Vekrakos
Τελευταία Νέα
Spartorama | «Η Νέμεσις των Ιαπώνων στην Βιρμανία είχε Λακωνικό ονοματεπώνυμο»

«Η Νέμεσις των Ιαπώνων στην Βιρμανία είχε Λακωνικό ονοματεπώνυμο»

Spartorama 30/04/2020 Εκτύπωση Ιστορία Κοινωνία Λακωνία
«Η Νέμεσις των Ιαπώνων στην Βιρμανία είχε Λακωνικό ονοματεπώνυμο»
Η ιστορία του Charles Coussoule του Γεωργίου και της Ειρήνη Κουσσούλη, με καταγωγή από το χωριό Ελίκα του Νομού Λακωνίας

Κείμενο - Έρευνα: Γεώργιος Χαλκιαδόπουλος

O Charles Coussoule γεννήθηκε στις 29 Οκτωβρίου του 1921 στην πόλη Saco της Πολιτείας τού Maine και ήταν γιος Ελλήνων μεταναστών. Οι γονείς του ήταν ο Γεώργιος και η Ειρήνη Κουσσούλη, όμως η ακριβής ημερομηνία του γάμου τους δεν είναι γνωστή. O πατέρας του, Γεώργιος Κουσσούλης (George Coussoule), είχε γεννηθεί το 1896, στο χωριό Ελίκα του Νομού Λακωνίας. Ο οικισμός βρίσκεται χτισμένος κοντά στη θάλασσα, στη δυτική πλευρά της χερσονήσου του Μαλέα, του Δήμου Μονεμβασίας. Σε ότι αφορά το ακριβές ιστορικό, της μετανάστευσής του στην Αμερική, υπάρχουν ορισμένες εγγενείς δυσκολίες, ως προς την πλήρη αποσαφήνισή του. Στα αρχεία του Ellis Island, αρκετές φορές υπάρχουν ορθογραφικά λάθη, κυρίως σε Ελληνικά πολυσύλλαβα επώνυμα. Σε έγγραφα που αφορούν άτομα με το συγκεκριμένο επώνυμο συνήθως εντοπίζονται διάφοροι ορθογραφικοί τύποι, όπως Coussoule, Cousoulis, Koussoulis, κλπ. Επίσης πολλές φορές σε διάφορες χειρόγραφες καταγραφές, ο γραφικός χαρακτήρας είναι δυσανάγνωστος. Ως εκ τούτου είναι δύσκολο να ταυτοποιηθεί το συγκεκριμένο πρόσωπο και να εντοπιστεί, το πότε ταξίδεψε για πρώτη φορά στις ΗΠΑ. Σε ένα από τα δακτυλογραφημένα έγγραφα, που αναφέρονται με σαφήνεια στο όνομά του, προκύπτει ότι ο Γιώργος σε ηλικία 25 ετών, αναχώρησε για τις ΗΠΑ, τον Απρίλιο του 1921. Δεν είναι όμως επιβεβαιωμένο αν αυτό, ήταν το πρώτο του υπερατλαντικό ταξίδι, ή αν είχε επαναλάβει το ίδιο δρομολόγιο και κατά το παρελθόν, μόνος ή με την σύζυγό του. Ο Γιώργος και η Ειρήνη εργάστηκαν σκληρά επί σειρά ετών, προκειμένου να καταφέρουν να ορθοποδήσουν οικονομικά και να κάνουν πραγματικότητα το δικό τους «Αμερικανικό όνειρο». Το ζευγάρι είχε συνολικά 6 παιδιά, τον Nicholas, τον John τον Charles τον James τον Peter και την Helen. Η οικογένεια μετακόμισε διαδοχικά από το Maine, στο Somersworth και το Portsmouth του New Hampshire, όπου διέμεναν κατά τις δεκαετίες του 1920 και του 1930, για να καταλήξουν τελικά το 1940, στην πόλη Indiana της Pennsylvania, όπου και εγκαταστάθηκαν μόνιμα. Ο Charles κατά την παιδική του ηλικία ήταν ένα ζωηρό και άτακτο παιδί, όμως είχε μεγάλη αδυναμία στην μητέρα του. Πολλές φορές προτιμούσε την παρέα της, παρά την συναναστροφή με τους συνομηλίκους του, με αποτέλεσμα οι φίλοι και τα αδέλφια του, να τον πειράζουν συνεχώς, αποκαλώντας τον με το παρατσούκλι “mamma’s boy” (παιδί της μαμάς). Στα χρόνια της εφηβείας του όμως ο Charles άρχισε να αλλάζει και να ανδρώνεται, καθώς έγινε εμφανής η αγάπη του για τα σπορ και η κλίση που είχε προς τον αθλητισμό. Ο νεαρός Έλληνας κατά τα χρόνια του Γυμνασίου και του Λυκείου, ασχολήθηκε με το μπέιζμπολ το μπάσκετ και το ράγκμπι, κερδίζοντας με το σχολείο του πολλές πρωτιές και τίτλους, στα διασχολικά πρωταθλήματα της Πολιτείας του New Hampshire. Η ενασχόλησή του με τον αθλητισμό, τον βοήθησε να χτίσει ένα δυνατό και υγιές κορμί και παράλληλα να διαμορφώσει έναν δυναμικό χαρακτήρα. 

