Εκτύπωση

https://www.spartorama.gr/articles/84553-eikosi-chronia-siopis-apo-ton-panagioti-koumoundouro/

Spartorama - Print | «Είκοσι Χρόνια Σιωπής» από τον Παναγιώτη Κουμουνδούρο

«Είκοσι Χρόνια Σιωπής» από τον Παναγιώτη Κουμουνδούρο

«Είκοσι Χρόνια Σιωπής» από τον Παναγιώτη Κουμουνδούρο
Όταν στους δρόμους έπεφτε ξύλο και χιλιάδες εργαζόμενοι δέχονταν καταστολή, η συνδικαλιστική κορυφή διαχώριζε τη θέση της από τις “ακρότητες”. Η ταξική σύγκρουση βαφτίστηκε λαϊκισμός. Η αντίσταση, τραμπουκισμός. Έτσι χτίστηκε η ιδεολογική ηγεμονία της υποταγής.
Οδός Εμπόρων

Υπάρχουν άνθρωποι που περνούν από την Ιστορία αφήνοντας ίχνη αγώνα. Και άλλοι που περνούν αφήνοντας καλοδιατηρημένες καρέκλες. Η ηγεσία της ΓΣΕΕ, με εμβληματικό εκπρόσωπο τον επί είκοσι χρόνια πρόεδρό της, ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Όχι από προσωπική αδυναμία? αλλά ως προϊόν μιας ολόκληρης κοινωνικής διαδρομής: της συνδικαλιστικής αριστοκρατίας.

Ο όρος δεν είναι ύβρις· είναι ανάλυση. Τον συναντά κανείς ήδη στον Λένιν, όταν περιγράφει εκείνο το ανώτερο στρώμα της εργατικής εκπροσώπησης που, δεμένο υλικά και ιδεολογικά με το αστικό κράτος και το κεφάλαιο, λειτουργεί ως μεσολαβητής πειθάρχησης αντί για όργανο σύγκρουσης. Στην ελληνική του εκδοχή, αυτό το στρώμα απέκτησε όνομα, γραφεία, ευρωπαϊκά προγράμματα και πολιτικές διαδρομές.

Δεν είναι τυχαίο ότι η κορυφή της ΓΣΕΕ υπήρξε για δεκαετίες φυτώριο και καταφύγιο στελεχών του ΠΑΣΟΚ. Συνδικαλιστές με «βαριά βιογραφικά», που ξεκίνησαν από τα αμφιθέατρα της Μεταπολίτευσης, πέρασαν από τις ΔΕΚΟ, στρογγυλοκάθισαν σε διοικητικά συμβούλια και κατέληξαν να μιλούν τη γλώσσα της «ανταγωνιστικότητας» και της «κοινωνικής συναίνεσης». Μια διαδρομή γνώριμη: από το σύνθημα στον διάδρομο των υπουργείων.

Σε αυτή τη διαδρομή, η ταξική πάλη μεταφράστηκε σε κοινωνικό διάλογο, οι απεργίες σε ημερίδες και οι διεκδικήσεις σε συγχρηματοδοτούμενα έργα. Η περίφημη «κατάρτιση εργαζομένων» έγινε το νέο ευαγγέλιο. Όχι ως εργαλείο χειραφέτησης, αλλά ως μηχανισμός ενσωμάτωσης. Δεκάδες εκατομμύρια ευρώ, σήμερα μιλούν για 73, διοχετεύτηκαν σε έναν κόσμο πιστοποιήσεων, ΜΚΟ, ινστιτούτων και σφραγίδων, ενώ οι μισθοί κατέρρεαν και οι Συλλογικές Συμβάσεις διαλύονταν.

Την ίδια στιγμή, στα χρόνια των μνημονίων, η εργατική τάξη γνώρισε μια πρωτοφανή επίθεση, ελαστικές σχέσεις, ατομικές συμβάσεις, ανεργία, μετανάστευση. Και η ΓΣΕΕ, παρούσα με τη σιωπή της. Όπως ειπώθηκε κάποτε για άλλους, «δεν μιλούσε γιατί διάβαζε». Εδώ, δεν μιλούσε γιατί υλοποιούσε προγράμματα. Κατάρτιση αντί για απεργιακές περιφρουρήσεις. Εκθέσεις αξιολόγησης αντί για συγκρούσεις με την εργοδοσία.

