Vekrakos
Spartorama | «Για τις «Δεκαετίες» της Ανθούλας Δανιήλ», από την Γεωργία Κακούρου-Χρόνη

«Για τις «Δεκαετίες» της Ανθούλας Δανιήλ», από την Γεωργία Κακούρου-Χρόνη

Γεωργία Κακούρου-Χρόνη 06/03/2021 Εκτύπωση Άρθρα Κοινωνία Πολιτισμός
«Για τις «Δεκαετίες» της Ανθούλας Δανιήλ», από την Γεωργία Κακούρου-Χρόνη
Οι δεκαετίες της Ανθούλας Δανιήλ (Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα 2020), αλλά και οι δικές μας
Οδός Εμπόρων

Το κείμενο που ακολουθεί έχει προσωπικό χαρακτήρα (υπάρχει άραγε και κείμενο χωρίς προσωπικό χαρακτήρα;). Όταν το έγραφα απευθυνόμουν στην ίδια την Ανθούλα Δανιήλ. Με την κοινοποίησή του, διευρύνεται απλώς ο κύκλος των φίλων, αυτών που ζητούν να μάθουν «το διάβασες το βιβλίο της Ανθούλας; Πώς σου φάνηκε; 

 

Ανθούλα μου, 

Όχι τώρα που γερνάω (μεγαλώνουμε, δεν γερνάμε …), αλλά από παιδί, είχα τη συνήθεια να καταγράφω τα βιβλία που διάβασα· μια εντύπωση· και οπωσδήποτε τα αποσπάσματα που μου άρεσαν, δηλώνοντας – ευτυχώς – και τον αριθμό της σελίδας. Ίσως υποσυνείδητα να με είχε επηρεάσει ο μπαμπάς μου, με εκείνο το «εμελετήθη» (εκπληκτικός ο γραφικός του χαρακτήρας, αλλά τότε διδάσκονταν «Καλλιγραφία») κι από κάτω ολογράφως το όνομά του, στην πρώτη λευκή σελίδα του βιβλίου ή, εάν δεν υπήρχε, στη σελίδα τίτλου. Τώρα, τις περισσότερες φορές (επειδή μεγαλώνω … και η μνήμη φυραίνει και χάρη στον υπολογιστή) κρατάω δυο λόγια παραπάνω. 

Αντιγράφω, λοιπόν, ό,τι κράτησα από τις «δεκαετίες» σου, έτσι σαν μια νοερή συνομιλία, αλλά κυρίως ως ένα μεγάλο «ευχαριστώ!». Τις «δεκαετίες» σου, στις οποίες αναγνώρισα πολλά κοινά με τις δικές μου «δεκαετίες», αλλά δεν είναι αυτός το λόγος που αγάπησα το βιβλίο σου. Αντιγράφω λοιπόν (File: Anthoula Daniil, copy – paste): 

Δεν θυμάμαι πώς γνωριστήκαμε, είμαι βέβαιη ότι εάν σε ρωτούσα θα θυμόσουν. Ήταν κάποτε ένα περιοδικό για όλα τα Ελληνόπουλα του εξωτερικού. Το «Αερόστατο», που σε απογείωνε πραγματικά και τα συναντούσες όπου γης. Γιατί να σταματήσει αυτή η ωραία προσπάθεια; Την ώρα ειδικά που σκεφτόμουν ότι το περιοδικό θα μπορούσε να κυκλοφορεί και για τα εδώ Ελληνόπουλα, και μέσα από τις σελίδες του να επικοινωνούν τα μεν με τα δε και να στήνονται φιλίες, να δημιουργούνται σχέσεις, να σχεδιάζονται ελληνικές διακοπές εντός και εκτός Ελλάδος. 

Για κάποιο τεύχος μου είχες ζητήσει να γράψω. Μιλούσαμε τηλεφωνικά και κυρίως ηλεκτρονικά. Σχόλια πεταχτά όλο αγάπη. Θυμάμαι την έγνοια σου για μαθήτριά σου που θα ερχόταν στη Σπάρτη· την έστειλες να με βρει, για να μην αισθάνεται το «παιδί» μόνο σε μια άγνωστη πόλη. Αυτό το «παιδί» μάς έσμιξε που έβγαλε εισιτήρια να δούμε μαζί μια θεατρική παράσταση. Ήταν η πρώτη αγκαλιά, αλλά κανένα ξάφνιασμα από τη φυσική παρουσία, έτσι που άρχισα να αμφιβάλω εάν δεν είχαμε βρεθεί κι άλλες φορές στο παρελθόν. Και μια παρένθεση γι’ αυτό το «παιδί» που είναι μια καταξιωμένη γιατρός και που η Ανθούλα την αναφέρει στο βιβλίο της, όταν μαζί απολάμβαναν «έργα και ημέρας» στο Παρίσι. Όταν μια σχέση δάσκαλου-μαθητή εξελίσσεται μ’ αυτό τον τρόπο, αντιλαμβανόμαστε πολλά για την ποιότητα αυτού του δασκάλου (προφανώς και του μαθητή). 

