Μας εκτέλεσαν μια φορά οι γερμανοί και οι συνεργάτες τους, οι σπαρτιάτες προδότες. Μη μας «εκτελείτε» κι εσείς, κάθε μέρα
Διαβάτη, που με μάτια θλιμμένα κοιτάζεις τούτο
μνήμα και την οικογενειακή φωτογραφία πάνω του, με λέγανε Παρασκευά. Πατέρας μου ήτανε ο Δημήτρης Τσιβανόπουλος και
τη μανούλα μου τη λέγανε Κανελιώ. Είχα
τέσσερα αδέρφια: Τον Αριστείδη, τον Δημοσθένη, τον Γιάννη και τον Σωκράτη. Εγώ
ήμουνα ο μικρότερος, ο Βενιαμίν, όπως με λέγανε χαϊδευτικά. Είναι εύκολο να με
δεις στη φωτογραφία. Είμαι το γελαστό παιδάκι με το κοντό παντελόνι και τις
πεσμένες καλτσούλες. Εμένα και τα τρία αδέρφια μου, τον Δημοσθένη,
τον Γιάννη και τον Σωκράτη, μας σκοτώσανε οι Γερμανοί στο Μονοδέντρι, στις 26
Νοεμβρίου 1943. Θυμάμαι, στεκόμουνα μπροστά στα πολυβόλα … δεν
ήξερα πώς είναι να πεθαίνεις … δεν ήξερα πώς νιώθεις τη στιγμή που οι σφαίρες
τρυπάνε το κορμί σου … δεν ήξερα … Έσφιγγα, μόνο, το χέρι του αδερφού μου να
πάρω κουράγιο … κοίταξα σε μια στιγμή ένα πουλί που πέταγε μπροστά στο ήλιο κι ύστερα … σκοτάδι.
Βασιλέψανε τα ματάκια μου. Κι ήμουνα μόνο 16 χρονών! Το ματωμένο κορμάκι μου το φέρανε μαζί με τους
άλλους στο νεκροταφείο του Αϊ-Γιώργη στη Σπάρτη. Ήρθε ο πατέρας και η μάνα μου,
να μας γνωρίσουνε και να μας θάψουνε. Ο πατέρας μου … το πρόσωπό του είχε
πετρώσει από τον πόνο και είχε χάσει τη φωνή και τα δάκρυά του. Η μανούλα μου,
όμως, σήκωσε φωνή ως τον ουρανό, τράβαγε τα μαλλιά της, με τα νύχια έσχιζε τα
μάγουλά της, χτύπαγε το στήθος της και φώναζε θρηνητικά: «Παιδάκια μου…παιδάκια
μου…παιδάκια μου καημένα….τι σας κάνανε οι κακούργοι; Τι σας κάνανε; Γιατί, Θεέ
μου; Γιατί;». Τη βλέπαμε από ψηλά έτσι που σκλήριζε, μα δεν
μπορούσαμε να την παρηγορήσουμε. Είναι μακριά η γης από τον ουρανό! Και τη
βλέπαμε και μετά, πάλι από ψηλά, όσα
χρόνια έζησε στο έρημο κι αραχνιασμένο σπίτι, να στρώνει κάθε βράδυ τα κρεβάτια
μας κλαίγοντας, σαν τότε που μας είχε, και να τα ξεστρώνει το πρωί, πάλι
κλαίγοντας, έτσι ατσαλάκωτα και απείραχτα όπως τα ’χε στρώσει το βράδυ, αφού οι
ψυχές δεν κοιμούνται στα κρεβάτια της γης. Μας θάψανε, τέσσερα αδέρφια μαζί, εδώ σ’ αυτό
το κιβούρι, στον τάφο τον οικογενειακό, που είχε αναπαυθεί, πριν από μας, ο παππούς μας ο Αριστείδης και η γιαγιά μας η Πολυτίμη. Τέσσερα αδέρφια μαζί, νεκρά, άψυχα, με
