Κυριακή, 7 Ιουνίου 2026
Τι μας λέει, εν ολίγοις, ο Κοτζιάς; Ότι κάθε φορά που κάποιος αποτολμά να αρθρώσει λόγο κριτικό, κάθε φορά που κάποιος αρνείται να καταπιεί την εκάστοτε κομματική «γραμμή» αμασητί, επιστρατεύεται ο γνωστός, δοκιμασμένος μηχανισμός
Ανέκαθεν σε αυτόν τον τόπο, η πολιτική
σκεπτόταν με όρους θρησκευτικούς. Ιδιαίτερα η Αριστερά είχε πάντα μια τάση να
μετατρέπει τα γραφεία των επιτροπών της σε ιερά εξεταστήρια και τους εκάστοτε
αρχηγούς της σε Πάπες με το προνόμιο του αλάθητου. Το κείμενο-μανιφέστο που έχω μπροστά μου,
γραμμένο από το Νίκο Κοτζιά που, αν μη τι άλλο, έφαγε τη ζωή του στα κομματικά
χαρακώματα, στο υπουργικό θώκο (υπογράφοντας μάλιστα και μια διεθνή συμφωνία
που ακόμα προκαλεί εγκεφαλικά στους επαγγελματίες πατριδοκάπηλους), περιγράφει
με ανατριχιαστική ακρίβεια μια παλιά, γνώριμη ασθένεια. Την ασθένεια του
«Μονόδρομου». Τι μας λέει, εν ολίγοις, ο Κοτζιάς; Ότι κάθε
φορά που κάποιος αποτολμά να αρθρώσει λόγο κριτικό, κάθε φορά που κάποιος
αρνείται να καταπιεί την εκάστοτε κομματική «γραμμή» αμασητί, επιστρατεύεται ο
γνωστός, δοκιμασμένος μηχανισμός. Τα τρολ του διαδικτύου, τα σύγχρονα
γιουσουφάκια της ενημέρωσης, οι κομματικές παρέες και οι επαγγελματίες
δολοφόνοι χαρακτήρων. Το επιχείρημα των ιδιοκτητών της «μοναδικής
αλήθειας» είναι πάντα το ίδιο, φτηνό και εκβιαστικό: «Μη μιλάτε, γιατί έτσι κάνετε κακό στο Κόμμα.
Μη κρίνετε, γιατί έτσι υπονομεύετε την προοπτική της "κυβερνώσας
αριστεράς"». Αυτό το παραμύθι το έχουμε ξανακούσει. Είναι
το ίδιο παραμύθι που επιστρατεύτηκε στο περιβόητο και μακρινό «βρώμικο 1989».
Τότε που η ηγεσία της παραδοσιακής Αριστεράς, σε μια κρίση απόλυτου πολιτικού
μαζοχισμού και καιροσκοπισμού, αποφάσισε να συγκυβερνήσει με τον Μητσοτάκη τον
πρεσβύτερο, με μοναδικό σκοπό να κλείσει τον Ανδρέα Παπανδρέου στη φυλακή. Όσοι τότε αντιστάθηκαν εντός του ΚΚΕ και
παραιτήθηκαν –αρνούμενοι μια «κυβερνησιμότητα» χωρίς αρχές και αξίες–
βαφτίστηκαν προδότες. Ο καταιγισμός των ύβρεων τότε δεν είχε τίποτα να ζηλέψει
από τον σημερινό. Διότι ο φανατισμός δεν έχει ηλικία, ούτε ιδεολογική εξέλιξη.
