έντιμος αγωνιστής και δίκαιος άνθρωπος, με δική του πρωτοβουλία, μοίρασε (μιας και το 1850 δεν υπήρχαν ρολόγια), το νερό της πηγής ΤΟΥ ΛΕΥΚΟΥ από την οποία αρδεύεται ο κάμπος του Παρδαλίου, σε 14 1/2 ημερονύκτια εκ των οποίων έλαβε μόνο τα 2 ½, ώστε με τη σοφή αυτή διανομή, όλοι οι κύριοι ποτιστικού αγρού να ποτίζουν τη μία φορά μέρα και την άλλη νύκτα και να έχουν για κάθε κτήμα τις ανάλογες στην έκταση του αγρού τους ώρες ποτίσματος.
    Αυτό το σύστημα άρδευσης είναι σοφό και ακριβοδίκαιο και χρήζει μελέτης.»
    (Ντίνος Αλεξάκος, «Παρδάλι: θέση – όνομα», 28 Απριλίου 2018, parathrhths.gr)
  2. «Ο Σέκερης διόρισε επιστάτη του κτήματος τον Ιωάννη Ανδρέου Μερεκούλια καταγόμενον από τις Κολλίνες Αρκαδίας, ο οποίος κατά την Επανάσταση του 1821 πολέμησε στη μάχη του Βαλτετσίου και αλλού και είχε πάρει και έπαινο από το Ελληνικό Κράτος. Μεταξύ Σέκερη και Μερεκούλια υπήρξε διαφωνία και τότε το 1/3 της όλης περιοχής το κατέλαβε ο Μερεκούλιας και το υπόλοιπο το αγόρασαν οι καλλιεργητές, οι οποίοι και το μοίρασαν σε 12 μερίδια.»
    («ΠΑΡΔΑΛΙ ΛΑΚΩΝΙΑΣ», 31-10-2008 tokastori.wordpress.com) 

Ασχέτως του ποια εκδοχή είναι ιστορικά σωστή, στη ρίζα ΚΑΙ των δύο βρίσκεται ως αιτία της διάστασης Σέκερη – Μερεκούλια η προσπάθεια του Αγωνιστή να μην παραμείνει ο τόπος ένα τσιφλίκι που από τους Τούρκους Αγάδες πέρασε σε ντόπιους τσιφλικάδες, αλλά να δοθεί στους αγρότες για να τον καλλιεργούν, να ζουν τις οικογένειές τους και να προκόψει ο τόπος.

Υπήρξε όμως κι ένας άλλος «αγώνας» που έδωσε ο καπετάν Γιαννάκης Μερεκούλιας, μετά την απελευθέρωση, αγώνας που ίσως υπήρξε πιο πικρός και πιο δύσκολος από εκείνον που δόθηκε εναντίον των Τούρκων:

Μετά τη λήξη της Επανάστασης και την απελευθέρωση της Ελλάδας, η κατάσταση όλων των Ελλήνων και ιδιαίτερα των Αγωνιστών του ’21 ήταν τραγική. Γράφει ο Μακρυγιάννης:

 

«(…) οι αγωνισταί και χήρες των σκοτωμένων κι? αρφανά παιδιά τους, κ’ εκείνοι οπού θυσιάσαν το δικόν τους στα δεινά της πατρίδος ας γκεζερούν (= περιπλανώνται άσκοπα) εις τους δρόμους ξυπόλυτοι και ταλαιπωρημένοι κι ας λένε "ψωμάκι". Οι ακαθαρσίες της Κωσταντινόπολης και της Ευρώπης καρότζες, μπάλους, πολυτέλειες, λούσια (= λούσα) πλήθος. Αυτείνοι αφεντάδες μας κ’ εμείς είλωτές τους».

