Εκτύπωση

https://www.spartorama.gr/articles/85454-oi-korudalloi-apo-ton-georgio-kordi/

Spartorama - Print | «Οι Κορυδαλλοί» από τον Γεώργιο Κόρδη

«Οι Κορυδαλλοί» από τον Γεώργιο Κόρδη

«Οι Κορυδαλλοί» από τον Γεώργιο Κόρδη
Στα δύσκολα πετούν ψηλά. Πετούν παιανίζοντας από φόβο ή από χαρά. Δεν έμαθα ποτέ την διαφορά.
Οδός Εμπόρων

Αγαπώ όλα τα πετεινά του ουρανού. Όλα. Χωρίς λόγο. Ίσως, φαντάζομαι, γιατί τα περισσότερα δεν έχουν άμυνας πολλούς μηχανισμούς  Σχεδόν κανέναν εκτός απ᾽ το πέταγμα τους. Κι εμένα μ᾽ αρέσουν τα ανοχύρωτα πράγματα και οι ανοχύρωτοι και από επιλογή ανυπεράσπιστοι  άνθρωποι μου αρέσουν.

Μου αρέσουν ύστερα τα πετούμενα γιατί είναι ελαφριά. Πώς αλλιώς άλλωστε αφού έτσι πρέπει για να πετούν. Δεν χρειάζονται βάρη περιττά και δεν τα έχουν. Έτσι μου φέρνουν  στους πένητες του κόσμου τούτου, όσους έχουν επιλέξει να μοιράζουν άπλετα τα πλούτη, κι όλα όσα θα τους έκαναν σημαντικούς, να αποφεύγουν συστηματικά.

Πιο πολύ όμως από όλα τα πουλιά αγαπώ τους κορυδαλλούς. Παιδί τους είδα να πετούν πάνω απ᾽ τα χρυσά  θερισμένα του χωριού, καλοκαίρι καιρό, τους είδα στα υγρά σούρουπα του Οκτώβρη να σκαλίζουν σεβαστικά τη γης. Τους θυμάμαι συμμαζεμένους σε γυμνά κλαδάκια μηλιάς Χειμώνα καιρό, κοντά σε εξώπορτες ψιχουλάκια να καρτερούν και τις πολύχρωμες Άνοιξες με την λοιπή πλάση για τη νέα ζωή παιανίζοντας να θριαμβολογούν

Πουλιά της γης, χωμάτινα πλάσματα οι κορυδαλλοί. Ζουν επάνω στο χώμα, φτιάχνουν ταπεινές φωλιές κάτω από τα ζιρζιλίκια και τις αστοιβιές. Κρύβονται εκεί, γεννούν εκεί, μαθαίνουν τη σιωπή στα μικρά κι εκείνοι ένα με το χώμα.Ταπεινώνονται για να κρυφτούν, λιγοστεύουν το χρώμα του κορμιού για να φύγουν το βλέμμα των αρπακτικών. Λίγες σιέννες και όμπρες ωμές, λίγες ώχρας ριγωτές αστραπές, μερικές πιτσίλες ξέπνεου λευκού. Χρώματα γήινα σεμνά, για να ζουν στην αφάνεια για να πορευτούν.

Στα δύσκολα πετούν ψηλά. Πετούν παιανίζοντας από φόβο ή από χαρά. Δεν έμαθα ποτέ την διαφορά.

Κάθετα πετούν ψηλά κι αφήνονται να στροβιλιστούν κατρακυλώντας σχεδόν κατακόρυφα. Κι είναι εκείνο το πέταγμά τους που με μάγεψε θαρρώ. Που είναι σα να ξεσηκώνουν στην πλάτη τους την ίδια τη γη, να την πηγαίνουν τον ουρανό κι ύστερα να την κατεβάζουν  στο χώμα ξανά μυρωμένη με το χρώμα του ουρανού, με την ανάσα των ανέμων, με τον νόστο θάλασσας που χαιρετά και καλεί  από μακρυά.

Για ετούτο μου αρέσει το πέταγμα των κορυδαλλών γιατί μοιάζει με την τέχνη της ζωής που όσοι την ασκούν μάλαμα γνωρίζουν την λάσπη να μεταποιούν, σε χαρά καλή τη λύπη να γυρνούν και πάντα να επιστρέφουν σεμνοί στην γη εξ ης ελήφθησαν χωρίς έπαρση και κομπασμό.

Να, σαν τον άδολο ταπεινό κορυδαλλό.

 

Γεώργιος Κόρδης, kordis.gr