Η αδικία μιλά στην καρδιά. Η δικαιοσύνη συχνά καταλήγει σε φιλοσοφική άσκηση
Η λέξη «δικαιοσύνη» ανήκει σε εκείνες τις
λέξεις που τις προφέρουμε χαμηλόφωνα, σχεδόν με δέος. Τη συναντάμε στα
συντάγματα, στις δικαστικές αίθουσες, στους πολιτικούς λόγους. Είναι μια λέξη
καλοντυμένη. Κυκλοφορεί με κύρος, συνοδευόμενη από σφραγίδες, εμβλήματα και
βαρύγδουπες διακηρύξεις. Κι όμως, σπάνια τη συναντάμε στη ζωή. Την αδικία,
αντίθετα, τη γνωρίζουμε πολύ καλά. Τη βλέπουμε στον μισθό που δεν φτάνει μέχρι
το τέλος του μήνα. Στο εργατικό «ατύχημα» που βαφτίζεται μοιραίο. Στο δυστύχημα
που εξηγείται με ένα βολικό «ανθρώπινο λάθος». Στον πρόσφυγα που πνίγεται
«εκτός αρμοδιότητας». Στο έγκλημα που μένει ατιμώρητο επειδή οι ένοχοι είναι
ισχυροί. Η δικαιοσύνη, λένε, είναι τυφλή. Οι κοινωνίες
μας όμως δεν είναι. Βλέπουν πολύ καθαρά ποιον προστατεύει ο νόμος
και ποιον αφήνει εκτεθειμένο. Η ιστορία της Δύσης είναι, σε μεγάλο βαθμό, η ιστορία
μιας σύγκρουσης, της σύγκρουσης ανάμεσα στον λόγο και την ισχύ. Από τον Πλάτωνα
μέχρι τη σύγχρονη φιλοσοφία, η δικαιοσύνη παρουσιάστηκε ως προϊόν της λογικής·
ως μια καθολική αρχή που μπορεί να περιορίσει τη βία και την αυθαιρεσία. Στην πράξη συνέβη συχνά το αντίθετο. Ο λόγος στρατολογήθηκε από την εξουσία. Έγινε
εργαλείο της. Δεν υπάρχει πόλεμος που να μην παρουσιάστηκε
ως δίκαιος. Δεν υπάρχει σφαγή που να μη συνοδεύτηκε από ηθικά επιχειρήματα. Από
τη Μήλο και τη Μυτιλήνη μέχρι τις σταυροφορίες, το Ιράκ, την Ουκρανία, τη Γάζα
και το Ιράν, οι ισχυροί μιλούν πάντα στο όνομα της δικαιοσύνης. Όπως έγραφε σκωπτικά ο Wyndham Lewis, κανένας
πόλεμος δεν θεωρήθηκε ποτέ άδικος, εκτός από εκείνον που κάνει ο εχθρός. Κι όμως, παρά τα συστήματα, τις θεωρίες και τους
νόμους, η αίσθηση αποτυχίας είναι διάχυτη. Οι πολίτες νιώθουν ότι η δικαιοσύνη δεν τους
αφορά. Ή, ακόμη χειρότερα, ότι δεν τους προστατεύει. Οι φυλετικές και έμφυλες διακρίσεις, η θεσμική
βία, οι «ανθρωπιστικοί» πόλεμοι, οι επιθέσεις σε πρόσφυγες και μετανάστες, η
σχεδόν τελετουργική ατιμωρησία των ισχυρών έχουν διαβρώσει την εμπιστοσύνη. Η
λέξη «δικαιοσύνη» ταυτίστηκε όλο και περισσότερο με τη δικαστική εξουσία,
παρότι συχνά τα ανώτατα δικαστήρια έχουν ελάχιστη σχέση με αυτό που οι άνθρωποι
βιώνουν ως δίκαιο. Εδώ εμφανίζεται το μεγάλο παράδοξο. Δεν συμφωνούμε σχεδόν ποτέ για το τι είναι η
δικαιοσύνη. Αναγνωρίζουμε όμως την αδικία αμέσως. Η αδικία γίνεται αισθητή σχεδόν σωματικά.
