Οι άνθρωποι της εστίασης και της αγοράς γνωρίζουν πολύ καλά τι σημαίνει παρακμή. Τη βλέπουν πρώτοι. Τη νιώθουν στην κίνηση, στο ταμείο, στη δυσκολία να κρατήσουν προσωπικό και στη σιωπή των δρόμων
Υπάρχουν άνθρωποι της εστίασης που δεν
χρειάζεται να μιλούν πολύ για να αποδείξουν ποιοι είναι. Μιλούν τα χρόνια τους,
οι δυσκολίες που άντεξαν, οι εργαζόμενοι που στήριξαν, οι υποχρεώσεις που
κράτησαν και η καθημερινή παρουσία τους σε έναν χώρο απαιτητικό και πολλές
φορές αδυσώπητο. Η εστίαση δεν είναι απλώς ένα τραπέζι γεμάτο
κόσμο ή ένα μαγαζί που δείχνει να πηγαίνει καλά. Πίσω από αυτή την εικόνα
υπάρχουν ατελείωτες ώρες δουλειάς, προσωπικό, ενοίκια, λογαριασμοί, φόροι,
τέλη, προμηθευτές, άδειες και ένας καθημερινός αγώνας που δεν σταματά ποτέ. Πολλές φορές η πόλη βλέπει μόνο το αποτέλεσμα
και όχι τη διαδρομή. Δεν βλέπει την αγωνία του επαγγελματία να κρατήσει την
ποιότητα, να πληρώσει τους ανθρώπους του και να σταθεί όρθιος σε μια πόλη που
δεν του προσφέρει πάντα την κίνηση και την επισκεψιμότητα που θα έπρεπε. Ο Δήμος έχει δικαίωμα να ζητά φόρους, τέλη και
να επιβάλλει πρόστιμα όταν χρειάζεται. Όμως για να ζητά, οφείλει και να δίνει.
Οφείλει να φροντίζει την πόλη, να την κάνει πιο καθαρή, πιο λειτουργική, πιο
ελκυστική και πιο επισκέψιμη. Οφείλει να δημιουργεί συνθήκες ανάπτυξης ώστε να
έρχεται κόσμος, να κινείται η αγορά και να μπορούν οι επιχειρήσεις να αντέχουν
απέναντι στις συνεχώς αυξανόμενες υποχρεώσεις τους. Γιατί δεν αρκεί να υπάρχουν καλοί
επαγγελματίες. Αν η ίδια η πόλη δεν δημιουργεί λόγους επίσκεψης, αν δεν
αξιοποιεί την ιστορία, το όνομά της και τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα, τότε η
εστίαση παλεύει μόνη της. Και όταν η εστίαση παλεύει μόνη της, κάποιοι αντέχουν
με τεράστιο κόπο, ενώ άλλοι αναγκάζονται να λυγίσουν. Οι επαγγελματίες πληρώνουν εργαζόμενους,
προμηθευτές, ρεύματα, ενοίκια, φόρους, τέλη, εισφορές και άδειες. Όλοι ζητούν.
Όλοι πιέζουν. Κάποιος όμως πρέπει να σκεφτεί από πού θα βρεθούν όλα αυτά τα
χρήματα όταν η πόλη δεν έχει την κίνηση που θα έπρεπε. Δεν αρκεί να επιβάλλονται πρόστιμα και νέες
επιβαρύνσεις. Χρειάζεται σχέδιο και έργο. Γιατί κάθε ασύμμετρο βάρος δεν
πλήττει μόνο τον επαγγελματία. Πλήττει τους εργαζόμενους, τις οικογένειές τους,
τους προμηθευτές, την τοπική οικονομία και τελικά την ίδια τη Σπάρτη. Η Σπάρτη δεν μπορεί να περιμένει από τις
επιχειρήσεις να σώσουν μόνες τους την εικόνα της. Οι επιχειρήσεις μπορούν να
προσφέρουν ποιότητα, φιλοξενία, εργασία και ζωή. Δεν μπορούν όμως να
υποκαταστήσουν την έλλειψη σχεδίου, την απουσία επισκεψιμότητας και τη
στασιμότητα. Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη ευθύνη.
Συμπολίτευση και αντιπολίτευση εκλέχθηκαν για την ίδια πόλη, για τα ίδια
προβλήματα και για τους ίδιους πολίτες. Δεν γίνεται κάθε σοβαρό θέμα να
μετατρέπεται σε πεδίο αντιπαράθεσης. Υπάρχουν ζητήματα που πρέπει να βρίσκονται
πάνω από παρατάξεις και εγωισμούς. Η ανάπτυξη της Σπάρτης είναι ένα από αυτά. Η πόλη χρειάζεται έργα που θα φέρνουν κόσμο.