Το 1940, λίγο μετά τον θάνατο του πατέρα του, ο 19χρονος Charles συνεργάστηκε με ένα ξάδελφό του τον Mike Manos και ανέλαβε το μάνατζμεντ και την διεύθυνση του “Manos Theater” στην πόλη Hollidaysburg της Πενσυλβάνια. Αξίζει να σημειωθεί πως ο Mike Manos μεταπολεμικά εξελίχτηκε σε σπουδαίο επιχειρηματία, δημιουργώντας μία μεγάλη αλυσίδα κινηματοθεάτρων, σε διάφορες πόλεις των ΗΠΑ. Ο Charles δεν ήταν γραφτό να μείνει για πολύ καιρό στον χώρο των θεατρικών επιχειρήσεων, καθώς σύντομα ο πόλεμος θα ανέτρεπε τα σχέδια και τα όνειρα όλων των ανθρώπων. Στις 7 Δεκεμβρίου 1941 οι Ιάπωνες επετέθησαν στο Pearl Harbor και οι ΗΠΑ αναγκάστηκαν να εισέλθουν στον Β΄ΠΠ. Τον Νοέμβριο του 1942 ο Charles παρουσιάστηκε στο κέντρο εκπαιδεύσεως του New Cumberland και κατατάχθηκε στο πεζικό (US Army). Περίπου δύο μήνες αργότερα δήλωσε εθελοντής για εκπαίδευση αλεξιπτωτιστή και στάλθηκε στο Fort Benning της Αλαμπάμα και από εκεί στην Ουάσιγκτον, για περεταίρω αξιολόγηση. Οι επιδόσεις του κατά την εκπαίδευση, σε συνδυασμό με τον δυναμικό χαρακτήρα του, τα ηγετικά του προσόντα και την άριστη γνώση της Ελληνικής γλώσσας, είχαν ως αποτέλεσμα την υπαγωγή του στις τάξεις του OSS, με προοπτική την ανάληψη αποστολών ανταρτοπολέμου στα βουνά της Ελλάδος. Περί τα τέλη του 1943 ο Κουσσούλης έχοντας αποφοιτήσει από την Σχολή Αξιωματικών με τον βαθμό του Ανθυπολοχαγού, στάλθηκε στο Συμμαχικό Αρχηγείο του Καΐρου, στην Αίγυπτο, μαζί με τον Υπολοχαγό Daniel Mudrinich ο οποίος ήταν Σερβικής καταγωγής. Οι δύο άνδρες θα ρίχνονταν με αλεξίπτωτο, στην Ελλάδα και στην Γιουγκοσλαβία αντίστοιχα, όπου σε συνεργασία με ομοεθνείς τους αντιστασιακούς, θα οργάνωναν τον αγώνα εναντίον των κατακτητών. Τα σχέδια όμως του Συμμαχικού Στρατηγείου Μέσης Ανατολής άλλαξαν και οι δύο αξιωματικοί μετατέθηκαν τελικά στο Θέατρο Επιχειρήσεων Κίνας-Βιρμανίας-Ινδίας. (βλ. επεξηγηματική λεζάντα στη Photo 2). 