 

Έτσι, έντονο προέκυψε το ζήτημα της ηθικής και υλικής ανταμοιβής των Αγωνιστών καθώς και της απονομής σύνταξης στις οικογένειες των πεσόντων. Ευνόητο όμως είναι πως η πραγματοποίηση μιας τέτοιας πρόθεσης ήταν σχεδόν αδύνατη, σε μια χώρα που ξεκινούσε την ελεύθερη ζωή της καταχρεωμένη και από το απόλυτο μηδέν και με δεδομένο ότι ήταν σχεδόν αδύνατον να καθορισθεί επακριβώς η συμβολή ενός εκάστου, προκειμένου να λάβει την οφειλόμενη ανταμοιβή. Σ΄ αυτό ήλθε και προστέθηκε και η αντιπαλότητα που δημιουργήθηκε μεταξύ των Αγωνιστών και των τότε πολιτικών, όταν οι πρώτοι έβλεπαν τις κρατικές αμοιβές που έπαιρναν οι δεύτεροι μαζί με τους Βαυαρούς που είχε φέρει μαζί του ο Όθωνας. Προοδευτικά οι αντεγκλήσεις επεκτάθηκαν και μεταξύ των Αγωνιστών, κυρίως από προσωπικά πάθη, φιλοδοξίες κ.λπ., όταν, μάλιστα, κάποιοι εξ αυτών κατέλαβαν δημόσιες θέσεις ή έλαβαν συντάξεις και αποζημιώσεις ενώ άλλοι όχι.

Ήδη από τον πρώτο καιρό της απελευθέρωσης, και για πολλά ακόμα χρόνια μετά, οι ξεχασμένοι και αδικημένοι αγωνιστές, οι χήρες και τα ορφανά τους άρχισαν να στέλνουν αιτήματα προς τα υπουργεία, στα οποία εξέθεταν τους αγώνες τους και ζητούσαν, συνήθως, οικονομική βοήθεια.

Κάτω από την πίεση αυτή, στις 20 Μαΐου 1834, ο νεαρός βασιλιάς Όθων εκδίδει διάταγμα «Προς αναγνώρισιν των εκδουλεύσεων όλων των αξιωματικών, υπαξιωματικών και στρατιωτών των κατά ξηράν και θάλασσαν ελληνικών στρατευμάτων των αγωνισθέντων υπέρ της ελευθερίας της πατρίδος» με το οποίο και απονεμήθηκε στον καθένα εξ αυτών των αγωνιστών πρώτα ένα «Νομισματόσημον» και μετά ένα «Αριστείον». Αυτό ήταν και η πρώτη ηθική αναγνώριση των Αγωνιστών. Για την υλική όμως ο δρόμος ήταν ακόμα μακρύς. Το «Νομισματόσημον» που δόθηκε στον Γιαννάκη Μερεκούλια έγραφε τα εξής:

 

Η ΕΠΙ ΤΩΝ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ

ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

Εις τον κύριον Ιωάννην Μερεκούλιαν εκ Παρδαλίου

Η Αυτού Μεγαλειότης ο Βασιλεύς ηυδόκησε να εγκρίνη να δοθή … εις τον κ. Ιωάννην Μερεκούλιαν το αργυρούν Νομισματόσημον, δια ανταμοιβήν των κατά των υπέρ ανεξαρτησίας πόλεμον εκδουλεύσεών του και χορηγεί εις αυτόν την άδειαν να το φέρη εις πάσαν περίστασιν.

Το δίπλωμα του Νομισματοσήμου τούτου εγχειρίζεται οσονούπω.

Αθήναι την 15 Απριλίου 1844

Ο υπουργός 

 

Με το χαρτί αυτό στο χέρι οι ξεχασμένοι και αδικημένοι Αγωνιστές του ’21, οι χήρες και τα ορφανά τους, έτρεχαν κι έψαχναν, ταπεινωμένοι και απελπισμένοι, να βρουν τους παλιούς οπλαρχηγούς και συμπολεμιστές, να πάρουν βεβαιώσεις συμμετοχής στον Αγώνα και να τις υποβάλλουν, μετά, με αιτήσεις δικές τους, προς τις αρμόδιες αρχές, «ζητιανεύοντας» κάποια αποζημίωση, βοήθημα, σύνταξη κλπ.

