Vekrakos
Spartorama | «Μακεδονική Γλώσσα», γράφει ο Αθανάσιος Στρίκος

«Μακεδονική Γλώσσα», γράφει ο Αθανάσιος Στρίκος

Spartorama 16/07/2018 Άρθρα
«Μακεδονική Γλώσσα», γράφει ο Αθανάσιος Στρίκος
«Ένας είναι ο πυρήνας, η γλώσσα. Τα τρυπάει όλα η γλώσσα... Κι αν δεν προκόβουμε, αν πισωδρομούμε εμείς οι Έλληνες είναι γιατί αφήσαμε τη γλώσσα μας»

Δεν θα αναφερθούμε στο ιστορικό της υποθέσεως που λέγεται «Μακεδονικό», «Σκοπιανό» ή ό,τι άλλο. Ποίοι, πότε και γιατί (που αποσκοπούντες) είπαν το κρατίδιο Μακεδονία. Ούτε αν αυτό έγινε και με δική μας πρωτοβουλία, αν δηλαδή εμείς πρώτοι μιλήσαμε για την αυτονομία της Μακεδονίας ακόμα και προ Τίτο (1924) και λίγα χρόνια αργότερα (25/1/1944) το Σύμφωνο των Καρυδιών της Εδέσσης μεταξύ του ΕΑΜ (Ανδρέας Τζήμας), του ΚΚ Γιουγκοσλαβίας (Βασίλιεφ) και του ΣΝΟΦ (Σλαβομακεδονικό Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο) βοά, ούτε γιατί εγκαταλείψαμε εμείς και όλοι οι εταίροι μας της ΕΕ τη συνθήκη της Λισσαβώνας της 27/6/1992 και δεν την επικαλεστήκαμε ποτέ κατά την διάρκεια των υποτιθέμενων σκληρών διαπραγματεύσεων.

Η οποία ορθά, κοφτά, καθαρά και ξάστερα έλεγε: Η Κοινότητα είναι διατεθειμένη να αναγνωρίσει αυτήν την Δημοκρατία (των Σκοπίων) με τα σημερινά της σύνορα με ονομασία που δεν θα περιλαμβάνει το όνομα «Μακεδονία». (Εταίροι να σου πετύχουν-λάκος με φίδια η ΕΕ- αλλά και μεις καλύτεροι ακόμα) που την αφήσαμε και ατόνησε σαν τους ελληνικούς νόμους που υπνώττουν, χωρίς ποτέ κανείς να μπει στον κόπο να μας ειπεί γιατί. Ούτε στα πολύ συνταρακτικά που είπε η κυρία Μέρκελ συνεντευξιαζομένη σε Γαλλικό τηλεοπτικό κανάλι και ερωτηθείσα γιατί η καταστροφική πολιτική της προς την Ελλάδα και τους Έλληνες είπεν ότι: «Η Ελλάδα δεν είναι για μας ήλιος και θάλασσα μόνο. Είναι ο πλούτος στη ειδική και γενική έννοια της λέξης που δεν μπορούμε να αποκτήσουμε. Ζηλεύουμε κι όποιος ζηλεύει μισεί».  Ούτε γι’ αυτό θα μιλήσουμε κι αν η Μέρκελ εφαρμόζει σήμερα κατά γράμμα την πολιτική που είχε για την Ελλάδα ο Χίτλερ (υπουργός Οικονομικών Βάλτερ Φουνκ). Και ας μην αναφέρθηκε από κανένα απολύτως μέσον ενημέρωσης. Και ουδείς μην το αμφισβητήσει γιατί ό,τι λέω δύναμαι να το αποδείξω. Και εδώ να ιδείτε εγκυκλοπαίδειες και τόμους όχι σαν τα «βαριά κιτάπια» που άνοιξε η βουλεύτρια Θεοδώρα Μεγαλοοικονόμου στη Βουλή. 

Με τίποτα απ’ όλα αυτά δεν θα ασχοληθούμε σήμερα παρά μόνο με το θέμα της γλώσσας που, μαζί με την εθνότητα (μακεδονική γλώσσα και εθνότητα) παραδώσαμε στους Σκοπιανούς χωρίς κανείς να το περιμένει και που το θεωρώ σπουδαιότερο όλων. 