Η τακτική κατάσταση στο συγκεκριμένο μέτωπο είχε διαμορφωθεί ως εξής. Η Ιαπωνική κατάκτηση της Βιρμανίας, από τον Ιούνιο του 1942 και μετά, απομόνωσε εντελώς την Κίνα καθώς απέκοψε την κυριότερη οδό ανεφοδιασμού των Κινέζων η οποία ήταν γνωστή ως “Burma Road”. Οι στρατιωτικές φάλαγγες που μετέφεραν πάσης φύσεως εφόδια ξεκινούσαν από την Ινδία και μέσω του συγκεκριμένου δρόμου, οι ενισχύσεις διέρχονταν τη Βιρμανία και κατέληγαν στην νότιο Κίνα. Ο «Δρόμος της Βιρμανίας» είχε μήκος 717 μίλια (1.154χλμ), και είχε κατασκευαστεί το 1938, την περίοδο που η χώρα ήταν ακόμη Βρετανική αποικία. Έτσι λοιπόν στα μέσα του 1942, οι Σύμμαχοι, κυρίως Άγγλοι και Αμερικανοί, που εξόπλιζαν τους Κινέζους δια της χερσαίας οδού, βρέθηκαν σε αδιέξοδο. Η αερογέφυρα που δημιούργησαν με πτήσεις ανεφοδιασμού, από την Ινδία προς την Κίνα, αποδείχτηκε εξαιρετικά κοστοβόρα εξαιτίας της υπέρπτησης της οροσειράς των Ιμαλαΐων, το φυσικό σύνορο που χώριζε τις δύο χώρες. Επιπλέον τα εφόδια που μεταφέρονταν με μεταγωγικά αεροσκάφη, C-87 Liberator, C-47 Skytrain και C-46 Commando, δεν επαρκούσαν για την πλήρη κάλυψη των αναγκών του Κινεζικού Στρατού. Έτσι λοιπόν κατά τη διάρκεια των επόμενων τριών ετών (1943, 1944, 1945) οι Συμμαχικές δυνάμεις συμμετείχαν σε μία σειρά από πολεμικές επιχειρήσεις, με σκοπό την εκδίωξη των Ιαπώνων και την αποκατάσταση της χερσαίας επικοινωνίας στον άξονα Κίνας - Βιρμανίας - Ινδίας. Οι Βρετανοί και οι Αμερικανοί, εκτός από τους τακτικούς στρατιωτικούς σχηματισμούς που διέθεταν στο συγκεκριμένο μέτωπο των επιχειρήσεων (CBI), με έδρα κυρίως την Ινδία, προχώρησαν και στην δημιουργία ομάδων ειδικών δυνάμεων, με σκοπό την διεξαγωγή ανταρτοπολέμου, πίσω από τις Ιαπωνικές γραμμές. Χιλιάδες ντόπιοι Βιρμανοί στρατολογήθηκαν και εκπαιδεύτηκαν, προκειμένου να συμμετάσχουν στον κοινό αγώνα εναντίον των Ιαπώνων κατακτητών. Οι Αμερικανοί μαχητές γνωστοί ως “Merrill’s Marauders” με επικεφαλής τον Στρατηγό Frank Merrill και οι Βρετανοί “Chindits” με επικεφαλής τον Στρατηγό Orde Charles Wingate, άρχισαν από το δεύτερο μισό του 1942 επιχειρήσεις στα μετόπισθεν των Ιαπώνων. Στον αγώνα συμμετείχαν και άνδρες του Αμερικανικού Γραφείου Στρατηγικών Υπηρεσιών, το οποίο θεωρείται ο πρόδρομος της CIA. Την εποχή εκείνη ήταν ευρέως γνωστό ως OSS, από τα αρχικά των λέξεων Office of Strategic Services. Η συγκεκριμένη υπηρεσία δραστηριοποιούνταν κυρίως στην Ευρώπη και ειδικότερα στα Βαλκάνια, όμως ένα κλιμάκιό της ανέλαβε δράση και στην Βιρμανία με την επωνυμία OSS-Detachment 101, στο οποίο μετατέθηκε και ο Κουσσούλης. 

Έτσι λοιπόν ο Ελληνο/Αμερικανός αξιωματικός, με καταγωγή από την Μάνη, βρέθηκε στις ζούγκλες της Βιρμανίας όπου σε σύντομο χρονικό διάστημα, το όνομά του έγινε θρύλος. Κυκλοφορούσαν πολλές ιστορίες για τον Κουσσούλη όμως ο κοινός παρονομαστής κάθε αφήγησης, ήταν ότι κατά την διάρκεια της 18άμηνης δράσης του, είχε σκοτώσει τους περισσότερους Ιάπωνες, από οποιονδήποτε άλλον στρατιώτη, από όσους πολεμούσαν πίσω από τις εχθρικές γραμμές, στο συγκεκριμένο μέτωπο επιχειρήσεων! Ο Έλληνας του 101ου Αποσπάσματος, πέρα από την θανατηφόρα αποτελεσματικότητα που επεδείκνυε στις διάφορες αποστολές που εκτελούσε, ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής μεταξύ των ανδρών του, γιατί αν και τους εκπαίδευε σκληρά, εντούτοις τους έδειχνε τον απαραίτητο σεβασμό και εκτίμηση, για αυτά που προσέφεραν. Οι ντόπιοι Βιρμανοί που είχε στην ομάδα του, γνωστοί ως “Kachin Rangers”, τον φώναζαν “Colonel Greek” καθώς γνώριζαν την Ελληνική του καταγωγή. Κατά τους πρώτους 8 μήνες της δράσης του στη Βιρμανία, από τον Ιανουάριο έως τον Αύγουστο του 1944, ο Κουσσούλης πήρε μέρος σε δεκάδες αποστολές, στο επικίνδυνο επιχειρησιακό περιβάλλον της Βιρμανικής ζούγκλας. Tην περίοδο από τον Μάρτιο έως τον Ιούνιο του 1944 οι Ιάπωνες προσπάθησαν να εισβάλλουν στην βορειοανατολική Ινδία στο πλαίσιο της επιχείρησης U-Go (Operation U-Go), όμως απέτυχαν και αποσύρθηκαν έχοντας υποστεί τεράστιες απώλειες. Οι άνδρες του 101ου Αποσπάσματος μαζί με τους αντάρτες Kachin, έπληξαν τις γραμμές ανεφοδιασμού στα μετόπισθεν των Ιαπώνων, βοηθώντας τα μέγιστα στην αποτροπή της εισβολής. Ένα απόγευμα του Μαρτίου του 1944 ο Υπολοχαγός Charles “the Greek” Coussoule οδήγησε μία ομάδα 300 ανταρτών, προκειμένου να εντοπίσουν βαθιά μέσα στην ζούγκλα ένα στρατόπεδο ανεφοδιασμού των Ιαπώνων. Η δύναμη κρούσης αναχώρησε από το στρατόπεδο της και οι άνδρες βάδιζαν όλη τη νύχτα και όλη την επόμενη μέρα, μέσα στην αφιλόξενη ζούγκλα, προκειμένου να φτάσουν στην περιοχή του στόχου. Τα μεσάνυχτα της επόμενης μέρας έχοντας διανύσει μία απόσταση 50 μιλίων, έφτασαν στα περίχωρα ενός μεγάλου Ιαπωνικού στρατοπέδου εφοδιασμού. Ο Κουσσούλης έδωσε λίγες ώρες ανάπαυσης στους άνδρες του και μετά, λίγο πριν από το ξημέρωμα, εισέβαλαν στο Ιαπωνικό στρατόπεδο, αιφνιδιάζοντας εντελώς τον εχθρό. Οι άντρες του Coussoule σκόρπισαν τον θάνατο, πυρπολώντας έντεκα μεγάλες αποθήκες και καταστρέφοντας πάνω από χίλιους τόνους εφοδίων, εξαιρετικά αναγκαίων στον Ιαπωνικό στρατό! Είκοσι τέσσερις ώρες αργότερα επέστρεψαν στο δικό τους στρατόπεδο! 

