Vekrakos
Spartorama | «Η Ψωροκώσταινα», από τον Ιωάννη Μητράκο

«Η Ψωροκώσταινα», από τον Ιωάννη Μητράκο

Γιάννης Μητράκος 26/03/2021 Εκτύπωση Άνθρωποι! Άρθρα Ιστορία Κοινωνία
«Η Ψωροκώσταινα», από τον Ιωάννη Μητράκο
«Δεν έχω τίποτα άλλο από αυτό το ασημένιο δαχτυλίδι κι αυτό το γρόσι. Αυτά τα τιποτένια προσφέρω στο μαρτυρικό Μεσολόγγι»
Οδός Εμπόρων

Είναι γνωστό πως από τα πρώτα χρόνια της ίδρυσης του πρώτου ελεύθερου και ανεξάρτητου ελληνικού κρατιδίου βρισκόταν σε χρήση η μειωτική και απαξιωτική ονομασία «Ψωροκώσταινα», η οποία υπονοούσε τη μεγάλη φτώχεια και την αδυναμία του να ανταποκριθεί στις στοιχειώδεις υποχρεώσεις του προς τους πολίτες του και τα ξένα κράτη.

Ανατρέχοντας σε κείμενα απομνημονευμάτων και άλλα ιστορικά της επαναστατικής και μετεπαναστατικής περιόδου βρίσκει κάποιος τις πρώτες ανευρέσεις αυτής της λέξης, χωρίς όμως να υπάρχει σύνδεσή της με κάποιο υπαρκτό πρόσωπο. Ενδεικτικά:

  • Ο αγωνιστής του 1821 Θεόδωρος Ρηγόπουλος, γραμματικός του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, γράφει στα απομνημονεύματά του αναφερόμενος  στα γεγονότα του 1824: «Ημείς ανήλθομεν εις Τρίπολιν κατά τα μέσα Ιουνίου. η δε φρουρά ηυτομόλησεν εις την Διοίκησιν, την τότε λεγομένην Βουλήν και μετά ταύτα ψωροκώσταινα».
  • Την ίδια αναφορά κάνει και ο εκ Ζαβίτσης Ακαρνανίας ιστορικός συγγραφέας Δημήτριος Παπαντωνόπουλος στο έργο του «Πεντηκονταετηρίς της Ελληνικής Επαναστάσεως του έτους 1821» (1873).
  • Ο Νικόλαος Δραγούμης που υπηρέτησε ως κυβερνητικός υπάλληλος στο Ναύπλιο (1833) διηγείται στις ιστορικές αναμνήσεις του (Πανδώρα 1853) πως όταν ζήτησε από ένα βαρκάρη να τον μεταφέρει στο πλοίο με το οποίο είχε φτάσει ο Βασιλιάς Όθωνας και για την αμοιβή του θα φροντίσει η κυβέρνηση αυτός του γύρισε την πλάτη και του απάντησε περιφρονητικά: «Η ψωροκώσταινα»!
  • Ο Ιωάννης (Γενναίος) Κολοκοτρώνης (1806-1868), γιος του Γέρου του Μοριά, στα απομνημονεύματά του (μέσα του 19ου αιώνα) αναφέρει πως την τελευταία ελληνική κυβέρνηση, πριν από τον ερχομό του Όθωνα, την ονόμαζαν απαξιωτικά «Ψωροκώσταινα».
  • Ο συγγραφέας του 19ου αιώνα Αναστάσιος Γούδας στο έργο του «Παράλληλοι Βίοι των επί της Αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών» (1870-1875) αναφέρει την ίδια πληροφορία.

Στις αρχές του 20ου αιώνα ο Ναυπλιώτης συγγραφέας, νομομαθής και βουλευτής Μιχαήλ Γ. Λαμπρινίδης δημοσιεύει στην εφημερίδα «ΑΘΗΝΑΙ» (1Η Φεβρουαρίου 1904) ένα ιστορικό άρθρο με το οποίο γίνεται για πρώτη φορά η σύνδεση της ονομασίας «Ψωροκώσταινα» με κάποιο υπαρκτό πρόσωπο του οποίου παρουσίαζε την ιστορία. Το άρθρο του Λαμπρινίδη αναδημοσιεύτηκε την επόμενη χρονιά στο «Ημερολόγιον» του Κωνσταντίνου Φ. Σκόκου.