Σ’ αυτήν τη διαδικασία μπήκε και ο καπετάν Γιαννάκης Μερεκούλιας, ο οποίος συγκέντρωσε πιστοποιητικά (και ό,τι άλλο έγγραφο μπορούσε να βρει και να εξασφαλίσει) και τα υπέβαλλε προς την Επιτροπή Θυσιών και Εκδουλεύσεων του Ιερού Αγώνος, που συστάθηκε το 1846, προκειμένου να αμειφθούν και να αποζημιωθούν οι Αγωνιστές του 1821. Η αίτησή του (2η αίτηση μετά την 1η αίτηση του Απριλίου 1845), περιέχει κι αυτή στοιχεία για τη συμμετοχή του στον Αγώνα, αλλά πάνω απ’ όλα καταδεικνύει τον σπάνιο χαρακτήρα του αγωνιστή, την αγνότητα των ιδεών του και την προσήλωσή του στην υπηρεσία της Πατρίδος:

 

Εν Σπάρτη 16 9βρίου 1846

Ελήφθη τη 16ην 9βρίου 1846

αριθ 458

 

Αίτησις Ιωάννου Μερεκούλια κατοίκου εις Παρδάλι του Δήμου Πελλάνης της Λεκαδαίμονος περί των επί του αγώνος στρατιωτικών αυτού εκδουλεύσεων δια να διευθετηθεί εις την επί των αποζημιώσεων και τα λοιπά επιτροπήν.

 

Ο υποφαινόμενος απ’ αρχής του ιερού αγώνος μέχρι τέλους οδηγών τους οπλοφόρους του χωρίου Κολίνας του Δήμου Καλτεζούντος τόπου της γεννήσεώς μου εις τον οποίον τότε εκατώκουν παρευρεθείς μετά του στρατού της επαρχίας Λακεδαίμονος καθ’ όλας τας επισημοτέρας κατά την Πελοπόννησον μάχας και κατά τας πολιορκίας των φρουρίων Τριπολιτσάς, Ναυπλίας, Κορίνθου και Παλαιών Πατρών, επί Δράμαλη κατά την μάχην του φρουρίου του Άργους, εις Δερβενάκια και Σουλίου, επί της εισβολής Ιμπραήμι κατά τα φρούρια Μεσσηνίας, κατά τας μάχας Αλμυρού, Διραχίου και Δαβιάς, και εις την ενέδρα το χωρίον Αχμέταγα και εις την μάχην Βερβένων ιδίως μετά του αρχηγού τότε υποστρατήγου κυρίου Παναγιώτη Ιατράκου εκστρατεύσας κατά την Ήπειρον παρευρεθείς εις τα μάχας Κομπότι και Πέτα καθώς πάλιν εκστρατεύσας και μετά του αντισυνταγματάρχου Π. Βαρβιτσιώτου εις Πειραιά κατά των εκείθε και αειμνήστου Καραϊσκάκη ενδόξου πολιορκίαν των Αθηνών ηγωνίσθην εις διαφόρους μάχας και ακροβολισμούς αν δε πολλάκις αριστεύσας και πάντοτε εξεπλήρωσα το προς την πατρίδα χρέος μου με ζήλον και προθυμίαν οι συναγωνισταί μου ως μαρτυρούσι.

Επί του αγώνος αν και ποτέ δεν εζήτησα τακτικώς να βαθμολογηθώ, έλαβον όμως κατά σύστασιν του υποστρατήγου Π. Ιατράκου τον βαθμόν χιλιαρχίας αλλά το δίπλωμά μου με όσας άλλας είχα πιστοποιήσεις διεύθυνα εν καιρώ προς την εξεταστικήν της Εθνοσυνελεύσεως επιτροπήν και πιστεύω αν παρέπεσαν τα έγγραφά μου ότι πρέπει να είμαι βαθμολογημένος εις το δεύτερο μητρώο. Δεν έλαβα δε έως τώρα ουδέ μίαν αποζημίωσιν ειμή το χάλκινον αριστείον και ύστερα το αργυρούν.