Οι άνδρες εκτός από τους Ιάπωνες είχαν να αντιμετωπίσουν μία σειρά από δύσκολες καταστάσεις και κινδύνους, όπως δηλητηριώδη ερπετά, ενοχλητικά έντομα, ανυπόφορη ζέστη και καταρρακτώδης βροχές, που μεταμόρφωναν τα μονοπάτια σε αδιαπέραστα πεδία λάσπης. Ασθένειες όπως η ελονοσία και η δυσεντερία εξαντλούσαν τους άνδρες και προκαλούσαν απώλειες, εφάμιλλες με τις απώλειες σε μάχη. Από τον Μάιο έως τον Αύγουστο του 1944 ο Κουσσούλης και οι άνδρες του έλαβαν μέρος στην κατάληψη του αεροδρομίου της Myitkyina, αλλά και την πολιορκία της ομώνυμης πόλης, που βρισκόταν σε κοντινή απόσταση. Εκείνη την περίοδο το Αμερικανικό Μηχανικό είχε αρχίσει να κατασκευάζει μια νέα διαδρομή από την Ινδική πόλη Ledo, στα σύνορα Ινδίας-Βιρμανίας. Όμως ο Ιαπωνικός έλεγχος της πόλης Myitkyina της Βόρειας Βιρμανίας και της γύρω περιοχής, εμπόδιζε την ολοκλήρωση του δρόμου, και τα Ιαπωνικά καταδιωκτικά που επιχειρούσαν από το αεροδρόμιο κοντά στην πόλη, παρενοχλούσαν συνεχώς τα Αμερικανικά μεταγωγικά αεροσκάφη που μετέφεραν προμήθειες προς την Κίνα. Το γεγονός αυτό κατέστησε την πόλη στρατηγικό στόχο των Συμμάχων. Στην διάρκεια των τεσσάρων μηνών που διήρκησαν οι επιχειρήσεις ο Κουσσούλης και οι υπόλοιποι άνδρες του 101ου Αποσπάσματος, ανέλαβαν αποστολές ανορθόδοξου πολέμου στα μετόπισθεν των Ιαπώνων, για να εμποδίσουν την αποστολή ενισχύσεων. Παράλληλα όμως μετείχαν και με τα τακτικά στρατεύματα, Βρετανών Αμερικανών και Κινέζων, στην πολιορκία της πόλης. Σε επιστολή που απέστειλε ο Κουσσούλης σε κάποιους φίλους του στις ΗΠΑ, στα τέλη Αυγούστου του 1944, περιγράφει τις εμπειρίες του, για αυτή την περίοδο των πρώτων 8 μηνών, της θητείας του στο μέτωπο, ως εξής: 