Ιδού ποιο ήταν το πρόσωπο που παρουσίαζε ο Λαμπρινίδης ως συνδεόμενο με την σκωπτική ονομασία «Ψωροκώσταινα».

Η Πανωραία Χατζηκώστα ήταν σύζυγος του εμπόρου Χατζή-Κώστα Αϊβαλιώτη και ζούσαν μαζί με τα τέσσερα παιδιά τους στην όμορφη μικρασιάτικη πόλη των Κυδωνιών (Αϊβαλί) μέχρι τη καταστροφή της από τους Τούρκους, που ακολούθησε μετά την πυρπόληση ενός οθωμανικού δίκροτου στον κόλπο της Ερεσού από τον Παπανικολή (27 Μαΐου 1821). Λίγες μέρες κατόπιν, 3-4 Ιουνίου 1821 οι Τούρκοι πυρπολούν την πόλη των Κυδωνιών και σκοτώνουν τους κατοίκους του. Η Πανωραία είδε να σφάζονται μπροστά στα μάτια της  ο άντρας και τα παιδιά της. Ακολούθησε η φυγή, με ελληνικά καράβια, των διασωθέντων Ελλήνων από τις 35.000 Αϊβαλιώτες, που  μεταφέρθηκαν  στα Ψαρά. Ανάμεσά τους ήταν και η Πανωραία Χατζηκώστα που όφειλε τη ζωή της σε ένα ναύτη, ο οποίος την επιβίβασε στο πλοίο της σωτηρίας.

Η Πανωραία στα Ψαρά βρέθηκε χωρίς οικογένεια και περιουσία και κατά πάσα πιθανότητα εκεί έλαβε το προσωνύμιο «Ψαροκώσταινα», το οποίο αργότερα εκ παραφθοράς έγινε «Ψωροκώσταινα». Στη δύσκολη κατάσταση που βρέθηκε τη βοήθησαν οι συντοπίτες της και κυρίως ο Λόγιος μοναχός, φιλόσοφος και διδάσκαλος στην Ακαδημία των Κυδωνιών Βενιαμίν ο Λέσβιος, που την πήρε υπό την προστασία του. 

Μετά από λίγο ο Βενιαμίν αναχώρησε για την Ύδρα κι από εκεί για το Ναύπλιο, που ήταν η πρωτεύουσα το νεοελληνικού κρατιδίου. Μαζί του πήγε και η Πανωραία που ζούσε προσφέροντας τις υπηρεσίες της στο Διδάσκαλο. Όλα πήγαιναν καλά έως τον Αύγουστο του 1824 που ο Βενιαμίν Λέσβιος προσβλήθηκε από τύφο και πέθανε. Από τότε άρχισε  για την Πανωραία ένας δύσκολος αγώνας για την επιβίωση. Αναγκάζεται να κάνει την πλύστρα και τον αχθοφόρο για τον άρτο τον επιούσιο και κάποτε δέχεται την ελεημοσύνη κάποιων συμπονετικών ανθρώπων. 

Την περίοδο αυτή η Επανάσταση δοκιμαζόταν σκληρά από την επέλαση του Ιμπραήμ Πασά, που κατέστρεφε τον τόπο κι έσφαζε ανελέητα τους κατοίκους, αφήνοντας εκατοντάδες ορφανά, που αναζητούσαν καταφύγιο στο Ναύπλιο. Η Πανωραία σε τούτη τη δύσκολη στιγμή ξέχασε τα δικά της προβλήματα και ανέλαβε την προστασία και τη  διατροφή των ορφανών. Τα συγκέντρωσε σ’ ένα εγκαταλειμμένο πρώην οθωμανικό σπίτι και για να τα θρέψει πήγαινε από σπίτι σε σπίτι και ζητιάνευε. Είχε παραμελήσει, μάλιστα, σε τέτοιο βαθμό τον εαυτό της, ώστε λόγω της άθλιας εμφάνισής της τα αλητάκια του λιμανιού  την έπαιρναν από πίσω και την κορόιδευαν φωνάζοντας «Ψωροκώσταινα»!    