Επισυνάπτω δε και τρία αντίγραφα πιστοποιητικών μηνολογούμενα το μεν από 27 Ιουλίου 1827 το δε από 10 7βρίου 1846.

Είμαι εύελπις περί της επαναληπτικής ταύτης αιτήσεώς μου από τις 25 Απριλίου 1846.

Και υποσημειούμαι

ευπειθέστατος

Γ. Μερεκούλιας

 

Δεν γνωρίζουμε αν οι αιτήσεις του καπετάν Γιαννάκη Μερεκούλια έγιναν δεκτές κι αν έλαβε ποτέ κάποια υλική αποζημίωση. Πάντως στα 1865 έγινε εκ νέου σύσταση της Επιτροπής, με στόχο την επανεξέταση των αιτημάτων των αγωνιστών, προκειμένου να διορθωθούν αστοχίες του παρελθόντος. Οι Αγωνιστές ή (σε περίπτωση θανάτου) οι συγγενείς τους κλήθηκαν να επανυποβάλουν τα απαραίτητα δικαιολογητικά, ώστε να διεκδικήσουν απονομές βαθμών, αποζημιώσεις για χαμένες περιουσίες, αποπληρωμή δεδουλευμένων μισθών για τα χρόνια του Αγώνα, συντάξεις για τους ανάπηρους πολέμου, βοηθήματα για τις οικογένειες των νεκρών αγωνιστών και την περίθαλψη ορφανών κλπ. Και μόνον αυτό φτάνει για να κατανοήσει κανείς τον εμπαιγμό που υπέστησαν οι Αγωνιστές της Επανάστασης του ’21 από το ελεύθερο ελληνικό κράτος, το οποίο δημιουργήθηκε με το αίμα και τις θυσίες τους.

Επίσης, δεν γνωρίζουμε περισσότερα για την παραπέρα ελεύθερη ζωή του καπετάνιου. Το πιθανότερο είναι να πέθανε ήσυχα στο Παρδάλι ανάμεσα στα παιδιά και στα εγγόνια του (είχε 4 γιους και 3 κόρες) αφήνοντας πίσω του πολλούς απογόνους, που με περηφάνια φέρουν σήμερα το όνομα ΜΕΡΕΚΟΥΛΙΑΣ.

Οι απόγονοι του καπετάν Γιαννάκη Μερεκούλια στο Παρδάλι, χάρη και στις δικές τους, βέβαια, ικανότητες αλλά κυρίως χάρη στο ειδικό βάρος του ονόματος του καπετάν Γιαννάκη Μερεκούλια αναδείχτηκαν σε σπουδαίους κοινωνικούς και πολιτικούς παράγοντες των Βορείων Δήμων, όπως μαρτυρά μια επιστολή του 1900 που απευθύνει προς τον Παναγιώτη Μερεκούλια ο Καστανιώτης Γιατρός Π. Κ. Τζωρτζάκης της σπουδαίας οικογένειας των Τζωρτζάκηδων, οικογένειας με μεγάλη προσφορά κατά προεπαναστατική περίοδο, την Επανάσταση του 1821 αλλά και κατά τα χρόνια της Ελεύθερης Ελλάδας, ως αγωνιστές, διακεκριμένοι πολιτικοί και αυτοδιοικητικοί παράγοντες, επιστήμονες, άνθρωποι του πνεύματος κι επιχειρηματίες,. Αξίζει να σημειωθεί ότι ένας από τους πατριάρχες της οικογένειας των Τζωρτζάκηδων, ο Αγωνιστής, πολιτικός και χρηματοδότης της Επανάστασης Αναγνώστης Γ. Τζωρτζάκης, συμπολέμησε με τον καπετάν Γιαννάκη Μερεκούλια σε πολλές μάχες κατά τη διάρκεια της Επανάστασης. Η επιστολή αυτή του 1900 του Π.Κ.Τζωρτζάκη προς τον Π. Μερεκούλια, με την ευκαιρία κάποιου γάμου μεταξύ μελών των δύο οικογενειών, γράφει στην εισαγωγή της τα εξής:

 

«Εν Καστανιά τη 20 Απριλίου 1900

Αγαπητέ μου Παναγιώτη

Μεγάλην χαράν εδοκίμασα άμα ανέγνωσα την επιστολήν σου και μεγάλην τιμήν μου θεωρώ ότι απέκτησα φίλον μου πολιτικόν άνδρα εκ μιας των καλειτέρων οικογενειών Πελλάνης και δη συγγενή μου. Γίνωσκε από τούδε ότι η υποστήριξή μου προς την οικογένειά σου έσεται ειλικρινής ειλικρινεστάτη και ουδέποτε η μέριμνά μου δια τα συμφέροντά σας και δια πάσαν υπόθεσίν σας είναι δυνατόν να ανακοπή υπό οιουδήποτε γεγονότος ή οιουδήποτε προσώπου. (…)»

 

Σίγουρα, για τον καπετάν Γιαννάκη Μερεκούλια θα υπάρχουν κι άλλες πηγές και άλλα στοιχεία «κρυμμένα», που καρτερούν τον ιστορικό ερευνητή του μέλλοντος να τα φέρει στο φως.

Ακόμα, όμως, και από αυτά τα υπάρχοντα, βγαίνει ξεκάθαρο το συμπέρασμα πως ο καπετάν Γιαννάκης Μερεκούλιας το καθήκον του προς την Πατρίδα το έπραξε στο ακέραιο και υπήρξε ένας από εκείνους τους περίφημους ανθρώπους, που «στόλισαν την Ελλάδα με αρετή» και μας έδωσαν την ελευθερία μας και την αξιοπρέπειά μας ως Έθνος.

Όπως έγραψε η Ελένη Παπαδοπούλου, Διδάκτωρ Διδακτικής Γλωσσών και Πολιτισμών του Πανεπιστημίου Paris III – Sorbonne Nouvelle:

«Η Επανάσταση στέκεται ψηλά, πάνω και πέρα από τους εορτασμούς των επισήμων. Βρίσκεται μέσα στην ελληνική ψυχή μας. Φωτίζει την Ιστορία μας, το πνεύμα μας, το παρόν και το μέλλον μας. Ας κρατήσουμε αυτό το φως πάντα αναμμένο κι ας παραδειγματιστούμε από τους απλούς αυτούς ανθρώπους, τους ήρωές μας, που αγωνίστηκαν για την Ελλάδα.


«Θνητοί, τοις αθανάτοις γόνυ κλίνατε.»

Έφαγ’ η φλόγα τ’ άρματα, οι χρόνοι την ανδριά μου.

Ήρθε κι εμένα η ώρα μου. Παιδιά μου, μη με κλάψτε.

Τ’ ανδρειωμένου ο θάνατος δίνει ζωή στη νιότη.

Σταθήτ’ εδώ τριγύρω μου, σταθήτ’ εδώ σιμά μου,

τα μάτια να μου κλείσετε, να πάρτε την ευχή μου.

Κι έν’ από σας το νιώτερο ας ανεβεί τη ράχη,

Ας πάρει το τουφέκι μου, τ’ άξιο μου καριοφύλι.

Κι ας μου το ρίξει τρεις φορές και τρεις φορές ας σκούξει.

«Ο Γέρο Γιάννης πέθανε, ο Γέρο Γιάννης πάει».

