Ο φασισμός δεν είναι ούτε ατύχημα ούτε απλό εργαλείο. Είναι μια «εξαιρετική μορφή καπιταλιστικού κράτους» που ξεπηδά μόνο όταν ο καπιταλισμός τρώει τα σωθικά του σε συνθήκες βαθιάς δομικής και θεσμικής κρίσης
Στις 3 Οκτωβρίου 1979, αυτοκτονεί ο Νίκος
Πουλαντζάς πέφτοντας από το παράθυρο του 29ου ορόφου της παρισινής
πολυκατοικίας όπου κατοικεί ο φίλος του, ο Έλληνας κοινωνιολόγος Κωνσταντίνος
Τσουκαλάς. Η ληξιαρχική πράξη θανάτου του καταγράφει τον θάνατό του στις 11:40,
στη λεωφόρο Ιβρί, αριθμός 20, στο 13ο διαμέρισμα του Παρισιού. Το βιβλίο «Φασισμός και Δικτατορία» του Νίκου
Πουλαντζά, που κυκλοφόρησε το 1970 εν μέσω της δικής μας χούντας των
συνταγματαρχών και ενώ ο συγγραφέας δίδασκε στο Παρίσι, δεν είναι μια ανέμελη
ιστορική περιδιάβαση για να περνάει η ώρα. Είναι μια βουτιά στη θάλασσα της
πολιτικής κοινωνιολογίας του 20ού αιώνα για να απαντήσει στο πιο αμείλικτο
ερώτημα. Πώς κατάφεραν οι φασίστες και οι ναζί να βάλουν στο γύψο προηγμένες
ευρωπαϊκές κοινωνίες με ισχυρότατο, οργανωμένο εργατικό κίνημα; Ο Πουλαντζάς, χρησιμοποιώντας τη μεθοδολογία
του μαρξισμού, ξεκινάει πετώντας στα σκουπίδια δύο βολικούς μύθους της εποχής
του. Από τη μία πλευρά, απορρίπτει τη φιλελεύθερη παραμυθία της αστικής
ιστοριογραφίας που έβλεπε τον φασισμό σαν ένα τυχαίο ιστορικό ατύχημα, μια
συλλογική ψυχολογική παράνοια ή το καπρίτσιο και τη δαιμονική γοητεία κάποιων
χαρισματικών ηγετών τύπου Χίτλερ και Μουσολίνι. Από την άλλη πλευρά, δεν
χαρίζεται ούτε στην απλουστευτική, δογματική σαχλαμάρα της σοβιετικής σχολής, η
οποία θεωρούσε τον φασισμό μια απλή μαριονέτα ή το τυφλό «εργαλείο» των
τραπεζιτών και των βιομηχάνων. Για τον Πουλαντζά, ο φασισμός δεν είναι ούτε
ατύχημα ούτε απλό εργαλείο. Είναι μια «εξαιρετική μορφή καπιταλιστικού κράτους»
που ξεπηδά μόνο όταν ο καπιταλισμός τρώει τα σωθικά του σε συνθήκες βαθιάς
δομικής και θεσμικής κρίσης. Εμφανίζεται ακριβώς τη στιγμή που διαμορφώνεται
μια τραγική ισορροπία τρόμου, μια διπλή αδυναμία στο κοινωνικό πεδίο. Από τη
μία, κανένα κομμάτι της άρχουσας τάξης, βιομήχανοι, τραπεζίτες, γαιοκτήμονες,
δεν μπορεί να επιβάλει την ηγεμονία του στον λεγόμενο «συνασπισμό της
εξουσίας». Από την άλλη, η εργατική τάξη, αν και αριθμητικά και συνδικαλιστικά
υπολογίσιμη, βρίσκεται σε φάση πολιτικής υποχώρησης, ήττας και ιδεολογικής
σύγχυσης, ανίκανη να πάρει την εξουσία και να επιβάλει τη δική της ανατροπή. Σε αυτό το εφιαλτικό πολιτικό αδιέξοδο, το
φασιστικό κόμμα αναλαμβάνει το ρόλο του βίαιου χειρουργού. Εισβάλλει στην
πολιτική σκηνή για να καταστείλει απηνώς το εργατικό κίνημα, να διαλύσει τα
συνδικάτα, να αναδιοργανώσει την οικονομία και να επιβάλει με το μαστίγιο τη