Όταν στους δρόμους έπεφτε ξύλο και χιλιάδες εργαζόμενοι δέχονταν καταστολή, η συνδικαλιστική κορυφή διαχώριζε τη θέση της από τις “ακρότητες”. Η ταξική σύγκρουση βαφτίστηκε λαϊκισμός. Η αντίσταση, τραμπουκισμός. Έτσι χτίστηκε η ιδεολογική ηγεμονία της υποταγής.

Το πρόσφατο εργατικό δυστύχημα στη Βιολάντα ήρθε να θυμίσει ότι πίσω από τις λέξεις «ανάπτυξη» και «παραγωγικότητα» κρύβεται αίμα. Κι όμως, ξανά σιωπή. Γιατί η σιωπή έγινε πολιτική επιλογή. Είναι η επιλογή εκείνου που έχει μάθει να συνυπογράφει με υπουργούς και βιομήχανους, όπως συνέβη με τη λεγόμενη “κοινωνική συμφωνία” που ενταφιάζει τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας. Αυτές οι εξελίξεις επιβεβαιώνουν την λαϊκή ρήση «με γεμάτο στόμα είναι αγενές να μιλάς»

Το πρόβλημα δεν είναι η ηθική κάποιων προσώπων. Είναι ο ρόλος τους μέσα στις σχέσεις παραγωγής. Όταν ο συνδικαλισμός αποκόπτεται από τη βάση και αποκτά υλικά συμφέροντα ξεχωριστά από την τάξη που υποτίθεται ότι εκπροσωπεί, τότε μετατρέπεται σε μηχανισμό αναπαραγωγής της κυριαρχίας.

Οι σημερινές δικαστικές εξελίξεις ,οι δεσμευμένοι λογαριασμοί, οι κατηγορίες για υπεξαίρεση, θα κριθούν θεσμικά. Πολιτικά, όμως, η κρίση έχει ήδη δοθεί. Δεν πρόκειται για “πολιτική δίωξη” του μαχητικού συνδικαλισμού. Πρόκειται για ρωγμή στο οικοδόμημα μιας συνδικαλιστικής ελίτ που επί δεκαετίες λειτούργησε ως μαξιλάρι ανάμεσα στο κεφάλαιο και την οργή των εργαζομένων.

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι η αντικατάσταση προσώπων με άλλα, πιο «κατάλληλα». Η απάντηση βρίσκεται στην αλλαγή συσχετισμών, στη μαζική συμμετοχή, στη σύγκρουση με το κράτος και την εργοδοσία. Σε συνδικάτα ταξικά, όχι εταιρικά. Ζωντανά, όχι πιστοποιημένα.

Στο σημείο αυτό πρέπει να ειπωθεί καθαρά, η ευθύνη για την κατάντια της ΓΣΕΕ δεν βαραίνει μόνο τη Δεξιά και τους πρόθυμους εκφραστές της μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα, από τους εργοδοτικούς μηχανισμούς μέχρι τις πιο ωμές περιπτώσεις τύπου Λασκαρή, που ενσάρκωσαν χωρίς προσχήματα τη μετατροπή του συνδικάτου σε προέκταση της εργοδοσίας και του κράτους. Βαραίνει και τις κομματικοποιημένες, κρατικοδίαιτες ηγεσίες που έμαθαν να ζουν από επιχορηγήσεις, διαλόγους και ρόλους «θεσμικών εταίρων», αποκομμένες πλήρως από τα εργοστάσια, τα γραφεία και τις αποθήκες. Αλλά βαραίνει και την ίδια την Αριστερά, που για χρόνια εγκατέλειψε τη μάχη στη ΓΣΕΕ, είτε από αυτάρκεια είτε από σεχταρισμό, αφήνοντάς την στα χέρια αυτών των μηχανισμών. Όταν η σύγκρουση αντικαταστάθηκε από την καταγγελία απ’ έξω και όχι από την πάλη μέσα στους συσχετισμούς, το κενό το κάλυψαν οι πιο πειθαρχημένοι υπηρέτες του συστήματος.

Γιατί, τελικά, το ερώτημα δεν είναι πόσα σεμινάρια έγιναν. Είναι πόσοι εργάτες έμειναν απροστάτευτοι. Και σε αυτό το μάθημα, η σιωπή δεν διορθώνεται με επιμόρφωση, μόνο με αγώνα.

 

Παναγιώτης Κουμουνδούρος