Ο σωστός, ο ορθός, ο αληθινός λόγος έχει τη δύναμη κεραυνού. Είναι κεραυνός. «Εγγύς Διός εγγύς κεραυνού» (όταν είσαι κοντά στον δυνατό, είσαι κοντά στον κεραυνό). Δέστε μια λεξούλα μόνον, το ευ. Τη σπουδαία, τη μεγάλη, τη θαυματουργή λέξη ευ «ο?κ εν τω πολλώ το ευ αλλ’ έν τω ευ τω πολύ». Στο ευ κρύβεται το πολύ και η αξία και η ομορφιά, κι όπου μπει αυτό το ευ γίνεται μεγαλειώδες. Ποιος το βρήκε, ποιος το φαντάστηκε να δημιουργήσει αυτή τη μεγαλοπρέπεια! Και λέξεις χιλιάδες με το ευ. 

Δεν λέω τίποτ’ άλλο για τη γλώσσα ούτε τι είναι και τι αποτελεί, η οποία πάντως δεν είναι όργανο, δεν είναι εργαλείο που διδάσκουν οι φιλόλογοι και οι γλωσσολόγοι, αλλά η συνείδηση, η ψυχή ενός βαθειά πορευομένου λαού. Η γλώσσα είναι το παν. Και η ιστορία και η φιλοσοφία και η παράδοση. Το έθιμον των εθίμων είναι η γλώσσα κι απ’ αυτήν αντλούμε τα πάντα. 

Και παλεύουν, συζητάνε υπουργοί, πρωθυπουργοί, διπλωμάτες, διεθνείς μεσολαβητές για το όνομα και για χίλια δύο, ενώ σ’ ένα μόνο σημείο έπρεπε να σταθούν οι δικοί μας, στη γλώσσα. Από τη γλώσσα και μόνον ορίζεται και καθορίζεται κάθε τι. Η Μακεδονία τί λέξη είναι να ειπούν. Είναι ή δεν είναι ελληνική; Ο Μακεδνός, ο μακεδονισμός, ο Μακεδών και Μακηδών και Μακεδόνισσα και επίθετο μακεδονικός και μακεδονίς γη και το μακεδονίζω (φρονώ τα των μακεδόνων) όλα τούτα που αναφέρονται από το Όμηρο, τον Ηρόδοτο, τον Θουκυδίδη, τον Πλούταρχο, τον Πολύβιο, τον Στράβωνα και τόσους άλλους τί λέξεις είναι; Εκτός αν με πείσετε ότι δεν είναι ελληνικές αλλά σλαβικές. Και το ίδιο ισχύει για την Κύπρο, το Αιγαίο, την Ευρώπη. Άρα είναι Ελλάδα. Αφού η γλώσσα κατ’ εξοχήν, για να μην πούμε και μόνον, καθορίζει λαούς, σύνορα, κράτη. Τίποτ’ άλλο. Ούτε οι θρησκείες, ούτε η ιστορία, τα έθιμα και οι παραδόσεις, αφού η γλώσσα είναι όλα αυτά δηλαδή το έθιμον των εθίμων όπως είπαμε και όλα πυκνώνονται στη γλώσσα. 

Επομένως οι Σκοπιανοί οικειοποιήθηκαν. Και με τη λογική του σφετερισμού έπρεπε να τους αφήσουμε να μπουν στη Μακεδονία; (Θα το κάνουν στο μέλλον). Αφού κατάφεραν και μας έπεισαν και τους δώσαμε τη γλώσσα -και ποια γλώσσα;- είμαστε άξιοι της τύχης μας. Αυτή που έρχεται από 3.500 χρόνια μακρυά. Ο Μακεδνός και οι άλλες λέξεις που αναφέραμε είναι σλαβικές; Σ’ αυτό μόνον έπρεπε να στηριχτούν οι δικοί μας διαπραγματευτές. Η Αμερική έγινε Αμερική γιατί μιλάει Αμερικανικά. Να το φωνάξουμε αυτό σ’ όλους τους τόνους και σ’ όλους τους λαούς. Και ο Κινέζος είναι Κινέζος όχι γιατί είναι κίτρινος αλλά γιατί μιλάει Κινέζικα. Αν γεννηθεί εδώ και μιλάει ελληνικά είναι Έλληνας. Αλλά γιατί πάμε μακρυά. Η Ελλάδα το 1948 με την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου, πηγαίνοντας εκεί, αν έβρισκε ανθρώπους που δεν μιλούσαν ελληνικά, δεν θα ήταν Ελλάδα. Τους βρήκε όμως όλους να μιλούν ελληνικά. 