Προκαλεί οργή, λύπη, μια επείγουσα ανάγκη για δράση. Αντίθετα, όταν προσπαθούμε
να ορίσουμε θετικά τη δικαιοσύνη, η βεβαιότητα υποχωρεί. Αυτό που είναι
συγκλονιστικό στην απουσία του γίνεται αμφίσημο όταν επιχειρούμε να το
περιγράψουμε ως παρουσία. Η αδικία μιλά στην καρδιά. Η δικαιοσύνη συχνά καταλήγει σε φιλοσοφική
άσκηση. Η κλασική φιλοσοφία συνέδεε τη δικαιοσύνη με
το κοινό καλό και την αρετή του πολίτη. Στον αρχαίο κόσμο κάθε ον είχε έναν
σκοπό, το αμπέλι να δώσει καλό κρασί, ο τεχνίτης να φτιάξει καλά σανδάλια, ο
πολίτης να γίνει ενάρετος μέσα στην πόλη. Η δίκαιη πόλη και ο ενάρετος πολίτης ήταν οι
δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Αυτή η οργανική σχέση ηθικής, πολιτικής και
δικαίου διαλύθηκε στη νεωτερικότητα. Στη θέση της εμφανίστηκε κάτι πιο ψυχρό, ο
νόμος. Η νεωτερική ηθική αντικατέστησε το αγαθό με
τον κανόνα. Η ηθική έγινε συμμόρφωση σε καθολικούς νόμους, ανεξάρτητους από την
κοινωνική εμπειρία. Όμως ο ψυχρός νόμος δεν παράγει δικαιοσύνη· παράγει καθήκον
- και συχνά δυσφορία. Η επιθυμία και το κοινωνικό ήθος αποκόπτονται,
και στη θέση τους εμφανίζεται ένας άμετρος ατομισμός. Ας το πούμε απλά, η δικαιοσύνη δεν αιωρείται
πάνω από την κοινωνία. Παράγεται μέσα της. Μέσα στις υλικές σχέσεις. Μέσα στις συγκρούσεις. Μέσα στις ταξικές αντιθέσεις. Σε μια κοινωνία βαθιά άνιση, η τυπική ισότητα
των δικαιωμάτων δεν αρκεί. Ο νόμος δεν είναι ουδέτερος. Αντανακλά
συσχετισμούς δύναμης. Γι’ αυτό και η δικαιοσύνη εμφανίζεται συχνά
πρώτα έξω από τους θεσμούς. Στα σύγχρονα κοινωνικά κινήματα δεν ορίζεται
αφηρημένα· βιώνεται ως απαίτηση. Το #MeToo, το Black Lives Matter, τα
περιβαλλοντικά κινήματα, οι εργατικοί και αντιρατσιστικοί αγώνες δεν ξεκινούν
από θεωρίες δικαίου. Ξεκινούν από σώματα που πληγώνονται και ζωές που
υποτιμώνται. Μιλούν τη γλώσσα της αδικίας. Και γι’ αυτό
πείθουν. Το ίδιο συμβαίνει και στην Ελλάδα. Εδώ η δικαιοσύνη έχει πολύ συγκεκριμένο
πρόσωπο, την επισφαλή εργασία, τις απλήρωτες υπερωρίες, τον φόβο της απόλυσης.
Ο νόμος υπάρχει, αλλά συχνά παραμένει αδρανής μπροστά στην ανάγκη για επιβίωση. Οι ιδιωτικοποιήσεις παρουσιάστηκαν ως τεχνικές
λύσεις. Στην πραγματικότητα ήταν πολιτικές πράξεις αναδιανομής ισχύος, το
κέρδος ιδιωτικό, το ρίσκο κοινωνικό. Η τραγωδία του Σιδηροδρομικό δυστύχημα των
Τεμπών 2023 δεν ήταν απλώς ένα δυστύχημα. Ήταν μια ρωγμή στο κυρίαρχο αφήγημα. Η κοινωνία δεν ζήτησε μόνο τιμωρία. Ζήτησε
δικαιοσύνη. Και όταν αυτή δεν φάνηκε να έρχεται, γεννήθηκε
κάτι πολύ πιο επικίνδυνο για κάθε σύστημα εξουσίας: η δυσπιστία. Σε αυτή τη διαδικασία, ο ρόλος των μέσων
ενημέρωσης αποδείχθηκε κρίσιμος. Η αδικία δεν ακυρώνεται μόνο στα δικαστήρια,
ακυρώνεται και στην αφήγηση. Με τη διάχυση των ευθυνών, με τη σχετικοποίηση της
οργής, με τη μετατροπή της κοινωνικής αγανάκτησης σε «υπερβολή». Κι όμως, η δικαιοσύνη επιμένει να επιστρέφει
από αλλού. Στις κινητοποιήσεις. Στις απεργίες. Στις
συλλογικές μνήμες που αρνούνται να σβήσουν. Όχι ως τέλειο σύστημα. Αλλά ως στάση. Ως απόφαση να μη θεωρηθεί η αδικία φυσικός
νόμος των πραγμάτων. Ίσως τελικά η δικαιοσύνη να μην είναι ένας
ορισμός που θα κατακτήσουμε κάποτε. Ίσως να υπάρχει μόνο ως μια διαρκής ηθική
και πολιτική στροφή προς τον άλλον. Ως ευθύνη που ξεπερνά την τυπική ισότητα και
παίρνει θέση μέσα σε έναν άνισο κόσμο. Και σε έναν άνισο κόσμο, η ουδετερότητα
δεν είναι αρετή. Είναι απλώς ένας κομψός τρόπος να μένει κανείς
στη σωστή πλευρά της δύναμης. Η δικαιοσύνη, αντίθετα, αρχίζει τη στιγμή που
κάποιος αποφασίζει να σταθεί απέναντί της. Παναγιώτης Κουμουνδούρος