 

ΥΠΟΜΝΗΜΑ

  • Το παρόν πόνημα θα ήταν αδύνατο να έχει γραφτεί αν ο Γιάννης Μερεκούλιας, κάτοικος Σπάρτης, ιστοριοδίφης και συνταξιούχος εμποροράπτης, δεν ερευνούσε το ιστορικό παρελθόν του προγόνου του και δεν έβρισκε όσα στοιχεία και επίσημα έγγραφα ήταν δυνατόν να βρεθούν.
  • Η συμμετοχή του καπετάν Γιαννάκη Μερεκούλια στις μάχες της Επανάστασης πιστοποιείται τόσο από τις αιτήσεις του προς το ελληνικό κράτος, όσο και από το πιστοποιητικά που του ενεχείρισαν:

    1. Ο Π. Γιατράκος
    2. Οι οπλαρχηγοί: Π. Παπαθανασόπουλος, Ν. Γιατράκος και Π. Αν. Μπαρμπιτσιώτης
    3. Οι Αγωνιστές των Κολλίνων και του Παρδαλίου που υπηρέτησαν υπό τας διαταγάς του

  • Ο Γιάννης Μερεκούλιας, είχε πληροφορηθεί από τον αιωνόβιο, τότε, Δημοσθένη Τσερωτά, από το Γεωργίτσι, που ασχολούταν με τις ρίζες και τα ονόματα των οικογενειών των Βορείων Δήμων, ότι οι Μερεκουλαίοι είχανε πρόγονο παπά στο Λευκάσιο (Τσορωτά) Καλαβρύτων. Σε αναζήτηση, λοιπόν, της ρίζας τού καπετάν Γιαννάκη Μερεκούλια μετέβη στο Λευκάσιο, όπου, πράγματι, στο Ηρώο του χωριού με τους Τσορωτέους αγωνιστές του 1821 βρήκε το όνομα «Παπαγιάννης Ιερεύς» χωρίς να μπορέσει, όμως, να μπορέσει να φτάσει σε περαιτέρω στοιχεία ταύτισης με το επώνυμο Μερεκούλιας.
  • Χάρη στον Γιάννη Μερεκούλια έχουμε (εκτός από τα επίσημα ιστορικά έγγραφα) και τη συμβατική φωτογραφία του καπετάν Γιαννάκη Μερεκούλια, η οποία προέρχεται από φωτομοντάζ προσώπου ενός εγγονού του Αγωνιστή, με το όνομα Γιάννης Μερεκούλιας. Επειδή τα εγγόνια μοιάζουν του παππού τους, μπορούμε να θεωρήσουμε τη φωτογραφία ως μια κατά προσέγγισιν αποτύπωση της μορφής του Αγωνιστή του ’21 καπετάν Γιαννάκη Μερεκούλια.
  • Στη σημερινή Σπάρτη το όνομα του καπετάν Γιαννάκη Μερεκούλια έχει δοθεί σε ένα απόμερο, μικρό δρόμο της περιοχής της Καλογωνιάς.
  • Μακάρι, κάποια στιγμή, τόσο το Παρδάλι όσο και οι Κολλίνες, να κοσμήσουν τις πλατείες τους με μια προτομή του καπετάν Γιαννάκη Μερεκούλια, τιμής, ευγνωμοσύνης και μνήμης ένεκεν, αλλά και για να μείνει ζωντανή η Ιστορία για τις επερχόμενες γενιές.
  • Το ποίημα του τέλους είναι απόσπασμα από το ποίημα «Ο γερο-Δήμος» του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, ο οποίος σίγουρα δεν θα είχε καμιά αντίρρηση, στη θέση του ονόματος «Δήμος» να μπαίνει, κάθε φορά, το όνομα ενός Αγωνιστή του ’21 που έμεινε αφανής και δικαιούται να τον θυμόμαστε και να τον μνημονεύουμε.

 

Σπάρτη 24-5-2021
Βαγγέλης Μητράκος



  



Οδός Εμπόρων
 
 
 
 
 

Σχετικές Αναρτήσεις