Είναι μια σταθερά της ανθρώπινης βλακείας. Η ιστορική μνήμη στην Ελλάδα είναι πιο
βραχύβια κι από τη μνήμη της χρυσόψαρου. Κι όμως, ο συγγραφέας μας θυμίζει πως
το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται επί δεκαετίες: Τα ίδια λέγονταν επί χούντας, όταν κάποιοι
έβλεπαν ως «μονόδρομο» τις προτάσεις Μαρκεζίνη. Τα ίδια το 1977, όταν η ιστορική απεργία της
Λάρκο έσπαγε την εισοδηματική πολιτική του Καραμανλή. Τα ίδια το 2007 με τα παιχνίδια της διαπλοκής,
και φυσικά, τα ίδια στην υπόθεση των Πρεσπών. Στις Πρέσπες, ο άνθρωπος που έγραψε και
διαπραγματεύτηκε τη συμφωνία, φορτώθηκε στην πλάτη του όλο το ανάθεμα του
κυρίαρχου συστήματος, αλλά και τον φθόνο των «δικών του». Και γιατί; Διότι στην
Ελλάδα, το να έχεις προσωπική γνώμη και να την υπερασπίζεσαι με συνέπεια και
αξιοπρέπεια θεωρείται θανάσιμο αμάρτημα. Η «εγωπάθεια» που του καταλογίζουν οι
συκοφάντες δεν είναι τίποτα άλλο από την άρνησή του να γίνει μέρος της αγέλης. Το ίδιο σκηνικό παίχτηκε και το 2017-2018.
Όταν ορθώς επισημάνθηκε ότι η συγκυβέρνηση με το ακροδεξιό κακέκτυπο του Πάνου
Καμμένου έπρεπε να τελειώσει και ότι υπήρχε προοδευτική πλειοψηφία, τα
κομματικά σκυλιά αλυχτούσαν. Σήμερα, οι ίδιοι άνθρωποι παραδέχονται ότι η
συμπόρευση με τον Καμμένο ήταν λάθος. Ζήτησαν όμως συγγνώμη για τις τότε ύβρεις
τους; Όχι βέβαια. Ακόμα κι όταν ο ίδιος ο Καμμένος αναγκάστηκε να ζητήσει
έγγραφη συγγνώμη στα δικαστήρια, η ηγεσία του τότε ΣΥΡΙΖΑ οργάνωνε νέες
επιθέσεις μέσω των ελεγχόμενων ΜΜΕ. Γιατί να ζητήσουν συγγνώμη; Αν αναγνωρίσουν το
λάθος τους, θα χάσουν το δικαίωμα να επαναλάβουν τις ίδιες αθλιότητες στο
μέλλον. Ο ευνουχισμένος κομματικός στρατός χρειάζεται πάντα έναν εχθρό για να
δικαιολογήσει την ύπαρξή του. Και φτάνουμε στο σήμερα. Στο «καινούργιο» που
μας πλασάρουν. Ένα νέο είδος προσωπολατρίας για έναν «χαρισματικό» ηγέτη,
επικεφαλής ενός κόμματος που δεν έχει καν προσωρινή διοικούσα επιτροπή. Μια
Αριστερά των Real Estate και των τηλεοπτικών σόου, που αρνείται πεισματικά να
απαντήσει σε τρία θεμελιακά, μαρξιστικά στην ουσία τους, ερωτήματα: 1. Ποιος είναι ο εχθρός; Είναι μόνο ο Μητσοτάκης ή η Ολιγαρχία που
πλουτίζει στην ποδιά του και χρηματοδοτεί όποιον βρει «έτοιμο από καιρό»; Αν η
Αριστερά δεν βλέπει το σύμπλεγμα των οικονομικών συμφερόντων πίσω από το
πολιτικό προσωπικό, τότε δεν είναι Αριστερά· είναι απλώς ένας θίασος που
διεκδικεί τη διαχείριση της εξουσίας. 2. Πότε ηττήθηκε πραγματικά ο ΣΥΡΙΖΑ; Το 2019 που έχασε 140.000 ψήφους έχοντας
υποστεί τη φθορά της κυβέρνησης, ή το 2023 που έχασε 841.000 ψήφους; Η αλήθεια