Τα γράφω αυτά, γιατί από την αρχή θέλω να πω ότι διάκειμαι ευνοϊκά προς ό,τι γράφει η Ανθούλα. Αυτή, ωστόσο, η εύνοια μπορεί υποσυνείδητα να λειτουργεί και αλλιώς … να ψάξεις να βρεις κάτι που δεν σου αρέσει. Έτσι κι αλλιώς ζηλεύω την Ανθούλα και δεν μπορώ ακόμη να καταλάβω πώς γίνεται να διαβάζει τόσο πολύ κι αμέσως να είναι έτοιμη να καταθέσει κριτική άποψη. Ο όποιος φθόνος αντισταθμίζεται από την υπερβολική αγάπη που είχα στη γιαγιά μου που την έλεγαν κι αυτή «Ανθούλα». Επιστρέφω, λοιπόν, σ’ αυτό το «ευνοϊκά» που τελικά μπορεί να μην είναι – ασύνειδα – και τόσο ευνοϊκά. 

Πιάνω στα χέρια το βιβλίο και μου αρέσει ευθύς εξαρχής, γιατί μπορώ να σταματήσω και να ξαναρχίσω, χωρίς να χάνω τη συνέχεια. Όχι ότι το βιβλίο είναι ασπόνδυλο (το αντίθετο, κι ας «τερματίζουν» μαζί οι δεκαετίες)· υπάρχουν εγγενή νήματα που συνέχουν το όλο. 

Το βιβλίο θα μπορούσε να είναι γεμάτο με παραπομπές, σημειώσεις, σχόλια για κινηματογραφικές ταινίες, θεατρικές παραστάσεις (κάθε είδους από το αρχαίο δράμα έως ένα σημερινό έργο), μουσικές (όπερα κυρίως), ζωγραφικές και πάνω από όλα ποίηση, γενικότερα λογοτεχνία, αλλά έχουν περιοριστεί σε ελάχιστες. Το επίτευγμα έγκειται στο ότι, ακόμη και για έναν απαιτητικό (και σχολαστικό) αναγνώστη, υπάρχουν εντός του κειμένου όλα τα στοιχεία για να αναζητηθούν περισσότερες πληροφορίες για θέματα που τον εξιτάρουν. 

Χαίρεσαι να συναντάσαι μαζί της σ’ αυτόν τον πίνακα, σ’ εκείνη τη μυρουδιά, σ’ αυτή την πανσέληνο, στον συγκεκριμένο αρχαιολογικό χώρο, σε μια μελωδία, σε μια παράσταση που σου άφησε ανάλογη ή κάποια άλλη γεύση και κυρίως σε σελίδες που γράφουν για τα ίδια που αγαπάς, αλλά που τα διαβάσατε διαφορετικά. 

Έχεις έναν δικό σου, μαγικό τρόπο, να πιάνεις, για παράδειγμα, μια λέξη κακόηχη, κακό-οσμη και να την ταξιδεύεις μέσα από χίλια κύματα· από κείμενα, από ανέκδοτα, από … παρακολουθείς τα ίχνη και ξεχνάς όλα τα άλλα. Και να μην ξεχάσω εγώ … το χιούμορ! Λυτρωτικό! 

Σε ποιο είδος ανήκει αυτό το βιβλίο; Σε κανένα. Γάργαρο νερό που αναβλύζει τόσο ξαφνικά, με τέτοια ορμή που τίποτα δεν μπορεί να το σταματήσει. Αλλά το σπουδαίο δεν είναι η ορμή του, είναι η φυσική του ροή που διακλαδίζεται σε τοπία τόσα ποικιλόμορφα, κι όλα, μα όλα, τόσο ενδιαφέροντα· ακόμη και τα πιο προσωπικά. 