«Σε ότι αφορά τους στρατιώτες μου, ήμουν ένας λευκός που διοικούσα ντόπιους αντάρτες και με αυτούς τους άντρες έλαβα εντολή να πολεμήσω στη ζούγκλα, στους λόφους, και τα βουνά της Βιρμανίας. Κάποιες φορές τα πράγματα γίνονταν πολύ άσχημα, καθώς παρενοχλούμασταν συνεχώς από Ιαπωνικές περιπόλους και ενίοτε εμπλεκόμασταν μαζί τους. Ήταν ένα πραγματικό κολαστήριο εκεί έξω, ζώντας 24 ώρες το 24άωρο, για οκτώ ολόκληρους μήνες, σαν κυνηγημένο αγρίμι, σε συνθήκες που δύσκολα επιβιώνει ένας άνθρωπος! Όλα αυτά όμως δεν με εμπόδισαν να δεθώ συναισθηματικά με έναν νεαρό Βιρμανό, ο οποίος αργότερα μου έσωσε δύο φορές τη ζωή, και μάλιστα τη δεύτερη φορά, σε βάρος της δικής του ζωής! Μια νύχτα ένας Γιαπωνέζος σερνόμενος στο έδαφος προχώρησε αργά, με έρπειν, προς τις θέσεις μας και κατάφερε μέσα στο σκοτάδι, να φτάσει σε απόσταση ενάμιση μέτρου από μένα! Δεν τον είχα αντιληφθεί, όμως ο νεαρός ιθαγενής φίλος μου, τον εντόπισε και τον σκότωσε, την τελευταία στιγμή! Αναμφίβολα έσωσε την ζωή μου σε αυτή την περίπτωση! Την δεύτερη φορά, καθώς βαδίζαμε μαζί σε ένα μονοπάτι της ζούγκλας, με προσπέρασε ανήσυχος, διαισθανόμενος κάποιο κίνδυνο. Την επόμενη στιγμή, ένας Ιάπωνας ελεύθερος σκοπευ τής τον σημάδεψε καθώς προπορεύονταν και τον πυροβόλησε. Η σφαίρα τον πέτυχε στο στομάχι και δυστυχώς δεν πέθανε αμέσως, αλλά υπέφερε για πολλές ώρες! Αυτό έκανε την οδύνη μου για τον χαμό του ακόμη μεγαλύτερη. Τελικά τον θάψαμε σε έναν απλό τάφο και το μόνο που μπορούσαμε να του προσφέρουμε ήταν οι προσευχές μας. Παρόλα αυτά ολοκληρώσαμε την αποστολή μας και επιστρέψαμε στην βάση μας, όπου λάβαμε τα εύσημα από τον Γενικό Διοικητή μας, Αντισυνταγματάρχη William Ray Peers έχοντας κερδίσει τον σεβασμό όλων, για την δράση μας»! 

Στις 17 Μαΐου 1944 οι άνδρες του OSS-Detachment 101 οδήγησαν μία μεγάλη ομάδα των “Merrill’s Marauders”, προκειμένου να επιτεθούν και να καταλάβουν την αεροπορική βάση της Myitkyina που κατείχαν οι Ιάπωνες. Οι άνδρες ήταν ήδη εξαντλημένοι έχοντας συμμετάσχει σε προηγούμενες μάχες, όμως οι ανάγκες των επιχειρήσεων επέβαλλαν την άμεση μετακίνησή τους. Οδηγώντας τους μέσα από τις απόκρημνες οροσειρές και τα κρυφά μονοπάτια του Kumon Bum, κατάφεραν μετά από μία επίπονη πορεία 20 ημερών, η οποία σχεδόν διέλυσε τους ήδη κουρασμένους «Επιδρομείς του Merrill», να φτάσουν απαρατήρητοι στις παρυφές του διαδρόμου προσγειώσεων, πετυχαίνοντας πλήρη αιφνιδιασμό και κατάληψη του αεροδρομίου! Σειρά είχε η πόλη της Myitkyina όμως οι Συμμαχικές δυνάμεις Βρετανών, Αμερικανών και Κινέζων δεν είχαν φτάσει ταυτόχρονα στην περιοχή και επιπλέον δεν επαρκούσαν αριθμητικά ώστε να δημιουργήσουν έναν αποτελεσματικό και επαρκή κλοιό περιμετρικά της πόλης. Οι Ιάπωνες ήταν το ίδιο αποδυναμωμένοι περιμένοντας εναγωνίως ενισχύσεις και ο Αμερικανός διοικητής των Συμμάχων, Στρατηγός Joseph Stilwell, πίστευε ότι με μια γενική έφοδο η πόλη θα έπεφτε στα χέρια τους. Το λάθος του ήταν ότι δεν επετέθη αμέσως, προκειμένου να ξεκουράσει και να αναδιοργανώσει τους άντρες του, θέλοντας παράλληλα να δώσει την τιμή της κατάληψης της πόλης, στους Κινέζους συμμάχους του! Τα Κινέζικα στρατεύματα είχαν εκπαιδευτεί στην Ινδία από μια ομάδα εκπαιδευτών του στρατού των ΗΠΑ υπό την επίβλεψη του ίδιου του Στίλγουελ, όμως δεν διέθεταν πρότερη πολεμική εμπειρία! Έτσι λοιπόν δύο τάγματα διατάχθηκαν να επιτεθούν και πλησίασαν την πόλη από διαφορετικές κατευθύνσεις. Από κάποιο τραγικό λάθος αναγνώρισαν το ένα το άλλο ως εχθρική δύναμη και ενεπλάκησαν μεταξύ τους! Στον καταιγισμό φίλιων πυρών που ακολούθησε, υπέστησαν σοβαρές απώλειες. Στην παράλογη μάχη προστέθηκαν δύο ακόμα Κινεζικά τάγματα και όταν επιτέλους έπαυσαν πυρ, αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν, έχοντας χάσει σχεδόν το μισό της δύναμής τους! Στο μεσοδιάστημα οι Ιάπωνες πρόλαβαν να ισχυροποιήσουν τις θέσεις τους και να αναδιοργανωθούν καλώντας ενισχύσεις, λαμβάνοντας παράλληλα προμήθειες σε τρόφιμα και πυρομαχικά. Ο Κουσσούλης αφηγείται: «Μας έδωσαν λίγες μέρες ανάπαυσης όταν ξαφνικά λάβαμε σήμα ότι οι Ιάπωνες που αριθμούσαν πολλές χιλιάδες άντρες, κατευθύνονταν προς τις θέσεις μας. Διαταχθήκαμε να μείνουμε σε όσο το δυνατόν στενότερη επαφή με τις δυνάμεις τους και να τους προξενήσουμε όσο τον δυνατόν μεγαλύτερες απώλειες, για να εμποδίσουμε την πρόοδο των επιχειρήσεών τους και την προέλασή τους. Σύντομα ο τόπος γέμισε Ιάπωνες και ήταν επικίνδυνο ακόμη και το να μας στείλουν ένα αεροπλάνο, για να πραγματοποιήσει ρίψεις εφοδίων και τροφίμων. Έτσι λοιπόν γίναμε ένα με τους ντόπιους, υιοθετώντας τον τρόπο ζωής τους, τρώγοντας ότι μπορούσε να μας προσφέρει η ζούγκλα. Με τον ασύρματο, να είναι η μοναδική μας επαφή με τον έξω κόσμο, ξεκινήσαμε τη σκληρή αποστολή μας να σκοτώσουμε ή να σκοτωθούμε». 

