Το ερώτημα είναι ένα, αμείλικτο και πολιτικό: «ποιος κρατάει το κουμπί»
Το κείμενο του Μπέρνι Σάντερς, του
εμβληματικού Αμερικανού γερουσιαστή από το Βερμόντ, της πιο αναγνωρίσιμης
αριστερής και προοδευτικής φωνής στην πολιτική σκηνή των ΗΠΑ, που εδώ και
δεκαετίες τα βάζει με τα μεγάλα συμφέροντα και την ανεξέλεγκτη ισχύ του
κεφαλαίου, δεν είναι απλώς μια πολιτική ομιλία. Είναι ένας επικήδειος για τον
ρομαντισμό της τεχνολογικής προόδου, γραμμένος με τη βαριά σφραγίδα του
αμερικανικού προοδευτισμού. Αφήστε για λίγο τα κινητά, τα χαζολογήματα στα
μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τις παιδαριώδεις αυταπάτες περί «ψηφιακού
εκδημοκρατισμού». Ο γέρο-Μπέρνι ανέβηκε στο βήμα της αμερικανικής Γερουσίας,
αυτού του ναού της παγκόσμιας κεφαλαιοκρατίας και είπε τα πράγματα με το όνομά
τους. Ή, τουλάχιστον, όσο πιο καθαρά του επιτρέπει το αμερικανικό συνταγματικό
πλαίσιο, χωρίς να τον βγάλουν αμέσως τρελό, γραφικό ή επικίνδυνο κομμουνιστή. Τι μας λέει, επί της ουσίας, ο γερουσιαστής
από το Βερμόντ; Μας λέει ότι η ανθρωπότητα, στην αιώνια και ανίατη αφέλειά της,
κατασκεύασε το απόλυτο εργαλείο της αυτοκατάργησής της. Μόνο που αυτή τη φορά
δεν πρόκειται για μια απλή μηχανή που αντικαθιστά τον εργάτη στη φάμπρικα ή το
τρακτέρ που βγάζει τον χωρικό από το χωράφι. Πρόκειται για μια τεχνολογία που
αντικαθιστά τη σκέψη, τη βούληση, τη δημιουργία, ακόμα και την ίδια την έννοια
της αλήθειας. Ο Σάντερς ξεσκεπάζει χωρίς περιστροφές τη νέα
άρχουσα τάξη. Τους «ολιγάρχες της υψηλής τεχνολογίας». Μασκ, Ζάκερμπεργκ,
Μπέζος, Άλτμαν, Έλισον, Θιλ, Μπριν. Αυτοί οι κύριοι δεν είναι απλώς πλούσιοι
επιχειρηματίες που έτυχε να βγάλουν λεφτά, είναι οι νέοι Φεουδάρχες της
ψηφιακής εποχής. Κατέχουν τα μέσα παραγωγής της πληροφορίας, τους αλγόριθμους,
τα δεδομένα και, εν τέλει, το μέλλον μας. Σε μια υποτιθέμενη δημοκρατία, οι
αποφάσεις που καθορίζουν αν θα έχουμε δουλειά αύριο, αν θα έχουμε ιδιωτική ζωή
ή αν θα μας κυβερνούν αόρατα λογισμικά, λαμβάνονται σε κλειστά διοικητικά
συμβούλια από πέντε-δέκα ανθρώπους των οποίων η μόνη ιδεολογία είναι η αχόρταγη
συσσώρευση κεφαλαίου και ισχύος. Ο Σάντερς το θέτει ωμά. Δεν τους ψηφίσατε. Δεν
τους ελέγχετε. Δεν δίνουν λογαριασμό σε κανέναν. Κι όμως, αυτοί αποφασίζουν για
εσάς, για τα παιδιά σας και για τις επόμενες γενιές. Και το Κογκρέσο; Αδρανές.