είναι σκληρή: ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ηττήθηκε ως κυβέρνηση υπό τον Τσίπρα, αλλά ως μια
ανύπαρκτη, άνευρη και ασυνάρτητη αντιπολίτευση. Αντί λοιπόν να βρίζουν οι
εγκάθετοι, ας απαντήσουν σε αυτό. 3. Επιτρέπεται, τελικά, η κριτική στην
Αριστερά; Αν δεν επιτρέπεται, τότε πώς αυτοαποκαλούνται
αριστεροί; Πώς είναι δυνατόν να αποδεχτούμε ένα «Μανιφέστο» (όπως αυτό της
ΕΛΑΣ) που δεν λέει λέξη για την άμυνα, την ασφάλεια και την εξωτερική πολιτική
της χώρας; Πώς να δεχτούμε μια «Διακήρυξη» για το Κυπριακό που «ξεχνά» να
ζητήσει την απομάκρυνση των κατοχικών στρατευμάτων και την κατάργηση των
Εγγυήσεων; Όποιος απαγορεύει την κριτική σε αυτά τα
εγκληματικά κενά, δεν κάνει πολιτική· κάνει λογοκρισία. Έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον η αποκάλυψη του
συγγραφέα για τον όρο «νέος πατριωτισμός». Μας πληροφορεί ότι πρόκειται για
έναν γραφειοκρατικό, διπλωματικό συμβιβασμό της δεκαετίας του ΄90 εντός του
Υπουργείου Εξωτερικών. Ήταν η εποχή του σημιτικού εκσυγχρονισμού,
όταν η λέξη «πατριωτισμός» προκαλούσε αλλεργία στο Μαξίμου, και ορισμένοι
προοδευτικοί υπηρεσιακοί υπάλληλοι κατασκεύασαν αυτόν τον νεολογισμό για να
σώσουν τα προσχήματα. Αυτό το παλιό, συμβιβαστικό κατασκεύασμα του
σημιτισμού μάς το σερβίρουν σήμερα ως το «νέο» και το «αυθεντικό» στην
Αριστερά! Αναρωτιέται εύλογα κανείς: ποια σύγχρονα συμφέροντα και ποιους
συμβιβασμούς καλείται να καλύψει σήμερα αυτή η ανακύκλωση; Η απάντηση είναι θλιβερή. Η νέα αυτή
«αριστερή» πολιτική είναι μια πολιτική ανοιχτών θυρών για κάθε καριερίστα, κάθε
αντικομμουνιστή, κάθε αντιδραστικό στοιχείο, υπό έναν και μοναδικό όρο: να
«γουστάρει» τον Αρχηγό. Πρόκειται για την απόλυτη ιδεολογική αποσύνθεση. Στο
όνομα της αγάπης προς τον Ηγέτη, οφείλεις να υποταχθείς, να σιωπήσεις, να
απολογηθείς για τα ασυμμάζευτα. Ε, λοιπόν, όχι! Η Αριστερά ή θα είναι χώρος
αρχών, αξιών, ηθικής και ιδεολογικής σύγκρουσης, ή δεν θα είναι τίποτα
περισσότερο από ένα γραφείο ευρέσεως εργασίας για πολιτικούς τυχοδιώκτες. Ο Μαρξ μίλησε για τα «όπλα της κριτικής». Όταν
αυτά αντικαθίστανται από την κριτική των όπλων (ή των τρολ), το παιχνίδι έχει
χαθεί. Η εσωκομματική δημοκρατία, η συλλογικότητα και η ελεύθερη έκφραση δεν είναι
πολυτέλεια, είναι η μόνη εγγύηση για να μη μετατραπεί η Αριστερά σε μια σέχτα
τυφλών που ακολουθεί έναν οδηγό σε έναν γκρεμό, νομίζοντας ότι βαδίζει σε
«μονόδρομο». Όσοι αρνούνται αυτή την αλήθεια, ας συνεχίσουν
να βρίζουν. Η συνέπεια και η αξιοπρέπεια κρίνονται στην Ιστορία, όχι στα
χειροκροτήματα των χειροκροτητών της εξουσίας. Παναγιώτης Κουμουνδούρος