Και εδώ ανακύπτει αυτομάτως το ερώτημα: ποια γλώσσα μιλούν σήμερα οι Σκοπιανοί; Που είναι οι καθηγητάδες, οι γλωσσολόγοι, η Ακαδημία Αθηνών να βγουν σ’ όλα τα μέσα ευρείας δημοσιότητας και να φωνάξουν στους κυβερνώντες και προ παντός στον πρωθυπουργό και τον εταίρον του και τον υπουργόν εξωτερικών. «Πούλησες τη γλώσσα» να του ειπούν. «Κι αφού πούλησες της γλώσσα πούλησες τα πάντα και μεις πεθαίνουμε. Να το ξέρετε». Να μιλήσει δηλαδή σαν καθηγητής, σαν δάσκαλος. 

Η κύρια δουλειά των γλωσσολόγων δεν είναι να γράφουν λεξικά και να τα λένε «χρηστικά» (αλήθεια τί θα πει χρηστικό λεξικό; εύχρηστο, προς χρήσιν, δυνάμενον να χρησιμοποιηθεί; γιατί τα άλλα δεν είναι;), ούτε όταν μια δασκάλα, η Μαρία Χρυσού της Ραφήνας τους λέει ότι τα φωνήεντα είναι επτά (7) -»φωνήεντα δε έστι των στοιχείων επτά», ετυμηγόρησεν από την αρχαιότητα ο Διογένης ο Λαέρτιος και όχι τέσσερα και ένα το ου πέντε- να συνασπίζονται όχι ένας ούτε δύο ούτε δέκα αλλά εκατόν σαράντα (140) ζωή νά ’χουνε, να κατασπαράξουν μια δασκάλα που τόλμησε αυτό που τη δίδαξαν. 

Χρέος και καθήκον ιερόν προς την πατρίδα και την επιστήμη είχαν  τ ώ ρ α  οι γλωσσολόγοι να βγουν και να φωνάξουν και να πείσουν. Να κόψουν τα πόδια στους πάντες με τον λόγο, με όπλο την γλώσσα. Κι αυτό θα πει ρητορική. Ποια μακεδονική γλώσσα να πουν; Από πότε ένα σλαβικό ιδίωμα μεταμορφώνεται και αναγνωρίζεται ως μακεδονική γλώσσα για να ακολουθήσει η μακεδονική εθνότητα και το κράτος Μακεδονία; Και να το αποδείξει επιστημονικά, καθαρά, ξάστερα, οριστικά. Απευθυνόμενος δε στους δικούς μας να τους πει: Δεν έχετε το δικαίωμα να υπογράψετε για το μέλλον και το κύρος της πατρίδος. Πως τολμάτε και δίδετε τη γλώσσα; Επειδή σας ψήφισαν μερικοί με κριτήριο τις υποσχέσεις παρασυρμένοι απ’ τα ψέματά σας χωρίς να έχουν κατά νουν ότι θα παραχωρήσετε τη Μακεδονία; Και να χτυπήσει το χέρι στο τραπέζι ο δάσκαλος εκείνος. Αλήθεια πού είναι ο Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος («Είσαι προσωρινός, το έθνος είναι μόνιμο, δεν είχες το δικαίωμα. Είσαι προσωρινός», φώναξε κάποτε στον Καραμανλή το Θεό και τού ’κοψε τη φόρα), ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, ο Κωνσταντίνος Τρυπάνης, ο Γεώργιος Μέγας, ο Γεώργιος Χατζηδάκις, ο Μανώλης Ανδρόνικος; 

Και να καλέσουν τον πρωθυπουργό και τον υπουργό εξωτερικών και να τους πουν τί θα είπουν στους εταίρους τους. «Όχι, φίλοι, να τους πει ο πρωθυπουργός. Δεν υπογράφω, γιατί δεν το θεωρώ αυτό κράτος με όνομα Μακεδονία» όσες πιέσεις κι αν δέχονταν. Και μ’ αυτό το όνομα «ναι, είμαστε εχθροί αν το θέλετε έτσι, γιατί δεν δέχομαι να βιάζεται μπροστά στα μάτια μου η αλήθεια, η ιστορία, η Ελλάδα…»

