Οι πολίτες σήμερα έγιναν εύπλαστοι και εύθραυστοι. Είναι επιθετικά εγωιστές επειδή είναι απελπισμένα μελαγχολικοί. Ζουν στην ψευδαίσθηση της καταναλωτικής ελευθερίας, διαλέγουν ελεύθερα μάρκα κινητού, την ίδια στιγμή που είναι οι πιο υπάκουοι υπήκοοι του συστήματος
Κάποτε, οι άνθρωποι πίστευαν στον Θεό, μετά
πίστεψαν στην Επιστήμη, και στο ενδιάμεσο, μερικοί ρομαντικοί-όπως η αφεντιά
μου για ένα διάστημα- πίστεψαν στο Κόμμα. Παρακολουθώ τις ομιλίες της ηγεσίας
του Περισσού και σας εξομολογούμαι, με πιάνει μια γλυκιά, σχεδόν εφηβική
νοσταλγία. Τι όμορφες που ήταν οι παλιές βεβαιότητες! Μία εργατική τάξη με
καθαρά χέρια και μουντζουρωμένα πρόσωπα, ένα Κόμμα-οδηγητής, και μία
παντοδύναμη Θεωρία που εξηγούσε τα πάντα: από την πτώση της ρωμαϊκής
αυτοκρατορίας μέχρι το γιατί ξίνισε το γάλα στο ψυγείο. Ένα έτοιμο, λυμένο παζλ
για μεγάλους που αρνούνται να μεγαλώσουν. Μόνο που, φευ, η πραγματικότητα έχει την κακή
συνήθεια να μην διαβάζει τα κομματικά εγχειρίδια. Ο καπιταλισμός, αυτό το δαιμόνιο σύστημα που
ανανεώνεται καταβροχθίζοντας τις ίδιες του τις σάρκες, άλλαξε το σκηνικό την
ώρα που οι δικοί μας κοιμόντουσαν με τον τόμο του Κεφαλαίου κάτω από το
μαξιλάρι. Τα μεγάλα εργοστάσια, τα ναυπηγεία, οι στέρεες εργατικές συντεχνίες
που γεννούσαν την περηφάνια της τέχνης και την ταξική συνείδηση, έγιναν καπνός.
Ο Κορνήλιος Καστοριάδης έλεγε κάποτε πως ο κλασικός καπιταλισμός χρειάστηκε να
εφεύρει ρόλους για να σταθεί, τον έντιμο δικαστή, τον σοβαρό δημόσιο λειτουργό,
τον επιχειρηματία του ρίσκου. Αν με ρωτούσατε ποιο είναι το συμβολικότερο
επάγγελμα του σημερινού, ύστερου νεοφιλελευθερισμού, θα σας έδειχνα τον
ντελιβερά. Αυτόν τον σύγχρονο είλωτα της «ευελιξίας», τον
κυνηγό των part-time ενσήμων, που τρέχει με ένα μηχανάκι μες στη βροχή για ένα
κομμάτι ψωμί, χωρίς αύριο, χωρίς συνδικάτο, χωρίς μονιμότητα. Η οικονομία των
υπηρεσιών δεν παράγει πια «προλετάριους» με την παραδοσιακή έννοια· παράγει
επισφαλείς, φοβισμένους και βαθιά αγχωμένους ανθρώπους. Και κάπου εκεί, στις
διάφορες «επιμορφώσεις» και τα σεμινάρια της κακιάς ώρας, ολοκληρώνεται ο
ευνουχισμός. Χάνεται η περηφάνια του επαγγέλματος. Και μαζί της, χάνεται ο
ιδεολογικός μπούσουλας. Οι πολίτες σήμερα έγιναν εύπλαστοι και
εύθραυστοι. Είναι επιθετικά εγωιστές επειδή είναι απελπισμένα μελαγχολικοί.
Ζουν στην ψευδαίσθηση της καταναλωτικής ελευθερίας, διαλέγουν ελεύθερα μάρκα
κινητού, την ίδια στιγμή που είναι οι πιο υπάκουοι υπήκοοι του συστήματος. Η
αγωνιστική ευφορία του 20ού αιώνα αντικαταστάθηκε από έναν κυνικό ωχαδερφισμό. Κοιτάξτε πώς στήθηκε η παγίδα. Η παλιά, καλή
ταξική πυραμίδα αντικαταστάθηκε από ένα πολύχρωμο τσίρκο «πολεμικών
ταυτοτήτων». Οι εργαζόμενοι δεν συγκρούονται πια με το Κεφάλαιο, αλλά
αναλώνονται σε έναν εμφύλιο χαρακωμάτων για το ποιος είναι πιο αδικημένος
πολιτισμικά, ιστορικά ή σεξουαλικά. Ο κατακερματισμός είναι απόλυτος. Όταν η
συλλογικότητα δίνει τη θέση της στον επιθετικό εγωισμό της φυλής, της
θρησκείας, η πολιτική εκπροσώπηση πεθαίνει από ασφυξία. Τα κόμματα
μετατρέπονται σε διαφημιστικές εταιρείες, ο παραδοσιακός δικομματισμός σαπίζει,
και η Κεντροαριστερά με την Κεντροδεξιά σμίγουν σε ένα αιώνιο, βαρετό
νεοφιλελεύθερο φιλί, την ώρα που η νεολαία ιδιωτεύει, θεωρώντας την πολιτική
μια ανιαρή υπόθεση για μεσήλικες. Και η Αριστερά; Α, η Αριστερά ασχολείται με το
να γράφει μανιφέστα copy-paste. Αν ο κόσμος δεν ακολουθεί τις συνταγές της,
τόσο το χειρότερο για τον κόσμο! Περάστε μια βόλτα από τις πανεπιστημιακές
αίθουσες ή τα κομματικά γραφεία για να θαυμάσετε το μεγαλείο της απόστασης.