Το 1826 το ηρωικό Μεσολόγγι βρισκόταν πολιορκημένο από τις δυνάμεις του Κιουταχή και του Ιμπραήμ. Η κατάσταση ήταν κρίσιμη και στο Ναύπλιο έγινε έρανος στην πλατεία Συντάγματος. Η Ερανική Επιτροπή ζητούσε από τους πάμπτωχους κατοίκους να βάλουν το χέρι στην τσέπη και να βοηθήσουν όπως μπορούσαν τους Μεσολογγίτες μαχητές.  Οι εξαθλιωμένοι Ναυπλιώτες, όμως, δεν είχαν τίποτε να προσφέρουν και κανείς δεν πλησίαζε το τραπέζι του εράνου. Τότε η φτωχότερη όλων η Πανωραία Χατζηκώστα πλησίασε το τραπέζι και απόθεσε πάνω ένα ασημένιο δαχτυλίδι που φορούσε στο χέρι της κι ένα γρόσι - το μοναδικό- που είχε στην τσέπη της. Προσφέροντας αυτά τα δύο στην Ερανική Επιτροπή είπε: «Δεν έχω τίποτα άλλο από αυτό το ασημένιο δαχτυλίδι κι αυτό το γρόσι. Αυτά τα τιποτένια προσφέρω στο μαρτυρικό Μεσολόγγι».

Από το πλήθος, που παρακολουθούσε εμβρόντητο τη γενναιόδωρη προσφορά της Πανωραίας, κάποιος φώναξε: «Για δείτε, η πλύστρα η Ψωροκώσταινα πρώτη πρόσφερε τον οβολό της»! Κι αμέσως ξύπνησε το ελληνικό φιλότιμο! Όλοι έσπευσαν να καταθέσουν υπέρ του εράνου ό,τι  είχαν και δεν είχαν!

Στις 9 Μαρτίου 1829 λειτούργησε το πρώτο ορφανοτροφείο, που ίδρυσε στην Αίγινα ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας. Σ’ αυτό συγκεντρώθηκαν 500 ορφανά του πολέμου κι ανάμεσά τους 66 παιδιά που εξαγόρασαν οι Γάλλοι στην Αλεξάνδρεια. Στις 27 Σεπτεμβρίου, όμως, ο Κυβερνήτης δολοφονήθηκε και τον Ιούνιο του 1834 οι Βαυαροί Αντιβασιλείς του Όθωνα μετέφεραν το ορφανοτροφείο στο Ναύπλιο. Τότε εντάχθηκαν σ’ αυτό και τα ορφανά που προστάτευε η Χατζηκώσταινα. Η Πανωραία, γριά πια και με σαλεμένο το μυαλό από τον πόνο και τις στερήσεις, ζήτησε να πλένει τα ρούχα των ορφανών και μάλιστα αμισθί! Δεν πρόλαβε να πραγματοποιήσει την επιθυμία της γιατί λίγους μήνες μετά τη λειτουργία του ορφανοτροφείου στο Ναύπλιο η Πανωραία πέθανε! Στην τελευταία της κατοικία τη συνόδευσαν με λυγμούς τα ορφανά της, ενώ κανένας επίσημος δεν την τίμησε!

Το παρατσούκλι  «Ψωροκώσταινα» της Πανωραίας έγινε γνωστό πανελληνίως, όταν στην εποχή του Καποδίστρια σε μια συνεδρίαση της Συνέλευσης κάποιος Αντιπρόσωπος παρομοίασε το ελληνικό Δημόσιο με την Ψωροκώσταινα. Στην περίοδο της Βαυαροκρατίας, όταν διαλύθηκαν τα άτακτα στρατιωτικά σώματα των αγωνιστών  της Επανάστασης του 1821, η φράση «τι να περιμένει κανείς από την Ψωροκώσταινα» πέρασε στην Ιστορία. Από τότε ως τις μέρες μας το παρατσούκλι αυτό, που απέδιδε την διαχρονική άθλια οικονομική κατάσταση του ελληνικού κράτους, έγινε σήμα κατατεθέν ως τις μέρες μας. Ο χαρακτηρισμός αυτός, σημασιολογικά, δεν έχει το απαξιωτικό νόημα που του αποδίδεται, αφού η Πανωραία Χατζηκώστα ή Ψαροκώσταινα ή Ψωροκώσταινα ήταν μια αληθινά αξιέπαινη  πατριώτισσα με λεβεντιά και φιλότιμο.  


Γιάννης Μητράκος


Οδός Εμπόρων
 
 
 
 
 

Σχετικές Αναρτήσεις