«Κορίτσι ανθισμένο για βιβλία και σινεμά», δηλώνει η ίδια, θα πρόσθετα και για μουσική και για χορό και για ρέμβη, για ό,τι συνθέτει τη χαρά της ζωής. Ιδού η πρόθεση της αφήγησης: να ξανακερδηθούν όλες οι δεκαετίες (ακόμη κι αυτές που δεν έχει τρέξει ακόμη κι εύχομαι να είναι πολλές έως το οριστικό και τελευταίο νήμα). Ακολούθησε τον πρώτο διδάσκοντα, τον Προυστ, και τον Χαμένο χρόνο του; Δεν ξέρω. Ξέρω μόνο πόσο επιδέξια είχε τοποθετήσει στο συρτάρι τα πετραδάκια της, σαν εκείνα τα όστρακα του Σεφέρη, και πόσο απλόχερα μάς τα προσφέρει. 

Τα περισσότερα πετραδάκια του Οδυσσέα Ελύτη· είναι ο ποιητής της! Αλλά εκείνο που με γοητεύει είναι μια λέξη, μια παρομοίωση που δεν είχα προσέξει, ή έχω ξεχάσει, και τώρα ενταγμένη η αναφορά εδώ, στο πλαίσιο που του ορίζει η Ανθούλα, μακριά από το φυσικό του χώρο, αποκτά άλλες διαστάσεις. 

Μετά είναι κάποιες συμπτώσεις, πολύ προσωπικές αγάπες που συναντώ στις σελίδες του βιβλίου, όπως η Ήριννα από την Τήλο, ισάξια της Σαπφούς (τι καλά που διατηρείται ο τύπος της γενικής) και του Ομήρου. Τρεις αιώνες έζησε πριν από αυτή η Σαπφώ· και ο Αριστόξενος Σκιαδάς μας έκανε να την αγαπήσουμε και μπήκα στον πειρασμό αυτό το όνομα να χρησιμοποιήσω ως ψευδώνυμο. Ένα όνομα - ήχος και εικόνα (η ορθογραφία του) - που από μόνο του αποπνέει τη μαγεία της Ήριννας. 

Εξαιρετικά επινοητική στις «συν-αναγνώσεις». Ο Χέγκελ θα καμάρωνε για τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιούνται οι «επιστροφές» του και ο Νίτσε οι «χειρονομίες» του. Από τα ακριτικά τραγούδια στον Χαρούλη· κι από εκεί στα άλογα. Κι από εκεί στον Παπατσώνη και τον Σεφέρη, έως τον Ναπολέοντα. Θα μπορούσε να στηθεί ένα ολόκληρο παιχνίδι μνήμης-γνώσης-τέρψης που να σχετίζεται με δημιουργούς, αλλά ταυτόχρονα και μ’ ένα λεξιλόγιο, παιχνίδι επίσης, όπου η νίκη θα είχε να κάνει με την προσοχή στην ιστορία και στην ετυμολογία της λέξης. 

Σολωμός, Κάλβος, Παπαδιαμάντης, Σικελιανός, Σεφέρης, Βρεττάκος, Σπαθάρης· και ο Μπάιρον και η «Κατάρα της Αθηνάς» του και ο Έλγιν· και ο Καμύ στο Σίγρι της Λέσβου και ο Μποντλέρ και ο Σέλεϊ και ο Μπρουκ. Αλλά και τραγουδιστές, ηθοποιοί, φοιτητικές διαδρομές (πόσο αλλιώτικες από τις τωρινές), όλα κυκλοφορούν στις σελίδες του βιβλίου και κυρίως οι δάσκαλοί της, αυτοί που την συντρόφεψαν και την καθοδήγησαν σε όλη τη διδακτική και τη συγγραφική της πορεία και πάνω από όλους κι από όλα οι γονείς. 

Ακόμη ταξιδιάρικες συγχρονίες: ο Κλιμτ και 9η Συμφωνία· Μπετόβεν-Κολοκοτρώνης-Έλγιν· ιδού πώς η χρονική παράμετρος μπορεί να στήσει και πάλι ωραία παιχνίδια συγκίνησης, γνώσης και μνήμης για τα παιδιά. Αλλά και για τους ενήλικες· ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: «Εμ, κι εκείνος, ο Νίκος Γκάτσος, επίτηδες το έκανε και έστειλε τους πάντες στην Αμοργό, ενώ Αμοργός ήταν η Ασέα Αρκαδίας και όλη η Ελλάδα, η στειμμένη, συνθλιμμένη, βασανισμένη, αρμεγμένη. Αυτό θα πει αμοργός, από το ρήμα αμέργω-αρμένω» (σ. 168). 

