Vekrakos
Τελευταία Νέα
Spartorama | «Η Καθαρίστρια της Λάσπης», από τον Βαγγέλη Μητράκο

«Η Καθαρίστρια της Λάσπης», από τον Βαγγέλη Μητράκο

Βαγγέλης Μητράκος 05/02/2019 Άρθρα Κοινωνία
«Η Καθαρίστρια της Λάσπης», από τον Βαγγέλη Μητράκο
«Ένα μικρό σιδερένιο πραγματάκι ήταν, που ο κάθε σιδεράς μπορούσε να σκαρώσει στη στιγμή. Δυο ποδαράκια, ένα δεξιά κι ένα αριστερά, κι ανάμεσά τους μια λάμα κάθετα τοποθετημένη προς το έδαφος»
Οδός Εμπόρων

Μου είναι γνωστότατη. Την ξέρω από μικρό παιδί. Ξέρω πώς είναι …ξέρω και τι έκανε. Με διαπιστώνω (εκ των υστέρων) πως δε γνωρίζω ούτε το όνομά της. Ποτέ δε σκέφτηκα να ρωτήσω τη μάνα μου (ας πούμε ) :

-Βρε μάνα, αυτό το σιδεράκι που καθαρίζει τις λάσπες από τις σόλες των παπουτσιών, πώς το λένε ;

Το πιθανότερο θα  ’ταν να μην ήξερε να μου πει, αφού στο δικό μας φτωχόσπιτο δεν είχαμε τούτο το έξυπνο μαραφέτι. Εμείς απλώς χτυπάγαμε δυνατά τα λασπωμένα παπούτσια μας στο τσιμέντο της μικρής αυλής μας κι έπειτα ξύναμε τις σόλες στα τέσσερα τσιμεντένια σκαλοπάτια της εισόδου πριν τα σκουπίσουμε οριστικά στο κουρελένιο πατάκι της εξώπορτας, προκαλώντας τη βαρυγκόμια της μάνας μας, που ήταν υποχρεωμένη, κάθε πρωί, να μαζεύει τις λάσπες από τα σκαλοπάτια με τη σκούπα και το φαράσι. Ούτε και το δάσκαλο ρώτησα ποτέ ούτε και κανέναν άλλο. Το πιθανότερο, πάλι, να μη γνώριζε κανείς να μου απαντήσει. Ή μπορεί, ακόμα, αυτό το σεμνό και ταπεινό εργαλείο να μην είχε, καν, όνομα. Έτσι όπως πολλές φορές μένουν άσημα και ανώνυμα, πράγματα που είναι (ή υπήρξαν) σημαντικά και σπουδαία στη ζωή μας.

Ένα μικρό σιδερένιο πραγματάκι ήταν, που ο κάθε σιδεράς μπορούσε να σκαρώσει στη στιγμή. Δυο ποδαράκια, ένα δεξιά κι ένα αριστερά, κι ανάμεσά τους μια λάμα κάθετα τοποθετημένη προς το έδαφος. Αν ο σιδεράς ήταν μερακλής και τεχνίτης επιστράτευε τη φαντασία του για να φτιάξει μικρές φιγούρες και στολίσματα ώστε η λασπόξυστρα (ας της δώσω αυθαιρέτως ένα όνομα, έστω και τώρα ) να είναι όμορφη και να ξεχωρίζει από τις άλλες. Τα ποδαράκια φυτεύονταν στο τσιμέντο, πλάι στην είσοδο, και η λασπόξυστρα ήταν έτοιμη για να επιτελέσει την αποστολή της : Να καθαρίζει, δηλαδή, τις λάσπες από τις σόλες των παπουτσιών.

Τότε, οι δρόμοι της Σπάρτης ήταν χωματόδρομοι. Το καλοκαίρι σ’ έτρωγε ο μπουχός από τη σκόνη, τον οποίο πάσχιζε να καταλαγιάσει η καταβρεχτήρα του δήμου και οι νοικοκυραίοι με τα λάστιχα της βρύσης και τα λαμαρινένια καταβρεχτήρια, ενώ τον χειμώνα δεν είχες πού να πατήσεις από τις λούμπες και τις λάσπες που σχημάτιζαν τα νερά της βροχής. Οι άνθρωποι κυκλοφορούσαν με τα πόδια (τα αμάξια, τότε, ήταν για τους πολύ λίγους) κι όταν γύριζαν στο σπίτι είχαν κερδίσει μερικούς πόντους σε ύψος από τη λάσπη που είχε κολλήσει κάτω από τα παπούτσια τους. Σ’ έναν λασπωμένο δρόμο ήταν αδύνατον να κρατήσεις καθαρά τα ρούχα και τα παπούτσια σου. Τα μπατζάκια και οι κομψές, νάυλον, γυναικείες  κάλτσες γέμιζαν αντιαισθητικές πιτσιλιές, που χαλούσαν όλη την προσεγμένη εμφάνιση. Ο κίνδυνος όμως ήταν, κυρίως, τα παπούτσια, γιατί αυτά μετέφεραν τη λάσπη του δρόμου.  Έπρεπε, λοιπόν, οι νοματαίοι του κάθε σπιτιού, με κάποιον τρόπο, να ξεφορτωθούν τη λάσπη, για να μην τη βάλουν μέσα στο σπίτι, όπου (ανάμεσα σ’ άλλα) θα είχαν να αντιμετωπίσουν και τη δικαιολογημένη γκρίνια της νοικοκυράς. Στο σημείο αυτό της εισόδου στο σπίτι η «λασπόξυστρα» έπαιζε τον σπουδαίο και αναντικατάστατο ρόλο της : Απλά, ακουμπούσες το πόδι σου πάνω της και με μελετημένες κινήσεις «απέξεες» τη λάσπη από τη σόλα, από το τακούνι και από τα «γύρω» του παπουτσιού, της μπότας, της γαλότσας ή της αρβύλας. Ύστερα αποτέλειωνες το σκούπισμα στο πατάκι της εξώπορτας (συνήθως κουρελάκι υφασμένο σε αργαλειό ή ψάθα), άνοιγες την πόρτα  μετά και εισερχόσουν στον διάδρομο του σπιτιού όπου, συνήθως, σε υποδεχόταν η φωνή της σπιτονοικοκυράς από το χειμωνιάτικο :

