Ο Επσταϊν δεν εισέβαλε σε έναν ηθικό κόσμο για να τον μολύνει. Αναδύθηκε από έναν κόσμο ήδη μολυσμένο. Δεν ήταν ρήγμα στην τάξη. Ήταν η ίδια η τάξη, σε στιγμή ειλικρίνειας. Ήταν το σύστημα χωρίς το προσωπείο του
«Είναι ο Τζέφρι Επσταϊν ο διάβολος;» Η ερώτηση, όπως την απηύθυνε ο Στιβ Μπάνον στον
Τζέφρι Επσταϊν, δεν είχε τίποτα το θεολογικό, όσο κι αν ντύθηκε με τη γλώσσα
της μεταφυσικής. Δεν ήταν ερώτηση περί του Κακού. Ήταν ερώτηση περί εξουσίας. Περί δομής. Περί συνενοχής. Και η απάντηση, σχεδόν ψιθυριστή, σχεδόν
αδιάφορη, «όχι, αλλά έχω έναν καλό καθρέφτη», δεν ήταν υπεκφυγή. Ήταν ομολογία.
Γιατί ο Επσταϊν δεν υπήρξε ποτέ εξαίρεση. Υπήρξε αντανάκλαση. Ο διάβολος είναι μια χρήσιμη επινόηση. Ένα
δοχείο όπου η κοινωνία εναποθέτει το κακό για να συνεχίσει να πιστεύει στην
αθωότητά της. Προσωποποιεί αυτό που δεν θέλει να αναγνωρίσει ως δομικό.
Μετατρέπει το σύστημα σε ατύχημα και την ευθύνη σε παρέκκλιση. Όμως το κακό δεν κατοικεί σε πρόσωπα. Κατοικεί
σε σχέσεις. Ο Επσταϊν δεν εισέβαλε σε έναν ηθικό κόσμο για
να τον μολύνει. Αναδύθηκε από έναν κόσμο ήδη μολυσμένο. Δεν ήταν ρήγμα στην
τάξη. Ήταν η ίδια η τάξη, σε στιγμή ειλικρίνειας. Ήταν το σύστημα χωρίς το
προσωπείο του. Η εξουσία σπάνια επιβάλλεται με τη βία. Η πιο
ανθεκτική μορφή της είναι η αποδοχή. Η σιωπηλή συμφωνία ότι «έτσι λειτουργούν
τα πράγματα». Ότι η ανισότητα είναι φυσική. Ότι η αδικία είναι αναπόφευκτη. Ότι
κάποιοι άνθρωποι υπάρχουν για να χρησιμοποιούνται. Εκεί γεννιέται η ηγεμονία. Όχι ως επιβολή,
αλλά ως κανονικότητα. Ο Επσταϊν υπήρξε ένας κόμβος. Όχι βασιλιάς,
αλλά αγωγός. Ένα σημείο συνάντησης όπου διασταυρώνονταν πολιτική ισχύς,
χρηματοπιστωτικός πλούτος, ακαδημαϊκό κύρος, βασιλική αίγλη. Δεν κυβερνούσε.
Συνέδεε. Και όποιος συνδέει, γνωρίζει. Και όποιος γνωρίζει, δεν χρειάζεται να
διατάζει. Στα δωμάτια όπου κινούνταν, το νόμισμα δεν
ήταν μόνο το χρήμα. Ήταν τα μυστικά. Οι αδυναμίες. Οι απαγορευμένες επιθυμίες.
Η σιωπή. Γιατί η συνενοχή είναι η πιο σταθερή μορφή
εξουσίας. Όταν οι ισχυροί μοιράζονται το ίδιο σκοτάδι,
γίνονται αδιαίρετοι. Δεν προστατεύουν ο ένας τον άλλο από ηθική. Προστατεύουν ο
ένας τον άλλο από κατάρρευση. Η ηθική, τότε, δεν εξαφανίζεται. Υποτάσσεται. Ο νεοφιλελευθερισμός δεν είναι μόνο οικονομικό
σύστημα. Είναι μια νέα ανθρωπολογία. Επαναπροσδιορίζει τι σημαίνει να είσαι
άνθρωπος. Όχι ως φορέας συνείδησης, αλλά ως φορέας αξίας. Όχι ως πρόσωπο, αλλά
ως περιουσιακό στοιχείο. Σε αυτό το καθεστώς, όλα αποκτούν τιμή. Η εργασία. Η πληροφορία. Το σώμα. Η επιθυμία.
Η σιωπή. Ακόμη και η αθωότητα. Εκεί εγγράφεται ο Επσταϊν. Δεν είναι απόκλιση,
αλλά συνέπεια. Ο Ντόναλντ Τραμπ, ο Μπάνον, οι αρχιτέκτονες
της ψηφιακής χειραγώγησης, οι τεχνικοί της ψυχής που εργάστηκαν μέσα από
μηχανισμούς όπως η Cambridge Analytica, δεν ανήκουν σε διαφορετικό σύμπαν.
Ανήκουν στην ίδια λογική. Τη λογική που βλέπει τον άνθρωπο ως υλικό. Ο
ένας επεξεργάζεται συνειδήσεις. Ο άλλος επεξεργαζόταν σώματα. και οι δύο
εργάζονταν πάνω στην ίδια αρχή, ότι η ισχύς δεν χρειάζεται όρια. Η σεξουαλική βία, σε αυτό το πλαίσιο, δεν
είναι απλώς έγκλημα. Είναι η ακραία μορφή κυριαρχίας. Η απόλυτη επιβεβαίωση ότι
το άλλο σώμα δεν είναι πρόσωπο, αλλά αντικείμενο. Ότι υπάρχει για να
χρησιμοποιηθεί. Το πιο τρομακτικό, όμως, δεν είναι οι πράξεις.