Οι «Ρέιντζερς του Kachin», για μία ακόμη φορά, έκαναν αυτό που ήξεραν να κάνουν καλύτερα από οτιδήποτε άλλο. Εισέδυσαν στα μετόπισθεν του εχθρού, στήνοντας ενέδρες στις εχθρικές ενισχύσεις πλήττοντας αιφνιδιαστικά τους στρατιωτικούς σχηματισμούς, κόβοντας τις επικοινωνίες και καταστρέφοντας συγκοινωνιακούς κόμβους. Ο Κουσσούλης συνεχίζει: «Η δουλειά μας καθημερινά ήταν να σκοτώνουμε Ιάπωνες αδίστακτα, σαν ψυχροί δολοφόνοι, με κρύο αίμα στις φλέβες μας, μέρα και νύχτα, 7 ημέρες την εβδομάδα, να θάβουμε τους νεκρούς μας και να περιποιούμαστε τις πληγές μας. Οι Γιαπωνέζοι μας έψαχναν συνεχώς και οι περίπολοί τους ήταν παντού. Τη νύχτα προσπαθούσαμε να κοιμηθούμε εξαντλημένοι από την κούραση, αλλά ο ύπνος υπό καταρρακτώδη βροχή ήταν πολύ δύσκολος, με τις σαύρες να περπατούν πάνω μας, τις μαϊμούδες και τους πιθήκους να ουρλιάζουν χωρίς σταματημό, τα χιλιάδες κουνούπια να βουίζουν παντού, και οι Ιάπωνες να βρίσκονται 1.200 μέτρα μακριά από τις θέσεις μας. Κάθε βράδυ λέγαμε στον εαυτό μας: "Θα έρθουν απόψε να μας σκοτώσουν"». Χρειάστηκε να περάσουν άλλες 10 εβδομάδες πολιορκίας και σκληρών μαχών, μέχρι τελικά η Myitkyina να καταληφθεί, στις 3 Αυγούστου 1944. Τα εχθρικά στρατεύματα υποχώρησαν νότια για ανασύνταξη και αναπλήρωση απωλειών. Η απειλή των Ιαπωνικών αεροσκαφών που επιχειρούσαν από την βάση της, είχε πλέον εκλείψει. To ίδιο και ο κίνδυνος αεροπορικού βομβαρδισμού, του νέου δρόμου ανεφοδιασμού που κατασκεύαζαν οι Σύμμαχοι στην Βόρειο Βιρμανία (Ledo Road), και των έργων αποκατάστασης του παλιού (Burma Road). Επιπλέον η βάση της Myitkyina αποδείχτηκε πολύτιμη καθώς αποτελούσε πλέον έναν ζωτικό κρίκο στην αεροπορική διαδρομή πάνω από τα Ιμαλάια. 