Εκεί, η λεγόμενη ακαδημαϊκή Αριστερά μηρυκάζει παλιά κλισέ με μια ορολογία που
χρειάζεται μεταφραστή, προσπαθώντας να κρύψει την αποστροφή της απέναντι στην
πράξη. Είναι μια Αριστερά που στήνει τον πάγκο της στις πλατείες, πουλώντας
ξαναζεσταμένο φαγητό και γενικόλογες διακηρύξεις που δεν αγγίζουν ούτε την
τρίχα του ντελιβερά. Χωρισμένη στα δύο, από τη μια εκείνοι που δεν λένε να
λερώσουν τα χέρια τους με την εξουσία για να μην χάσουν την παρθενία των
πεποιθήσεών τους, κι από την άλλη εκείνοι που λιγουρεύονται την καρέκλα χωρίς
να έχουν την παραμικρή ιδέα τι θα την κάνουν αν την πάρουν. Εδώ είναι που η πολιτική συναντά την
ψυχαναλυσούλα, την οποία τόσο πολύ σιχαίνονται οι δογματικοί. Ο Φρόυντ μάς
έμαθε ότι το πένθος είναι απελευθερωτικό, χάνεις κάτι, κλαις, το ξεπερνάς και
πας παρακάτω. Η μελαγχολία, όμως, είναι ένα αποτυχημένο πένθος. Ο μελαγχολικός
αρνείται να δεχτεί την απώλεια. Ταυτίζεται με το χαμένο αντικείμενο. Αυτό που ζούμε σήμερα είναι η «αριστερή
μελαγχολία». Ο επαναστάτης που είναι πιο ερωτευμένος με την ίδια την αποτυχία
του ιδεώδους του, παρά με την ανάγκη να αδράξει την ευκαιρία στο παρόν. Είναι ο
ναρκισσισμός των μικρών διαφορών στην έκδοση 2.0. Αυτή η μελαγχολική καθήλωση είναι που γεννά
τις πιο μοχθηρές διασπάσεις. Παρακολουθούμε σήμερα τη θλιβερή επιθανάτια αγωνία
ενός χώρου που κάποτε υποσχέθηκε να σκίσει τα μνημόνια. Η Νέα Αριστερά
διαλύεται στα εξ ων συνετέθει, τα υπολείμματα του ΣΥΡΙΖΑ βιώνουν μια πρωτοφανή
εσωτερική έκρηξη εντροπίας, και ο ιστορικός του ηγέτης σπεύδει να αποκηρύξει το
ίδιο του το δημιούργημα για να σώσει την υστεροφημία του. Δεν πρόκειται για
πολιτική διαφωνία· πρόκειται για ψυχωσική επίθεση στον κοντινότερο σύντροφο, ο
οποίος δεν αντιμετωπίζεται ως σύμμαχος αλλά ως ένας απειλητικός σωσίας, ένας
καθρέφτης της δικής τους αποτυχίας που πρέπει να σπάσει με μίσος μεγαλύτερο κι
από αυτό που φυλάνε για τον ταξικό εχθρό. Όπως έλεγαν και οι φοιτητές τον Μάη του ΄68
στο Παρίσι, η Αριστερά αυτή ψάχνει απλώς «έναν νέο αφέντη». Προτιμά να προδώσει
τον ζωντανό κόσμο των ντελιβεράδων, προκειμένου να μην χαλάσει τη ζαχαρένια των
παλιών, ατελών βεβαιοτήτων της. Χρειάζεται καταλλαγή, σύντροφοι. Χρειάζεται να
κατεβείτε από το ρετιρέ της ιδεολογικής σας καθαρότητας και να κοιτάξετε τον
δρόμο. Γιατί όσο εσείς μελαγχολείτε και τσακώνεστε για το ποιο υπο-ρεύμα της
τάσης έχει δίκιο, ο νεοφιλελευθερισμός σάς αφήνει το πουρμπουάρ και
προσπερνάει. Και το χειρότερο; Σε λίγα χρόνια δεν σας θυμάται κανείς. Παναγιώτης Κουμουνδούρος