-Τα σκούπισες τα πόδια σου ή μου τις έφερες πάλι μέσα τις λάσπες;

Συνήθως η παρατήρηση αφορούσε τα παιδιά και τον άντρα του σπιτιού, αφού, τότε, κατά τα ήθη της εποχής, οι γυναίκες ήταν στο σπίτι (μανάδες και νοικοκυρές) και οι άντρες στο μεροκάματο κατά το λαϊκόν άσμα του ’60:

«Δεν θέλω να δουλεύεις

να βασανίζεσαι,

θέλω να τρως να πίνεις

και να στολίζεσαι»!

Εκτός τούτου, οι γυναίκες βάδιζαν πάντα πιο προσεχτικά (τουλάχιστον στο δρόμο), ενώ οι λάσπες – κατά αναπόδεικτον επιστημονικά τρόπον – προτιμούσαν να κολλάνε κυρίως στα παπούτσια των ανδρών.

Τα χρόνια πέρασαν. Οι δρόμοι της Σπάρτης ασφαλτοστρώθηκαν και τσιμεντοστρώθηκαν τα πεζοδρόμια. Το χώμα έγινε ακριβοθώρητο. Μαζί και η λάσπη. Άλλωστε, σταματήσαμε και να περπατάμε :

«Καβάλα παν στην εκκλησιά

Καβάλα προσκυνάνε

Καβάλα παίρνουν αντίδωρο

Απ’ του παπά το χέρι».

Συνακόλουθα και η λασπόξυστρα έχασε την αξία της και τον προορισμό της και μπήκε στο περιθώριο της ζωής μας. Εδώ κι εκεί, μέσα στην πόλη, στέκονται, ακόμα, μερικές λασπόξυστρες όρθιες, μπροστά σε παλιά σπίτια που δεν έχουν εισέτι γκρεμιστεί, καρτερώντας, μάταια, κάποιο λασπωμένο παπούτσι να ξεμουδιάσει τη ράχη τους, που έχει «πιαστεί» από τη χρόνια απραξία. Οι παλιοί τις προσπερνούν αδιάφοροι και οι νέοι και τα παιδιά δεν ξέρουν και δεν μπορούν να καταλάβουν τι γυρεύει αυτό το σκουριασμένο σίδερο πάνω στο πεζοδρόμιο.

Κι όμως, αυτή η ταπεινή ξύστρα της λάσπης, όσο κι αν μπήκε στο περιθώριο της μνήμης και της ζωής μας μαζί με τόσα άλλα όμορφα πράγματα από το παρελθόν, επιτέλεσε στο ακέραιο την αποστολή και το καθήκον της, όταν και για όσο χρόνο χρειάστηκε. Πόσοι άραγε σπουδαίοι μπορούν να καυχηθούν γι’ αυτό ; Κι αν σήμερα απουσιάζουν οι λάσπες από τους δρόμους, έγιναν όμως βουνά οι άλλες «λάσπες» της κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής ζωής, που μας έχουν πνίξει κυριολεκτικά, και που, δυστυχώς, γι’ αυτές τις «λάσπες» δεν υπάρχει καμιά λασπόξυστρα για να τις καθαρίσει.

Τιμή και δόξα, λοιπόν, στις παλιές, σεμνές, ταπεινές και άσημες λασπόξυστρες των σπιτιών μας. Κι όταν είναι χειμώνας και συναντήσετε στο διάβα σας καμιά απ’ αυτές, καμωθείτε πως έχουν γεμίσει τα παπούτσια σας λάσπες, ακουμπήστε το πόδι σας πάνω της και ξύστε τις σόλες σας. Θα ’χετε κάνει μιαν «ελεημοσύνη» μνήμης σ’ ένα ασήμαντο πραγματάκι της περασμένης ζωής μας, που κάποτε κανείς δεν θα θυμάται πως υπήρξε και συντρόφεψε τα σπίτια των ανθρώπων. 

 

4-2-2019
Βαγγέλης Μητράκος


Σχετικές Αναρτήσεις