(ένας χρόνος από τότε που μας έφυγε ο Ευτύχης Μπιτσάκης)
Γυρίστε τα ματιά σας τριγύρω. Κάνουμε τεράστιο
λάθος αν νομίζουμε πως ζούμε σε μια κοινωνία ορθού λόγου. Ζούμε στο απόλυτο
τσίρκο του μεταμοντέρνου ανορθολογισμού, όπου η βλακεία έχει αποκτήσει
ακαδημαϊκή έδρα, η ταξική πάλη θεωρείται ντεμοντέ και οι «προοδευτικοί»
διανοούμενοι έχουν μετατραπεί σε διακοσμητικά γλάστρες στα μεγαλοαστικά σαλόνια
της εγχώριας ολιγαρχίας. Μέσα σε αυτή την ακατάσχετη μπαρουφολογία,
όπου ο καθείς δηλώνει ό,τι δηλώσει και τα πάντα τσουβαλιάζονται αταξικά,
έκλεισε ένας χρόνος από τότε που μας άφησε χρόνους ο Ευτύχης Μπιτσάκης. Κι αν ο
Μπρεχτ αναρωτιόταν πώς ξεχωρίζεις το αληθινό μπουκάλι από το ψεύτικο πάνω στη
σκηνή, ο Μπιτσάκης αφιέρωσε μια ολόκληρη ζωή για να μας μάθει να μην
καταπίνουμε αμάσητο το ψεύτικο μπουκάλι που μας σερβίρει η άρχουσα τάξη. Ο Ευτύχης δεν ήταν από αυτούς τους μεταξωτούς
«επαναστάτες» που έμαθαν τον μαρξισμό πίνοντας καπουτσίνο στα κυριλέ καφέ της
Κολωνακιώτικης ελίτ. Γεννημένος στα Χανιά το 1927, μπήκε στο μεροκάματο του
αγώνα από τα γεννοφάσκια του. Αντίστασης, ΕΠΟΝ, διώξεις. Μετά τον Εμφύλιο, αντί
για ακαδημαϊκή καριέρα, το ελληνικό κράτος, αυτό το μόνιμο θεσμικό ανέκδοτο,
του προσέφερε απλόχερα εξορίες και φυλακές. Αλλά ο Κρητικός δεν χαμπάριαζε. Όταν κατάφερε
να αποφυλακιστεί, βρέθηκε στο Παρίσι. Και τι έκανε εκεί; Μήπως έγινε
«μεταμοντέρνος» για να αρέσει στους γαλλικούς οίκους μόδας των ιδεών; Όχι.
Σπούδασε Χημεία στην Αθήνα, αλλά στο Παρίσι έχωσε τη μύτη του στα πιο δύσκολα
λημέρια. Θεωρητική Φυσική στο περίφημο Saclay και Φιλοσοφία των Επιστημών στο
Paris VII. Έγινε τακτικός ερευνητής στο CNRS και δίδαξε στο Collège de France. Δηλαδή, ο άνθρωπος είχε απύθμενο θράσος,
κοίταξε την παγκόσμια επιστημονική ελίτ στα μάτια και της είπε: «Ωραία τα
λημέρια σας, αλλά πάμε τώρα να δούμε πού μπάζει η θεωρία σας». Εδώ είναι το ζουμί της υπόθεσης. Τις
τελευταίες δεκαετίες, οι διάφοροι «παπαδοφιλόσοφοι» και οι θετικιστές
ακαδημαϊκοί βρήκαν την ευκαιρία με την Κβαντική Μηχανική. «Αχ», σου λέει ο
άλλος, «το ηλεκτρόνιο δεν έχει καθορισμένη θέση αν δεν το κοιτάξεις! Άρα η ύλη
δεν υπάρχει, άρα ο κόσμος είναι μια παραίσθηση, άρα υπάρχει Θεός, άρα... κάτσε
φρόνιμα και μην κάνεις απεργία!» Ε, σε αυτή τη χυδαία ιδεαλιστική παπαρδέλα, ο
Μπιτσάκης έριξε μια μεγαλοπρεπή σφαλιάρα. Τα έβαλε ευθέως με την περίφημη «Ερμηνεία της
Κοπεγχάγης» των Bohr και Heisenberg. Υπερασπίστηκε μαζί με τον Αϊνστάιν, τον De
Broglie και τον David Bohm την αντικειμενική υπόσταση της ύλης. Απέδειξε ότι η
τυχαιότητα στο υποατομικό επίπεδο δεν σημαίνει ότι το σύμπαν διοικείται από το
Άγιο Πνεύμα, αλλά ότι διέπεται από μια βαθύτερη κβαντική στατιστική αιτιοκρατία. Με απλά ελληνικά. Το ότι δεν μπορείς να
μετρήσεις ταυτόχρονα τη θέση και την ορμή ενός σωματιδίου, δεν σημαίνει ότι το
σωματίδιο δεν υπάρχει. Σημαίνει απλώς ότι τα εργαλεία σου και η θεωρία σου
πρέπει να γίνουν πιο διαλεκτικά! Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, αφού η Χούντα τον
είχε φυσικά εξορίσει εκ νέου, έγινε Καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο
Ιωαννίνων. Αλλά δεν έγινε «καθηγητής». Παρέμεινε δάσκαλος. Ίδρυσε περιοδικά
όπως η «Ουτοπία», έγραψε βιβλία-σταθμούς (Η Φύση στη Διαλεκτική Υλιστική
Φιλοσοφία, Ένας Μάχιμος Μαρξισμός, Η Ανθρώπινη Φύση) και δεν σταμάτησε να
τρέχει σε αμφιθέατρα, εργατικά κέντρα και διαδηλώσεις. Ο Μπιτσάκης σιχαινόταν δύο πράγματα: Τον δογματικό, ξεραμένο «μαρξισμό-λενινισμό»
των κομματικών γραφείων, που μετέτρεψε τη διαλεκτική σε απολιθωμένη θρησκεία. Την αταξική θολoκουλτούρα της εγχώριας
σοσιαλδημοκρατίας και του φιλελευθερισμού, που προσπαθεί να μας πείσει ότι ο
βιομήχανος κι ο εργάτης έχουν «κοινά οικολογικά προβλήματα». Πάντα έλεγε. «Η επιστήμη δεν είναι ουδέτερη.