συνοχή στον συνασπισμό της εξουσίας προς όφελος του μονοπωλιακού κεφαλαίου. Το πιο απολαυστικό και ταυτόχρονα διορατικό
κεφάλαιο του βιβλίου είναι η ανατομία της «μικροαστικής τάξης». Οι
μικροϊδιοκτήτες, οι καταστηματάρχες, οι βιοτέχνες και οι χαμηλόβαθμοι
υπάλληλοι, πιεζόμενοι ασταμάτητα από τις πολυεθνικές, τις τράπεζες και τον
αθέμιτο ανταγωνισμό, ζουν με τον μόνιμο εφιάλτη της προλεταριοποίησης. Έντρομοι
στην ιδέα ότι θα ξεπέσουν στην εργατική τάξη, γίνονται η τέλεια «μάζα ελιγμών»
και η βασική κοινωνική βάση του φασισμού. Ο Πουλαντζάς αποκαλύπτει εδώ τον μηχανισμό της
«σχετικής αυτονομίας» του φασιστικού κόμματος. Το φασιστικό κίνημα ξεκινάει
χαϊδεύοντας τα αυτιά αυτών των δυσαρεστημένων μικροαστών με εθνικιστικές
κορώνες, αντικαπιταλιστικές αερολογίες και λαϊκίστικα συνθήματα. Ωστόσο, μόλις
στρογγυλοκαθίσει στην εξουσία, πετάει τα αντικαπιταλιστικά προσωπεία στα
σκουπίδια, εξοντώνει τις αριστερές πτέρυγες των ταγμάτων εφόδου και υπηρετεί
στεγνά και αδίστακτα τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της μεγαλοαστικής τάξης. Παράλληλα, ο Πουλαντζάς δεν διστάζει να βάλει
το νυστέρι του και στα σφάλματα του κομμουνιστικού κινήματος του Μεσοπολέμου.
Ασκεί αμείλικτη, οξεία κριτική στην Τρίτη Διεθνή (Κομιντέρν) για την ολέθρια
τακτική της. Καταγγέλλει τη διαβόητη θεωρία του «σοσιαλφασισμού», η οποία
εξίσωσε τη σοσιαλδημοκρατία με το ναζισμό, βλέποντάς τες ως τις δύο όψεις του
ίδιου νομίσματος. Αυτή η δογματική τυφλότητα εμπόδισε τη δημιουργία ενός
ενιαίου, αρραγούς μετώπου της εργατικής τάξης που θα μπορούσε να ανακόψει την
επέλαση του Χίτλερ. Επιπλέον, στηλιτεύει τον πρωτόγονο «οικονομικισμό» των
κομμουνιστών ηγετών της εποχής, οι οποίοι περίμεναν μοιρολατρικά την «αυτόματη,
τελική κατάρρευση» του καπιταλισμού, αδυνατώντας να κατανοήσουν ότι ο φασισμός
ανέπτυσσε μια αυτόνομη, φονική πολιτική και ιδεολογική δυναμική. Το «Φασισμός και Δικτατορία» δεν είναι απλώς
μια ερμηνεία του Μεσοπολέμου· παραμένει ένα διαχρονικό, επίκαιρο μάθημα
πολιτικής εγρήγορσης. Μας θυμίζει ότι ο φασισμός δεν σκάει μύτη από το πουθενά
μια ωραία πρωία. Προηγείται πάντα ο σταδιακός, ύπουλος «εκφασισμός του
κοινωνικού σώματος», η νομιμοποίηση της ρητορικής του μίσους και η διάβρωση των
δημοκρατικών θεσμών. Μας διδάσκει ότι η δημοκρατία δεν είναι ένα
δεδομένο διακοσμητικό κεκτημένο, αλλά ένα πεδίο διαρκούς ταξικής και κοινωνικής
πάλης. Κι όταν η κοινοβουλευτική δημοκρατία αδυνατεί να διαχειριστεί τις βαθιές
καπιταλιστικές κρίσεις, την αυξανόμενη φτώχεια και τις τεράστιες ανισότητες, το
αυταρχικό κράτος καραδοκεί πάντα στη γωνία ως η έσχατη, εφεδρική λύση των
κυρίαρχων τάξεων. Παναγιώτης Κουμουνδούρος