Εκτύπωση

https://www.spartorama.gr/articles/84558-i-leschi-anagnosis-spartis-diabase-to-biblio-tou-thrasou-kaminaki--tria-dekaochto--ekdoseis-kastaniotis/

Spartorama - Print | Η Λέσχη Ανάγνωσης Σπάρτης διάβασε το βιβλίο του Θράσου Καμινάκη, Τρία δεκαοχτώ, εκδόσεις Καστανιώτης

Η Λέσχη Ανάγνωσης Σπάρτης διάβασε το βιβλίο του Θράσου Καμινάκη, Τρία δεκαοχτώ, εκδόσεις Καστανιώτης

Η Λέσχη Ανάγνωσης Σπάρτης διάβασε το βιβλίο του Θράσου Καμινάκη, Τρία δεκαοχτώ, εκδόσεις Καστανιώτης
Σχολιάζει η Ιωάννα Σταθοπούλου
Οδός Εμπόρων

Ο Θράσος Καμινάκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1964 και σπούδασε Νομικά, Εγκληματολογία και Ιστορική Νοσολογία στο Παρίσι. Επίσης σπουδές έκανε στο κινηματογραφικό Σενάριο και στη Σκηνοθεσία. Επιστρέφοντας στην Αθήνα το 1992 δούλεψε στο χώρο της διαφήμισης. Το 1984 κέρδισε το πρώτο βραβείο σε διαγωνισμό για το διήγημά του «Λεμονανθοί στις καγκελόπορτες». Έχει γράψει θεατρικά έργα, μονόπρακτα, μιούζικαλ και τραγούδια για θεατρικές παραστάσεις. Ίδρυσε το Pocket theater και το «Μικρό Πολυτεχνείο» από το 2003. Είναι ένας πολυχώρος τέχνης όπου άνθρωποι κάθε ηλικίας μπορεί να παρακολουθήσουν σεμινάρια σε πολλές κατηγορίες καλλιτεχνικής επιμόρφωσης, όπως συγγραφή, μουσική, θέατρο κ.ά.


Το «Τρία δεκαοχτώ» είναι μια συλλογή που αποτελείται από 38 ½ διηγήματα και ένα επιμύθιο, που εκτείνονται σε τόσες σελίδες όσες και ο τίτλος. Για να ερμηνευθεί ο τίτλος θα ανατρέξουμε σε συνέντευξη του συγγραφέα, που δηλώνει ότι έχει ασχοληθεί με την αριθμολογία και τα σπίτια που ζούσε στο Παρίσι και στην Αθήνα είχαν το νούμερο 318. Από τα μπαλκόνια αυτών των σπιτιών έβλεπε τα απέναντι μπαλκόνια και φωτισμένα παράθυρα τις νύχτες και οι εικόνες που έβλεπε βοηθούσαν να ξεπηδήσει μια ιστορία στο μυαλό του για τις ζωές των άλλων. Οι ήρωες αυτών των ιστοριών είναι όλοι μέλη μιας τεράστιας δυσλειτουργικής οικογένειας, που απλώνεται σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, χωρίς να ορίζεται και ο χρόνος της δράσης τους.

Η συλλογή χωρίζεται σε τρεις ενότητες. Στο πρώτο μέρος με τον τίτλο «Αυταπάτες» στην αφήγηση κυριαρχούν οι δυσλειτουργικές σχέσεις, τα πάθη, η εξαθλίωση της παραβατικότητας, η παραίτηση, που συγκλονίζουν τους πρωταγωνιστές. «Το κρεβάτι μου στενό. Δε χώραγε και τους τρεις μας. Ο Αντρέας με έσπρωχνε πάνω της. ΄Ηταν πίσω μου και με έσπρωχνε πάνω της. Η ΄Αλμουτ με είχε αρπάξει σα γεράκι…. ΄Ηθελα τόσο τον αδερφό μου, ήμουνα το παιχνίδι του απ’ όταν ήμασταν παιδιά. Κοντά του έμαθα να ντρέπομαι….  Μα πάνω απ’ όλα πλάι του κατάλαβα πώς είναι να ανήκεις στο Θεό και να φυσάει πάνω σου ο αέρας που στέλνει ο Θεός να σε μαστιγώνει  για τα αίσχη σου».