Κι ένα ακόμη παρήγορο για εμάς που μεγαλώνουμε: «Η ντοπαμίνη μειώνεται με την ηλικία … Γι’ αυτό οι γέροι είναι σοφοί. Ο Κάτων έμαθε ελληνικά στα ογδόντα του, ο Σοφοκλής έγραψε τον Οιδίποδα στα ογδόντα του, ο Σημωνίδης κέρδισε βραβείο στα ογδόντα του, ο Θεόφραστος έγραψε τους Χαρακτήρες στα ενενήντα του και ο Γοργίας το Ελένης Εγκώμιο στα εκατόν επτά του! Στα εκατόν επτά του, δηλαδή, είχε τον νου του στο πώς να δικαιώσει τα αίτια του Τρωικού πολέμου, δηλαδή την Ελένη. Και Χάρο δεν φοβάται!» (σ. 224). 

Πολλές φορές σταμάτησα και αναπόλησα στην ανοιχτή σελίδα (αν και θα έπρεπε να πω -ώντας, αναπολώντας, κατά το δικό της «περιμένοντας»· «μετοχή ενεστώτα, τροπική, ανοιχτή, χωρίς καμιά δέσμευση, όπως όλα εκείνα τα ταξιδεύοντας που δεν έχουν τέλος», η δική της διευκρίνιση για την επιλογή των σε -οντας μετοχών) που με έκανε να αναλογιστώ: τα ωραία παραμύθια για φιλιά που σκοτώνουν· ή εκείνο το -ρ του έρωτα που τον κάνει να ρέει όπως κι όλα τα άλλα· ή ακόμη τι μετράει από αυτά που αφήνουν πίσω τους οι άνθρωποι· και το θαύμα της Ελλάδας που εμείς δεν το λογιάζουμε γιατί είμαστε εξοικειωμένοι με το να το βλέπουμε στο ξύπνιο μας σε κάθε μικρό πετραδάκι της ευλογημένης χώρας μας· κι ο Στέλιος στον τάφο του Κοραή κι όλες οι ανάλογες τρυφερές εξομολογήσεις των αναμνήσεων, ειλικρινείς, χωρίς «δήθεν», με τη χαρά παιδιού που πρωτοβλέπει τον κόσμο και επιθυμεί να σε καταστήσει συμμέτοχο και … συνένοχο. 

Και πόση ώρα χασομέρησα στο δικό της παιχνίδι με τις λέξεις («το νυχτολούλουδο διανυκτέρευε») ή στις αλήθειες που είχα αποξεχάσει (Λόρκα: «η σιωπή του ασβέστη και της μυρτιάς»· Σέλεϊ: «Οι ποιητές είναι οι μη αναγνωρισμένοι νομοθέτες του κόσμου»). Κρατώ τελευταία μια αξεδιάλυτη του ποιητή της και δική της: «Ρίγανες και θυμάρια. Να και το ρήμα ‘θυμάμαι’, από το ‘θυμάρι’ που είναι το βότανο της μνήμης. Η μνήμη είναι γυναίκα, η Μνημοσύνη, μητέρα των Μουσών και η μέλισσα τριγυρίζει το θυμάρι. Γι’ αυτό το μυαλό στρέφεται σε ό,τι γλυκό το απασχολεί. Η μνήμη ανασυστήνει τον προσωπικό μας κόσμο, μέσα από ό,τι τον σημάδεψε. Και γι’ αυτό ίσως το θυμάρι να σημαίνει και θυμώνω. Ο Ελύτης βρίσκει την πηγή της μνήμης σε όλα τα μυριστικά. Για παράδειγμα «Δώσε μου δυόσμο να μυρίσω / λουίζα και βασιλικό / μαζί μ’ αυτά να σε φιλήσω / και τι να πρωτοθυμηθώ’. Να γιατί δεν μπορώ να ξεχάσω. Η μνήμη είναι η στυλοβάτις της ανθρώπινης συνείδησης. Όταν αυτή λειτουργεί, λειτουργεί η ζωή και όταν αυτή χαθεί, διαλύεται ο κόσμος για τον απωλέσαντα. Να γιατί δεν ξεχνώ …» (σ. 219). 

Χαίρομαι, Ανθούλα μου, που δεν αυτό-εντάσσεται ανάμεσα στους ομφαλοσκόπους και βρήκες χρόνο να εμπλουτίσεις την ωραία μοναξιά μας. Και σε ευχαριστούμε κηρόθεν και για τα δυο!



Γεωργία Κακούρου-Χρόνη, parathemata.com


Οδός Εμπόρων