Είναι η συνέχεια. Οι πολιτικοί που παρέμειναν φίλοι. Οι επιχειρηματίες που παρέμειναν συνεργάτες. Οι διανοούμενοι που παρέμειναν συνομιλητές. Ακόμη και όταν γνώριζαν. Γιατί η ηγεμονία δεν καταρρέει από την
αλήθεια. Καταρρέει μόνο όταν χαθεί η ανάγκη της. Και η ανάγκη παρέμεινε. Στην Ελλάδα της κρίσης, ο Επσταϊν γνώριζε πριν
ανακοινωθούν. γιατί δεν προέβλεπε, αλλά γιατί γνώριζε από τα μέσα ανήκε. Γιατί
οι οικονομίες, μέσα σε αυτό το σύστημα, δεν είναι κοινωνίες. Είναι πεδία. Πεδία
εφαρμογής. Οι επαφές του συνεχίστηκαν. Οι πόρτες δεν
έκλεισαν. Τα χέρια δεν τραβήχτηκαν. Η εξουσία δεν αποστρέφεται το έγκλημα. Το
ενσωματώνει. Κάθε ηγεμονία συνοδεύεται από μια ηθική. Και η
ηθική του νεοφιλελευθερισμού είναι απλή: Δεν υπάρχει «σωστό». Υπάρχει μόνο «χρήσιμο». Ο Επσταϊν δεν παραβίασε αυτή την ηθική. Την
ολοκλήρωσε. Υπήρξε ο μεγεθυντικός φακός που αποκάλυψε το
πρόσωπο της κυριαρχίας. Όχι ως μεγαλείο, αλλά ως κενό. Όχι ως ανωτερότητα, αλλά
ως απουσία. Άνθρωποι που, έχοντας εξαντλήσει κάθε μορφή
δύναμης, αναζητούν ακόμη την απόδειξή της. Ακόμη και μέσα από την καταστροφή του άλλου. Γι’ αυτό η κοινωνία επιμένει να μιλά για
«τέρατα». Γιατί το τέρας καθησυχάζει. Είναι μοναδικό. Είναι εξαίρεση. Πεθαίνει
και τελειώνει. Το σύστημα, όμως, δεν πεθαίνει. Αναπαράγεται. Εκεί όπου ο άνθρωπος παύει να πιστεύει ότι ο
κόσμος είναι φυσικός και αρχίζει να υποψιάζεται ότι είναι κατασκευασμένος Όταν καταλαβαίνει ότι η εξουσία δεν είναι
μοίρα αλλά σχέση. Ότι η φτώχεια δεν είναι αποτυχία αλλά
αποτέλεσμα. Ότι κάποιοι δεν έχουν λιγότερα επειδή άξιζαν
λιγότερα, αλλά επειδή κάποιος άλλος πήρε περισσότερα. Είναι η στιγμή που η συναίνεση σπάει. Και η
σιωπή γίνεται ερώτηση. Γιατί η κοινωνία πλέον δεν αναζητά καλύτερους
διαχειριστές της ίδιας πραγματικότητας. Αμφισβητεί την ίδια τη λογική
που τη θεμελιώνει. Αρνείται να δεχτεί ότι ο άνθρωπος υπάρχει για
να υπηρετεί το σύστημα. Και επιμένει, πεισματικά, σχεδόν παράλογα, ότι
το σύστημα θα έπρεπε να υπάρχει για να υπηρετεί τον άνθρωπο. Και αυτή η επιμονή είναι που τρομάζει
περισσότερο. Γιατί δεν μπορεί να περιμένει την σωτηρία.
Χωρίς να κάνει ρήξη. Δεν επιθυμεί έναν καλύτερο κόσμο ως δώρο, αλλά
έναν κόσμο που θα πρέπει να ξανά φτιαχτεί. Και από τη στιγμή που αυτή η σκέψη γεννηθεί,
τίποτα δεν μπορεί να επιστρέψει στην παλιά του αθωότητα. Γιατί όσο συνεχίζουμε να θρηνούμε τα πρόσωπα
χωρίς να αγγίζουμε τη δομή, τίποτα δεν αλλάζει. Οι Επσταϊν θα πέφτουν, αλλά οι
Επσταϊν θα επιστρέφουν. Όσο η κοινωνία αποδέχεται τη συναίνεση ως
φυσική κατάσταση, όσο δεν αμφισβητεί τη λογική που μετατρέπει τα πάντα σε μέσο,
οι Επσταϊν δεν θα είναι ατυχήματα. Θα είναι αναγκαιότητες. Δεν ήταν ποτέ το πρόσωπο. Ήταν η εποχή που το
χρειαζόταν. Και όσο το σύστημα θα φοβάται την αλήθεια, θα
κατασκευάζει ενόχους για να την κρύβει. Γιατί στο τέλος, δεν είναι οι άνθρωποι που
εκθέτουν τον καθρέφτη, είναι ο καθρέφτης που εκθέτει τον κόσμο. Παναγιώτης Κουμουνδούρος