Με την έλευση του 1945 οι Σύμμαχοι διέθεταν πλέον αφθονία πολεμικών μέσων και ξεκίνησαν γενική αντεπίθεση στην Βιρμανία, στις περιοχές νότια της Myitkyina. Η Βόρεια Βιρμανία είχε εξασφαλιστεί από Αμερικανικές και Κινεζικές δυνάμεις και οι βλέψεις των Συμμάχων στρέφονταν πλέον στην απελευθέρωση της Νοτίου Βιρμανίας. Τον Ιανουάριο του 1945 ο Υπολοχαγός Charles “the Greek” Coussoule, ανέλαβε μία αποστολή αναγνώρισης και συλλογής πληροφοριών, δίμηνης διάρκειας, στην περιοχή της Mandalay νοτιότερα της Myitkyina. Μαζί του είχε τον Ανθυπολοχαγό Calvin Tottori Αμερικανό δεύτερης γενιάς με Ιαπωνική καταγωγή. Στην ομάδα τους μετείχαν επίσης ένας Ινδός διερμηνέας-ασυρματιστής και δύο Βιρμανοί πράκτορες. Ο Κουσσούλης και οι άνδρες του, θα ενεργούσαν πίσω από τις Ιαπωνικές γραμμές, βόρεια της πόλης Mandalay, η οποία είναι η δεύτερη σε μέγεθος πόλη της Βιρμανίας, μετά την πρωτεύουσα Rangoon, και αποτελούσε πρωτεύοντα στόχο των Συμμάχων. Η περίπολος ανέφερε πίσω στο αρχηγείο με τον ασύρματο, όλες τις Ιαπωνικές θέσεις και κινήσεις στρατευμάτων, που παρατηρούσαν κατά μήκος της περιοχής του ποταμού Irrawady, αποφεύγοντας πάντα οποιαδήποτε επαφή ή έκθεση στον εχθρό, παρόλο που οι πέντε άνδρες ήταν πλήρως οπλισμένοι και προετοιμασμένοι για σύγκρουση. Οι πληροφορίες της ομάδας του Κουσσούλη για τις κινήσεις των εχθρικών δυνάμεων και την σύστασή τους, αποδείχτηκαν υψίστης σημασίας στην αντεπίθεση που εξαπέλυσε η 19η Ινδική Ταξιαρχία, η οποία κατέλαβε τελικά την πόλη στις 20 Μαρτίου 1945. Σε άλλη αποστολή την ίδια περίοδο, ο Κουσσούλης, ως επικεφαλής μιας μικτής ομάδας ανταρτών Kachins και Ινδών Gurkhas, ανατίναξαν δύο μεγάλες αποθήκες πυρομαχικών, στερώντας από τους Ιάπωνες πολύτιμα εφόδια στην πιο κρίσιμη φάση της μάχης.

Στο διάστημα από τον Φεβρουάριο έως τον Μάιο του 1945, ο Calvin Tottori μετείχε ξανά σε μια ομάδα επίθεσης, με επικεφαλής και πάλι τον Υπολοχαγό Κουσσούλη, η οποία απαρτίζονταν από 50 οπλισμένους ντόπιους Βιρμανούς. Η αποστολή τους ήταν να επιτεθούν σε εχθρικές θέσεις νότια του Mogok. Για μία ακόμη φορά ο “Colonel Greek” και οι άντρες του σκόρπισαν τον θάνατο υποστηρίζοντας την Βρετανική 36η Μεραρχία (36th Division) η οποία κατέλαβε τελικά την πόλη. Η ομάδα του Κουσσούλη είχε ελάχιστες απώλειες σε αυτή την αποστολή, ενώ προκάλεσε πολλά θύματα στον εχθρό, με απροσδιόριστο αριθμό απωλειών. 