Αν την αφήσεις στα χέρια του κεφαλαίου, θα σου φτιάξει βόμβες και γενετικά
μεταλλαγμένα σκουπίδια. Αν τη βάλεις στην υπηρεσία του ανθρώπου, θα σε
απελευθερώσει». «Η Φύση στη Διαλεκτική Υλιστική Φιλοσοφία.» Στο μνημειώδες αυτό πόνημα, ο Μπιτσάκης πιάνει
από το αυτί τη «φύση» και την τραβάει έξω από τα αποστειρωμένα εργαστήρια των
θετικιστών και τα λιβανιστήρια των ιδεαλιστών, για να μας θυμίσει το προφανές.
Ότι η ύλη δεν είναι τα "τουβλάκια" του Νεύτωνα, αλλά μια ζωντανή,
αδιάκοπη και αντιφατική χορογραφία εξέλιξης. Με μια εκπληκτική άνεση ανάμεσα
στις εξισώσεις της κβαντομηχανικής και τη διαλεκτική του Ένγκελς, ξεμπροστιάζει
τόσο τους μηχανιστικούς "κατσαβιδάκηδες" που βλέπουν το σύμπαν σαν
ένα τεράστιο κουρδιστό ρολόι, όσο και τους μεταφυσικούς
"παπαδοφιλόσοφους" που περιμένουν στη γωνία κάθε νέα ανακάλυψη της
μικροφυσικής για να χωρέσουν τον Θεό, το «τυχαίο» και τον αγνωστικισμό στις
τρύπες της ανθρώπινης άγνοιας. Ο Ευτύχης αποδομεί αδίστακτα τον βολικό μύθο
που θέλει τον μαρξισμό να ασχολείται μόνο με τις απεργίες, τα μεροκάματα και τα
ταξικά μίση, αποδεικνύοντας ότι η διαλεκτική είναι πρώτα απ΄ όλα οντολογία —
ένας τρόπος να κατανοήσεις πώς αναπνέει το ίδιο το σύμπαν. Αναλύει με
χειρουργική ακρίβεια τις έννοιες του χώρου, του χρόνου, της κίνησης και της
αιτιότητας, δείχνοντας πως η ίδια η φύση είναι γεμάτη «αντιφάσεις»: το
σωματίδιο που είναι ταυτόχρονα κύμα, η ποσότητα που μετατρέπεται σε ποιότητα, η
ύλη που δεν καταστρέφεται αλλά μετασχηματίζεται διηνεκώς. Το βιβλίο δεν είναι μια απλή ακαδημαϊκή
πραγματεία για να σκονίζεται στις βιβλιοθήκες των πανεπιστημίων. Είναι μια
απολαυστική, κοφτερή σφαλιάρα στη διανοητική τεμπελιά. Ένα θεωρητικό οπλοστάσιο
που σου φωνάζει ότι η γνώση του κόσμου είναι δυνατή, ότι η αλήθεια είναι
αντικειμενική αλλά κατακτητή βήμα-βήμα, και ότι αν η επιστήμη σου αρνείται τη
διαλεκτική, τότε απλώς παύει να είναι επιστήμη, μετατρέπεται σε ένα ακόμα
καλοπληρωμένο ακαδημαϊκό παραμύθι για να κοιμούνται τα κορόιδα. Σήμερα, έναν χρόνο μετά τον θάνατό του, η
απουσία του Μπιτσάκη είναι εκκωφαντική. Γιατί σήμερα, περισσότερο από ποτέ,
έχουμε γεμίσει από «ειδικούς» που μας πουλάνε φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Ο Ευτύχης Μπιτσάκης ήταν το αντίδοτο στη
διανοητική τεμπελιά. Ήταν ο άνθρωπος που σου έμαθε ότι μπορείς να είσαι κορυφαίος
επιστήμονας χωρίς να γίνεις θεραποντίδα του συστήματος, και αμετανόητος
επαναστάτης χωρίς να χάσεις την επιστημονική σου αυστηρότητα. Ένας χρόνος χωρίς τον Ευτύχη. Αλλά όσο
υπάρχουν μυαλά που αρνούνται να προσκυνήσουν τα ακαδημαϊκά και πολιτικά σαλόνια,
το αληθινό μπουκάλι της διαλεκτικής θα παραμένει γεμάτο. Κι ας λένε οι «σοφοί»
του συστήματος ό,τι θέλουν. Παναγιώτης Κουμουνδούρος