Έχει ώρες που κλαίει ο άνθρωπος αλλά και στιγμές που ρίχνεται στη μάχη και σκοτώνει. Αυτή είναι η φύση του φυσιολογικού άντρα. Ο Όμηρος βάζει ως και τον Αχιλλέα να κλαίει μέρες. Κλαίει για τη γυναίκα που έχασε, για τον φίλο του τον Πάτροκλο. Κλαίει και παρακαλεί τη μάννα του τη Θέτιδα. Όλα είναι φυσιολογικά στον Όμηρο, και γι’ αυτό είναι μεγάλος ο Όμηρος. Έχει όμως και στιγμές που άμα πρέπει θυμώνει και δεν τον κρατάει τίποτα. «Ποιός σού ’δωσε το δικαίωμα εσένα, να ειπούν οι καθηγητές στον πρωθυπουργό να υπογράψεις; Έκανες κανένα δημοψήφισμα; Σε εξουσιοδότησε ο λαός;» Αφού λοιπόν δεν φώναξαν παρών, πλην του Γεωργίου Μπαμπινιώτη αλλά κι αυτός υποτονικά, τώρα που τους χρειάστηκε η πατρίδα να βρίσκουν δρόμους, μονοπάτια και να φέρουν τους πάντες προ των ευθυνών τους διαφωτίζοντες και τον λαό, δεν είναι καθηγηταί, δεν είναι πνευματικοί ταγοί, δεν είναι επιστήμονες. Αλήθεια πόσα ξόδεψε γι’ αυτούς η πατρίδα και τί αυτοί της προσέφεραν; 

Ένας είναι ο πυρήνας, η γλώσσα. Τα τρυπάει όλα η γλώσσα. Περνάει όλα τα αλεξίσφαιρα και δεν της αντιστέκεται τίποτα. Έχουν αλήθεια συνειδητοποιήσει οι γλωσσολόγοι ποια επιστήμη διακονούν; Κι αν δεν προκόβουμε, αν πισωδρομούμε εμείς οι Έλληνες είναι γιατί αφήσαμε τη γλώσσα μας. Και δεν την εγκαταλείψαμε απλώς αλλά την πολεμήσαμε με μέθοδο και σχέδιο (κατάργηση αρχαίων ελληνικών, Ράλλειες μεταρρηθμήσεις «απόψε πανηγυρίζουμε γιατί κηδεύουμε την καθαρεύουσα», μονοτονικά κ.ά) και τώρα χαρίζουμε μέρος της στους Σκοπιανούς. Για το κράτος τους, για την εθνότητα, για τη γλώσσα τους. Προς τί τέτοιου εύρους παραχωρήσεις; Και από πάνω να πρέπει να βοηθήσουμε να βγει καλό το δικό τους δημοψήφισμα, ενώ σε μας δεν θα γίνει ποτέ. Δημοκρατία ε; 

Και καλά η ονομασία του κράτους είναι Βόρεια Μακεδονία. (Ποιος αμφιβάλλει ότι αυτό είναι προσχηματικό;) Όμως αυτό το ενιαίο γιατί διασπάστηκε στη γλώσσα και την εθνότητα και αντί για βορειομακεδονική γλώσσα και εθνότητα αυτά τα είπαμε μακεδονική; Πώς τούτο δικαιολογείται όταν η εθνότητα (ιθαγένεια-υπηκοότητα) δεν είναι αυτοπροσδιορισμός που αποτελεί, ας πούμε, δικαίωμα και δεν μπορούμε να παρέμβουμε, αλλά είναι νομικός όρος που πρέπει να συνοδεύει το κράτος; Αναρωτιέμαι πολλές φορές: από την Πάντειο ξεσχολίσανε οι πολιτικοί μας; Χωρίς να υποτιμώ τη σοβαρότητα της σχολής. Τί πολιτικός ερασιτεχνισμός είναι αυτός; Τί ημιμάθεια και ασχετοσύνη, άγευστοι παντελώς πολιτικής και διπλωματικής ιστορίας; Με τέτοιους πολιτικούς είμαστε πεθαμένοι. 

Άρχισα να θαυμάζω τους Εβραίους. Ένα κράτος 650.000 ανθρώπων το 1948 και είκοσι (20) μόλις χρόνια μετά να είναι υπερδύναμη της περιοχής. Και τους θαυμάζω γιατί ένας αδύνατος βρίσκει ξαφνικά τον εαυτό του και γίνεται δυνατός. Με γύρω τους 500 εκ. μουσουλμάνους Άραβες. Τους χαίρομαι τους Εβραίους. 

Εμείς πότε θα κάνουμε την Ελλάδα δυνατή πνευματικά, ηθικά, στρατιωτικά; Νά ’χει Στρατό, Ναυτικό, Αεροπορία. Ναύτες παλληκάρια σαν τον Τοπάζη, τον Κανάρη, τον Μιαούλη, τον Ιατρίδη; Πότε θα μετατρέψουμε τη νωθρότητα σε μαχητικό πάθος; Να βλέπαμε τότε Αλβανοί, Σκοπιανοί, Βούλγαροι, Τούρκοι θα μίλαγαν; Ας ήταν να το έβλεπα κι ας πέθαινα.

Αθανάσιος Στρίκος


Σχετικές Αναρτήσεις