Τον Απρίλιο και τον Μάιο του 1945 καθώς οι μάχες συνεχιζόταν ήταν πλέον ολοφάνερο ότι η πλάστιγγα της νίκης είχε γείρει υπέρ των Συμμάχων. Στις αρχές Μαΐου οι Υπολοχαγοί Martin και Κουσσούλης επικεφαλής δύο λόχων επιτέθηκαν και κατέλαβαν την Pangtara, ένα μεγάλο χωριό περίπου είκοσι πέντε μίλια νοτιοδυτικά του Lawksawk. Η Pangtara είχε μεγάλη στρατηγική αξία για τους Ιάπωνες και δεν μπορούσαν να την απωλέσουν, γι ΄αυτό συγκέντρωσαν μια δύναμη περίπου εξακοσίων ανδρών για να την καταλάβουν ξανά. Οι Ιάπωνες ανέπτυξαν τις δυνάμεις τους επιδέξια στα δυτικά και επιτέθηκαν στις αμυντικές θέσεις στις οποίες είχαν ταχθεί οι αντάρτες. Οι άντρες του OSS όμως είχαν υπονομεύσει με εκρηκτικά την περιοχή, προκαλώντας τους τόσες απώλειες που τους ανάγκασαν να αποσυρθούν. Στη συνέχεια προσπάθησαν να πλευροκοπήσουν τους 200 αντάρτες ερχόμενοι από δυτικά και νότια, όμως οι άντρες του Κουσσούλη και του Martin απαγκιστρώθηκαν εγκαίρως, λαμβάνοντας νέες θέσεις έξω από το χωριό. Οι αμυντικές θέσεις που δημιούργησαν εκμεταλλευόμενοι πλήρως το εδαφικό ανάγλυφο της περιοχής, ισοδυναμούσαν με ενέδρα μεγάλης κλίμακας. Όταν οι Γιαπωνέζοι επιτέθηκαν, πιάστηκαν σε έναν θανατηφόρο πλέγμα από διασταυρούμενα πυρά και σφαγιάστηκαν. Σε αυτή την αναμέτρηση οι Ιάπωνες έχασαν 280 άντρες, ενώ οι απώλειες του 101ου Αποσπάσματος ήταν οι βαρύτερες που υπέστησαν, από οποιαδήποτε άλλη μάχη του πολέμου, με τριάντα νεκρούς, αρκετούς τραυματίες και περίπου είκοσι αγνοούμενους. 

Ο Κουσσούλης παρέμεινε στην Βιρμανία έως την λήξη της εκστρατείας. Στις 12 Ιουλίου 1945 το OSS-Detachment 101 αποσύρθηκε από τις επιχειρήσεις και παροπλίστηκε, ενώ οι άντρες που υπηρέτησαν σε αυτό επέστρεψαν σταδιακά στην πατρίδα τους. Ο Charles Coussoule προήχθη σε Λοχαγό και επέστρεψε στις ΗΠΑ τον Σεπτέμβριο του 1945. Για την πολεμική του δράση τιμήθηκε με τα εξής παράσημα: Legion of Merit, Distinguished Service Medal, Distinguished Service Cross, Silver Star, Bronze Star. Επίσης στο αριστερό μέρος της στολής του, μαζί με τα παράσημά του, έφερε και το οπλόσημο του Πεζικού (Combat Infantry Badge) ενώ στο δεξί μέρος της στολής του φορούσε τις Πτέρυγες Αλεξιπτωτιστού (Paratroopers Wings). Τα στοιχεία που υπάρχουν σε αυτό το άρθρο δεν είναι όλα όσα θα θέλαμε, όμως μας δίνουν μία ξεκάθαρη εικόνα για την ζωή και την δράση του στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτή την περίοδο τα Εθνικά Αρχεία των ΗΠΑ είναι προσωρινά κλειστά, λόγω της πανδημίας του Covid-19. Ελπίζουμε στο μέλλον όταν ανοίξουν να μπορέσουμε να αποκτήσουμε τον στρατιωτικό του φάκελο, με την βοήθεια του φίλου και ερευνητή Donald Mounts, ώστε νέα στοιχεία να δουν το φως της δημοσιότητας, για αυτόν τον άγνωστο Ελληνο/Αμερικανό ήρωα. Αναμένουμε λοιπόν… Θεού θέλοντος και κορωνοϊού επιτρέποντος…


Πηγές:
https://www.soc.mil/…/art…/v4n3_myitkyina_part_2_page_1.html
https://www.soc.mil/…/art…/v4n3_myitkyina_part_2_page_2.html
https://en.wikipedia.org/wiki/OSS_Detachment_101


Γεώργιος Χαλκιαδόπουλος
Απρίλιος 2020



Ο Ανθυπολοχαγός Calvin Tottori (δεξιά) ποζάρει μαζί με τον Κουσσούλη σε στιγμές χαλάρωσης. OGreek Colonel” έχει ραμμένο στο στρατιωτικό του τζόκεϋ το έμβλημα των “Jingpaw Rangers”, το οποίο ήταν ένα ακόμη όνομα των περίφημων “Kachin Rangers”.



Ο Υπολοχαγός Κουσσούλης φορώντας ένα παραδοσιακό τουρμπάνι ποζάρει με δύο νεαρούς αντάρτες Kachin.



Φωτογραφία από την κατάληψη του αεροδρομίου της Myitkyina τον Μάιο του 1944. Ο Κουσσούλης ποζάρει δίπλα σε ένα αχρηστευμένο Ki-43 Oscar σε ένα χιουμοριστικό στιγμιότυπο, με τον φίλο του να τον σημαδεύει με το όπλο του.



O Υπολοχαγός Charles Coussoule, στο μέσον, επιβλέπει την φόρτιση μπαταριών ασυρμάτου. Ο νεαρός Βιρμανός αριστερά, χειρίζεται μια χειροκίνητη γεννήτρια παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος.

  



Σχετικές Αναρτήσεις