Στο δεύτερο μέρος τα «Όνειρα» μιλάνε για ανθρώπους που ονειρεύονται στον ύπνο και στον ξύπνιο τους μια άλλη ζωή, πολύχρωμη, ενδιαφέρουσα, περίεργη, στα όρια του εξωπραγματικού, που παραπέμπουν στο μαγικό ρεαλισμό. «Απόψε είδα στον ύπνο μου πως ήμουν ένας γάτος και με βαφτίσαν Κάφκα. Εγώ γάτος δεν ένιωθα, αλλά όλοι μου φώναζαν: «Ψι, ψι, ψι, Κάφκα έλα δω…. Το αστείο ήταν πως ούτε εκείνοι ήταν άνθρωποι…. ήταν φωνές». 

Στο τρίτο και τελευταίο μέρος στις «Οικογένειες» θα συναντήσουμε πιο οικείες οικογενειακές στιγμές, διηγήματα που αναδεικνύουν προβλήματα και παθογένειες, αλλά υπάρχει διάχυτη σ’ αυτά μια αίσθηση συντροφικότητας, υπομονής, μετάνοιας, συγχώρησης και κάποιες φορές και αληθινής αγάπης. Αγάπης τόσο δυνατής, που μπορεί να οδηγήσει σε απύθμενο μίσος (προτελευταίο διήγημα «Το γόνατο»).

Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί την εξωτερική εστίαση (ένας αφηγητής που παρατηρεί όντας έξω από τη δράση) και δημιουργεί μια θεατρική συνθήκη. Οι ήρωές του εμφανίζονται σαν να κινούνται σε μια θεατρική σκηνή, μόλις ο ίδιος ανοίγει την αυλαία. Τα σημαντικά για τη «ζωή» τους έχουν συμβεί στο παρελθόν. Είναι χαρακτηριστικό ότι το κείμενο είναι γεμάτο ρήματα σε χρόνο Παρακείμενο. Σημαδεμένοι από αυτό το παρελθόν, βγαίνουν στη σκηνή, στο φως, για να πουν την ιστορία τους, πορευόμενοι σε ένα μέλλον, που ίσως δεν είχαν ονειρευτεί ή επιδιώξει. Έρχονται μπροστά μας γυμνοί από άλλοθι και αυταπάτες, με τα συναισθήματα που τους συγκλονίζουν. Ο συγγραφέας θα μας επιτρέψει να δούμε μόνο όσα συμβαίνουν στη σκηνή, δεν θα σχολιάσει, δεν θα αναλύσει, δεν θα κρίνει.

Η ρέουσα γλώσσα της αφήγησης δημιουργεί παραστατικές εικόνες, που διακόπτονται από λίγους διαλόγους και εσωτερικούς μονολόγους.

Κατά τη διάρκεια της συζήτησης στη Λέσχη μας αναφερθήκαμε στο γεγονός ότι υπήρχε διαφορά ανάμεσα στο περιεχόμενο και το ύφος της πρώτης και δεύτερης ενότητας με τα αντίστοιχα της τρίτης ενότητας. Η απάντηση πιστεύω δόθηκε από συναναγνώστρια, μέλος της Λέσχης. Στο «Επιμύθιο» παρουσιάζεται μια τάξη φοιτητών, που κάνει μαθήματα δημιουργικής γραφής και ένας εξ αυτών γράφει ως το τέλος της χρονιάς 38 ½  κείμενα με θέματα, που δίνει ο καθηγητής τους.


Ιωάννα Σταθοπούλου