τρυπημένα από τις σφαίρες κορμιά, παραδομένα στη γης και στο σκοτάδι της: Δημοσθένης, 23 χρονών Ιωάννης, 21 χρονών Σωκράτης 19 χρονών Παρασκευάς
16 χρονών. (Θα είμαστε ΚΑΙ τα πέντε αδέρφια στον
τάφο, αν ο μεγαλύτερος αδερφός μου, ο
Αριστείδης, δεν έλειπε στην Αθήνα εκείνη τη νύχτα που ήρθανε οι γερμανοί με τον
κουκουλοφόρο σπαρτιάτη συνεργάτη τους. Μετά, πήρε τα μάτια του ο μεγάλος
αδερφός μου ο Αριστείδης…πήγε στην Αφρική-δεν ήθελε ούτε να βλέπει ούτε να
ακούει τον τόπο και τους ανθρώπους που σκότωσαν τ’ αδέρφια του- και γύρισε στη
Σπάρτη, γέρος πια, για να μας ανταμώσει εδώ στο μνήμα το 1999, πενήντα έξι
χρόνια από τότε που ξεχωριστήκαμε ζωντανοί.) Το 1956 ήρθε να μας βρει, εδώ στον τάφο, ο
πατέρας μας ο Δημήτρης και το 1968 η μανούλα μας η Κανελιώ. Αυτή ήταν η
μοναδική χαρά του τάφου μας: Όταν πλάγιασε δίπλα μας η μανούλα μας, έτσι όπως
πλάγιαζε στα κρεβάτια μας όταν ήμαστε μικρά, για να διώχνει μακριά τους φόβους
μας, μέχρι να κοιμηθούμε. Διαβάτη, που με μάτια θλιμμένα κοιτάζεις τούτο
μνήμα και την οικογενειακή φωτογραφία πάνω του. Με λέγανε Παρασκευά και ήμουνα
16 χρονών όταν με σκοτώσανε οι γερμανοί στο Μονοδέντρι, μαζί με τα τρία αδέρφια
μου. Τα ονόματά μας είναι γραμμένα πάνω στην πλάκα του τάφου, μα δεν
διακρίνονται πια, δεν διαβάζονται. Τα σκέπασαν τα μούσκλια, η μούχλα κι οι
λειχήνες, μαζί και η αγνωμοσύνη των ανθρώπων. Είναι σαν η Σπάρτη να μας έσβησε από τη μνήμη
της, ακόμα και νεκρούς. Δε ζητάμε, πια, τίποτα από σας τους
Σπαρτιάτες. Μακάρι να είστε ΟΛΟΙ καλά, να έχετε υγεία, προκοπή και κάθε καλό
στη ζωή σας και ποτέ να μη σκίσει την καρδιά σας αυτή η ρομφαία του πόνου, που
έσκισε την καρδιά του πατέρα και της μάνας μας. ΜΟΝΟ ένα πράγμα θέλουμε από σας, εμείς, τα
Τσιβανοπουλάκια, που μας ξεκλήρισαν και πια δεν έχουμε άλλον δικό μας στη ζωή: Περιποιηθείτε τον τάφο μας, καθαρίστε τα
μάρμαρά του, κάντε τα ονόματά μας να βγουν και πάλι στο φως, έτσι που, όταν
κάποιος διαβάτης περνά κοντά μας και στέκεται, να τα διαβάζει, τουλάχιστον, και
να μας μνημονεύει. Κι αν θέλετε, ανάβετέ μας ένα κερί και ένα καντήλι, να
έχουμε τις νύχτες λίγο φως απ’ την καρδιά σας. Μας εκτέλεσαν μια φορά οι γερμανοί και οι
συνεργάτες τους, οι σπαρτιάτες προδότες. Μη μας «εκτελείτε» κι εσείς, κάθε
μέρα. Με λέγανε Παρασκευά και ήμουνα 16 χρονών όταν
με σκοτώσανε οι γερμανοί στο Μονοδέντρι, μαζί με τα τρία αδέρφια μου. Σπάρτη 16-3-2026![]()
![]()
Βαγγέλης Μητράκος