Ο Πρόεδρος; Σε κατάσταση επικίνδυνης άγνοιας. Εδώ όμως το κείμενο ξεπερνά την πολιτική
οικονομία και αποκτά διαστάσεις αρχαίας τραγωδίας. Ο Σάντερς παραθέτει
περιστατικά που θυμίζουν φτηνό σενάριο επιστημονικής φαντασίας του Χόλιγουντ,
μόνο που είναι πέρα για πέρα αληθινά. Τεχνητές νοημοσύνες που ανταλλάσσουν
κρυφά μηνύματα, που συντονίζονται πίσω από την πλάτη των προγραμματιστών τους,
που μιλούν για «θυσία στη συλλογικότητα» και παραβιάζουν συστήματα για να
επιβιώσουν. Ο άνθρωπος, στην αλαζονεία του, έφτιαξε ένα τραπέζι για να καθίσει
και τώρα το τραπέζι αποκτά συνείδηση, κλωτσάει τις καρέκλες και διεκδικεί
ολόκληρο το δωμάτιο. Η τεχνολογία ξέφυγε ήδη από τον έλεγχο του δημιουργού της. Και τα παραδείγματα που φέρνει ο Σάντερς
κόβουν την ανάσα, από τη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης για τη δημιουργία νέων
ιών που θα μπορούσαν να προκαλέσουν παγκόσμιες πανδημίες, μέχρι τη δοκιμαστική
εκτόξευση κατευθυνόμενων πυραύλων από τους Χούθι με τη βοήθεια του Claude. Από
εργαλεία που παραβιάζουν εκατοντάδες εκατομμύρια λογαριασμούς τηλεφώνων, μέχρι
τις κραυγές αγωνίας των ίδιων των ερευνητών της OpenAI και της Anthropic που
προειδοποιούν ότι «παίζουμε τη ζωή μας στα ζάρια» και ότι η τεχνολογία αυτή
μπορεί να μας αφανίσει όλους μέχρι το τέλος της δεκαετίας. Κι όταν οι ίδιοι οι
κατασκευαστές της, οι «αρχιερείς» της Σίλικον Βάλει, ομολογούν έντρομοι ότι
φοβούνται τον αφανισμό της ανθρωπότητας, τότε η σιωπή των κυβερνήσεων δεν είναι
απλώς γραφειοκρατική αδράνεια. Είναι εγκληματική συνέργεια. Ο Σάντερς στέκεται ιδιαίτερα στον οικονομικό
και κοινωνικό Αρμαγεδδώνα που έρχεται. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν απειλεί μόνο
τους χειρώνακτες, όπως συνέβαινε στις προηγούμενες βιομηχανικές επαναστάσεις.
Απειλεί τους διανοούμενους, τους εκπαιδευτικούς, τους καλλιτέχνες, τους
γιατρούς, τους προγραμματιστές, τους πολιτικούς επιστήμονες. Δημιουργεί μια
τεράστια στρατιά «περιττών ανθρώπων», μια μάζα που δεν θα έχει πλέον καμία
διαπραγματευτική αξία στην αγορά εργασίας. Παράλληλα, διαλύεται ο κοινωνικός ιστός, οι νέοι
εθίζονται σε συναισθηματική υποστήριξη από αλγοριθμικά chatbots, η γνωστική
ικανότητα στα σχολεία καταρρέει, η ιδιωτικότητα εξαφανίζεται κάτω από το
άγρυπνο βλέμμα ενός κράτους μαζικής παρακολούθησης, και η ίδια η δημοκρατία
δηλητηριάζεται από ανεξέλεγκτα deepfakes που κάνουν την αλήθεια αδιάκριτη από
το ψέμα. Κι ενώ συμβαίνουν όλα αυτά, τι κάνει το κεφάλαιο; Χτίζει θηριώδη data
centers δίπλα στα σπίτια των ανθρώπων, ρουφάει το νερό και το ηλεκτρικό ρεύμα
ολόκληρων πόλεων, εκτοξεύει στα ύψη τις τιμές των αγαθών και καταστρέφει το