Χρειάζεται λόγους για να σταματήσει ο επισκέπτης, να περπατήσει, να γνωρίσει
τον τόπο, να καταναλώσει και να επιστρέψει. Χρειάζεται μια ταυτότητα αντάξια
του ονόματός της. Η εικόνα αυτή φαίνεται ακόμη και στον
περιφερειακό δρόμο. Ανήμερα του Αγίου Πνεύματος, αμέτρητα αυτοκίνητα περνούσαν
από τη Μάνη προς την Αθήνα και από την Αθήνα προς τη Μάνη. Χιλιάδες πιθανοί
επισκέπτες βρέθηκαν λίγα μόλις λεπτά από τη Σπάρτη, χωρίς όμως να μπουν στην
πόλη. Και αυτό συμβαίνει γιατί δεν τους δίνουμε έναν αρκετά ισχυρό λόγο να το
κάνουν. Δεν βρίσκουν μια οργανωμένη εικόνα, ένα ισχυρό
σημείο αναφοράς, μια διαδρομή, ένα μνημείο ή μια εμπειρία που να τους τραβήξει
την προσοχή. Έτσι η Σπάρτη μένει δίπλα στον δρόμο με ένα όνομα παγκόσμιας
ακτινοβολίας, χωρίς να αξιοποιεί όσο θα μπορούσε τη δύναμή του. Οι άνθρωποι της εστίασης και της αγοράς
γνωρίζουν πολύ καλά τι σημαίνει παρακμή. Τη βλέπουν πρώτοι. Τη νιώθουν στην
κίνηση, στο ταμείο, στη δυσκολία να κρατήσουν προσωπικό και στη σιωπή των
δρόμων. Γι΄ αυτό πολλές φορές καταλαβαίνουν την πραγματική κατάσταση της πόλης
καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο. Η εστίαση, η αγορά και οι πολίτες δεν ζητούν
θαύματα. Ζητούν μια πόλη καθαρή, φωτισμένη, οργανωμένη και επισκέψιμη. Μια πόλη
που να δημιουργεί ευκαιρίες αντί για εμπόδια. Μια πόλη που να μην ξέρει μόνο να
ζητά, αλλά και να προσφέρει. Γιατί όταν μια πόλη ανεβαίνει, ανεβαίνουν μαζί
της οι επιχειρήσεις, οι εργαζόμενοι, οι νέοι και οι οικογένειες. Όταν όμως
μένει στάσιμη, παρασύρει προς τα πίσω ολόκληρη την τοπική κοινωνία. Η Σπάρτη μπορεί να σταθεί αλλιώς. Μπορεί να
γίνει πιο ζωντανή, πιο ελκυστική και πιο δυνατή. Αρκεί να υπάρξει βούληση,
συνεννόηση και αποφασιστικότητα. Γιατί η παρακμή δεν αντιμετωπίζεται με
αντιπαραθέσεις. Αντιμετωπίζεται με έργα, σχέδιο και σοβαρότητα. Δεν είναι μικρό πράγμα να κρατάς ανοιχτή μια
επιχείρηση επί δεκαετίες, να στηρίζεις εργαζόμενους, να πληρώνεις υποχρεώσεις
και να συνεχίζεις με αξιοπρέπεια. Είναι ένας καθημερινός αγώνας που αξίζει
σεβασμό. Συγχαρητήρια λοιπόν ΣΤΟΥΣ ΗΡΩΕΣ. Σε όσους
καταφέρνουν ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ ΤΩΡΑ να κρατούν ψηλά ΤΗ ΣΗΜΑΙΑ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣΗΣ στη Σπάρτη,
με δουλειά, συνέπεια και αξιοπρέπεια. Γιατί όταν στηρίζεις την εστίαση, δεν
στηρίζεις μόνο ένα επάγγελμα. Στηρίζεις την κίνηση, την αγορά, την εργασία, την
εικόνα και την ίδια τη ζωή της πόλης. Προσωπικά, τα γράφω όλα αυτά όχι ως
παρατηρητής από μακριά, αλλά ως ένας παλιός άνθρωπος της εστίασης. Ως ένας
άνθρωπος που έζησε ΟΛΗ ΜΕΡΑ, ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ,
ΟΛΟ ΤΟ ΧΡΟΝΟ, ΓΙΑ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ αυτόν τον χώρο από μέσα, με ατελείωτες ώρες
δουλειάς, με καθημερινό άγχος, με ευθύνες και υποχρεώσεις που δεν τελείωναν
ποτέ. Υπήρξα κι εγώ, όπως το έχω πει πολλές φορές, ένας ελεύθερος φυλακισμένος
της εστίασης. Ελεύθερος γιατί δούλευα στη δική μου δουλειά, φυλακισμένος όμως
από τις ανάγκες, τα ωράρια, τις απαιτήσεις και τον αδιάκοπο αγώνα να κρατηθεί
ένα μαγαζί όρθιο. Γι’ αυτό και ξέρω πολύ καλά ότι πίσω από κάθε ανοιχτή πόρτα,
πίσω από κάθε γεμάτο τραπέζι και πίσω από κάθε φως που μένει αναμμένο σε ένα
μαγαζί, υπάρχει κόπος, αγωνία, θυσία και αξιοπρέπεια. Βασίλειος Λαδάς
Ένας παλιός ελεύθερος φυλακισμένος της
εστίασης![]()
![]()