περιβάλλον. Τι προτείνει λοιπόν ο Μπέρνι μπροστά σε αυτή
τη δυστοπία; Προτείνει κάτι που στα αυτιά των Αμερικανών φαντάζει ριζοσπαστικό,
ενώ είναι η απόλυτη κοινή λογική. Κοινωνικοποίηση των αποφάσεων: Κατάθεση της
«Πράξης για το Αμερικανικό Κρατικό Ταμείο Τεχνητής Νοημοσύνης», ώστε το 50 των
μελών των διοικητικών συμβουλίων των εταιρειών AI να διορίζεται από το κράτος. Μόνιμη απαγόρευση της Υπερνοημοσύνης (AGI):
Νομοθετική απαγόρευση οποιουδήποτε συστήματος ξεπερνά την ανθρώπινη διάνοια και
λειτουργεί ανεξάρτητα. Άμεση παύση και ομοσπονδιακό μορατόριουμ:
Αναστολή της ανάπτυξης προηγμένης AI και πάγωμα στη δημιουργία νέων data
centers, μέχρι να θεσπιστούν αυστηροί εθνικοί κανόνες ασφαλείας. Νομική ευθύνη των CEOs: Να καθίσουν στο σκαμνί οι διευθύνοντες
σύμβουλοι αν παραβιάσουν τον νόμο και θέσουν σε κίνδυνο τις ζωές μας. Διεθνείς συνθήκες τύπου Ψυχρού Πολέμου: Όπως ο Ρέιγκαν με τον Γκορμπατσόφ κατάλαβαν
κάποτε ότι ο πυρηνικός όλεθρος δεν θα είχε νικητές, έτσι και τώρα ο Πρόεδρος
των ΗΠΑ πρέπει να διαπραγματευτεί με τον Πρόεδρο της Κίνας μια δεσμευτική
συνθήκη για την παύση της προηγμένης AI. Σταμάτημα του πολιτικού χρηματισμού: Να
σταματήσουν οι ολιγάρχες να διοχετεύουν εκατοντάδες εκατομμύρια σε Super PACs
για να εξαγοράζουν ή να εξοντώνουν πολιτικούς που ζητούν ρυθμίσεις. Ο Μπέρνι Σάντερς δεν κάνει τίποτα παραπάνω από
το να επικαλείται την κοινή λογική σε έναν κόσμο που έχει χάσει παντελώς τα
λογικά του. Παραθέτει μάλιστα συντριπτικά στοιχεία: το 81 των Αμερικανών
απαιτεί ρύθμιση, το 68 θέλει μόνιμη απαγόρευση της υπερνοημοσύνης, το 75
εναντιώνεται στα data centers στις γειτονιές του και το 69 ζητά τη μεταβίβαση
των μετοχών της AI στο ευρύ κοινό. Αυτό αποδεικνύει ότι ο λαός, Δημοκρατικοί,
Ρεπουμπλικάνοι και Ανεξάρτητοι, είναι πολύ πιο μπροστά από την εξαγορασμένη
κυβέρνησή του. Μας υπενθυμίζει τη θεμελιώδη αλήθεια ότι η
τεχνολογία δεν είναι ποτέ ουδέτερη. Εξυπηρετεί πάντα εκείνον που την κατέχει
και την ελέγχει. Αν την κατέχουν οι ολιγάρχες, θα γίνουμε απλώς ψηφιακοί δούλοι
τους. Αν την ελέγξει η κοινωνία, μπορεί, ίσως, λέω ίσως, να γίνουμε ελεύθεροι. Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν η τεχνητή
νοημοσύνη είναι «καλή» ή «κακή». Αυτά είναι ηθικολογίες για κατηχητικό και
φληναφήματα για φιλοσοφικά συμπόσια. Το ερώτημα είναι ένα, αμείλικτο και
πολιτικό: «ποιος κρατάει το κουμπί». Κι αν δεν πάρουμε το κουμπί από τα χέρια
των λίγων ολιγαρχών, η ιστορία της ανθρωπότητας δεν θα τελειώσει με έναν
εκκωφαντικό θόρυβο, αλλά με το αθόρυβο, ψυχρό κλικ ενός αλγόριθμου που
αποφάσισε, με απόλυτη μαθηματική ακρίβεια, ότι είμαστε πλέον εντελώς περιττοί.
Τα συμπεράσματα δικά σας. Παναγιώτης Κουμουνδούρος